Πριν από έναν χρόνο, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδιζε τις εκλογές, κάποιοι, μεταξύ των οποίων κι εγώ, υποστήριζαν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να κάνει τη ρεαλιστική στροφή και να επιδιώξει κλείσιμο της συμφωνίας με τους εταίρους το συντομότερο δυνατόν. Ότι έπρεπε να κλείσει αμέσως την (τότε πέμπτη) αξιολόγηση και να εστιάσει διαπραγματευτικά σε δύο πράγματα: α) στη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων για τα επόμενα χρόνια, β) στην ελάφρυνση της εξυπηρέτησης του χρέους (που είχαν δεσμευτεί να ρυθμίσουν οι εταίροι με τη συμφωνία Νοεμβρίου 2012). Οι στόχοι αυτοί, εκείνη την εποχή, ήταν απολύτως εφικτοί και ακόμα κι αν επιτυγχάνονταν μόνο μερικώς, η επίτευξή τους θα σήμαινε ουσιαστική ελάφρυνση της λιτότητας.

 

Η κυβέρνηση, ενώ θα μπορούσε να έχει κλείσει άμεσα το θέμα της οικονομίας και να προωθήσει στη συνέχεια την όποια εσωτερική ατζέντα, δημιουργώντας πράγματι προϋποθέσεις μακράς πολιτικής κυριαρχίας, μπήκε μόνη της σε μια πολιτική περιδίνηση, κερδίζοντας μεν δύο εκλογικές νίκες, αλλά σπαταλώντας μεγάλο και πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο.

 

Την επιχειρηματολογία και την εκτίμησή μας τη στηρίζαμε σε 3 κυρίως σημεία. 1) Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, με την ορμή και τις προσδοκίες της εκλογικής του νίκης, θα μπορούσε να περάσει οποιαδήποτε απόφαση, τόσο εσωκομματικά όσο και στην κοινή γνώμη (η οποία, ούτως ή άλλως, προεξοφλούσε τη στροφή), χρεώνοντας τα όποια δυσάρεστα στους άρτι ηττημένους ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, που είχαν αναλάβει τις δεσμεύσεις. 2) Οι εταίροι θα μπορούσαν να το δεχτούν, διότι η υποχώρηση που θα έκαναν ήταν «εντός πλαισίου», είχε μικρό δημοσιονομικό κόστος και, κυρίως, δεν συνοδευόταν από συνολική αμφισβήτηση της ακολουθούμενης πολιτικής – το οποίο, ασφαλώς, δεν μπορούσαν να δεχτούν. 3) Το σημαντικότερο: ο χρόνος δούλευε σε βάρος μας, η αβεβαιότητα έπληττε την οικονομία και όσο καθυστερούσαμε, θα αναγκαζόμασταν να πάμε σε χειρότερη λύση, διότι απλούστατα θα επιδεινώνονταν τα οικονομικά μεγέθη. Αυτή την απλή συσχέτιση πραγματικότητας και λύσης ακόμα δυσκολευόμαστε να την καταλάβουμε, θεωρώντας ότι τα πάντα σχετίζονται με τη βούληση και μόνο... 

 

Η παραίνεση αυτή όχι μόνο δεν εισακούστηκε αλλά ακολουθήθηκε η ακριβώς αντίθετη στρατηγική. Συγκρουσιακή πορεία με θεμελιακή αμφισβήτηση όλης της πολιτικής της ευρωζώνης, μεγαλοϊδεατισμοί για ανατροπή συσχετισμών στην ευρωζώνη, καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων και ποντάρισμα των πάντων στο «chicken game» (το οποίο ανακοινώναμε κιόλας σε συνεντεύξεις!), θεωρώντας δεδομένο ότι κανείς δεν θέλει το Grexit και άρα οι δανειστές θα αναγκαστούν να κάνουν πίσω. Μέχρι που απεδείχθη ότι υπάρχουν δυνάμεις που όντως μας θέλουν εκτός ευρωζώνης και έγινε αντιληπτό ότι αν τρακάρει μια νταλίκα με ένα smart, το μεγαλύτερο πρόβλημα το έχει το smart...

 

Όλο αυτό, δε, με την απόλυτη στήριξη και τις ευλογίες ολόκληρου του μιντιακού συστήματος, το οποίο τότε στήριζε ομόθυμα το αφήγημα της «(επιτέλους) υπερήφανης διαπραγμάτευσης». Ακόμα και κάποιοι που σήμερα γκρινιάζουν, τότε αβάνταραν με θέρμη μια πολιτική που εξαρχής φαινόταν προβληματική. 

 

Τη συνέχεια την ξέρουμε. Η οικονομία και όλοι σχεδόν οι δείκτες επιδεινώθηκαν. Μπήκαμε ξανά σε ύφεση και η ανεργία αυξήθηκε. Οι τράπεζες έκλεισαν και τα capital controls απεδείχθη ότι δεν ήταν υπόθεση λίγων ημερών. Η χώρα μπήκε στην πολιτικά ανούσια, αλλά παρ’ ολίγον μοιραία περιπέτεια του δημοψηφίσματος και βγήκε από αυτή διχασμένη και με οξυμμένες νευρώσεις. Και όταν έγινε –ευτυχώς!– αντιληπτό ότι έξω από την ευρωζώνη η κατάσταση θα ισοδυναμούσε με εθνικό όλεθρο, οδηγηθήκαμε σε νέο μνημόνιο, ακόμα πιο σκληρό, με τις τράπεζες και την οικονομία σε χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι πριν. 

 

Η δε κυβέρνηση, ενώ θα μπορούσε να έχει κλείσει άμεσα το θέμα της οικονομίας και να προωθήσει στη συνέχεια την όποια εσωτερική ατζέντα, δημιουργώντας πράγματι προϋποθέσεις μακράς πολιτικής κυριαρχίας, μπήκε μόνη της σε μια πολιτική περιδίνηση, κερδίζοντας μεν δύο εκλογικές νίκες, αλλά σπαταλώντας μεγάλο και πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο. Με αποτέλεσμα στα πρώτα της «γενέθλια» να είναι πίσω στις δημοσκοπήσεις, με χαμηλή αξιολόγηση σε όλους τους δείκτες, με εμπεδωμένες αρνητικές προσδοκίες σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο και προσκολλημένη σε ρητορικά σχήματα που αναπόφευκτα έχουν απολέσει μέρος της δυναμικής τους. 

 

Ενώ, παράλληλα, κατάφερε να «αναστήσει» πολιτικά την αντιπολίτευση, η οποία, ενώ με το σενάριο του γρήγορου συμβιβασμού θα ήταν αμήχανη και περιθωριοποιημένη, μέσα από τις οριακές διαπραγματεύσεις και το δημοψήφισμα βρήκε λόγω ύπαρξης και ανασυντάχθηκε πολιτικά.

 

Tο κακό με τα ιστορικά και πολιτικά «what if» είναι ότι εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να αποδειχθεί η βασιμότητά τους. Σπανίως οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν με εμφατικό τρόπο έναν ισχυρισμό. Το αν είμαστε μπροστά σε μία από αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις, το αφήνω στην κρίση του καθενός.