Η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη οφείλεται σε τρεις κυρίως λόγους: Πρώτον, στο ότι εξέφρασε πιο καθαρά το αίτημα «ανανέωσης» και «εκσυγχρονισμού» της ΝΔ. Η όλη καμπάνια του ήταν προσανατολισμένη σε αυτό, ενώ ο ίδιος επιδίωξε συστηματικά να χτίσει την εικόνα ενός μοντέρνου πολιτικού. Και το έκανε αποτελεσματικά. Ακόμα και όταν βρισκόταν πίσω στις δημοσκοπήσεις, η εικόνα που υπήρχε για την καμπάνια του, μέχρι και μεταξύ μη υποστηρικτών του, ήταν ότι «κάνει καλή εκστρατεία, είναι σοβαρός». Το οποίο, προϊόντος του χρόνου και με τη βοήθεια της αναβολής των εκλογών, του πρόσθετε και ψήφους. Απεδείχθη, συνεπώς, ξανά, ότι δεν υπάρχει πιο αποτελεσματικό μήνυμα στην παγκόσμια πολιτική από αυτό της «αλλαγής», μιας λέξης πανίσχυρης, που ο καθένας εκλαμβάνει όπως θέλει, μια έννοια που περικλείει ταυτοχρόνως την ελπίδα, την κριτική και την κινητοποίηση.

 

Δεύτερον, στον κινηματικό χαρακτήρα της υποψηφιότητάς του. Η καμπάνια του Κυριάκου Μητσοτάκη στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε στελέχη εκτός του στενού κομματικού πυρήνα. Ορισμένοι, μάλιστα, είχαν και αναφορές εκτός ΝΔ. Πολλοί εξ αυτών ανέπτυξαν πολιτικές πρωτοβουλίες σχετικά ασυνήθιστες στον χώρο του Κέντρου και της Κεντροδεξιάς, όταν κινητοποιήθηκαν (στον δρόμο ή στο Διαδίκτυο) στις συγκεντρώσεις υπέρ του «Ναι» το περασμένο καλοκαίρι. Το κοινό αυτό, ιδιαίτερα πολιτικοποιημένο, με κεκτημένη ταχύτητα από ένα 6μηνο έντονης πολιτικής δράσης, αναπλήρωσε τις όποιες αδυναμίες του Κυριάκου στον κομματικό μηχανισμό. Του έδωσαν έναν συμπαγή αρχικό πυρήνα, μια στέρεη κοινωνική βάση υποστήριξης, η οποία σταδιακά ενισχυόταν. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι ήταν η πρώτη νίκη ενός μετώπου που δημιουργήθηκε μέσα από την ώσμωση ετερόκλητων ομάδων, υπό συνθήκες κοινωνικής και πολιτικής έντασης.

 

Πιθανότατα, το διάστημα που θα ακολουθήσει μετά την προσμονή και την αρχική ευφορία λόγω του νέου αρχηγού, η ΝΔ θα κάνει ένα δημοσκοπικό γκελ. Το αν αυτό θα είναι μόνιμο ή συγκυριακό είναι απολύτως ανόητο να το εκτιμήσει κάποιος σε αυτήν τη φάση. Όλοι και όλα θα κριθούν σε βάθος χρόνου και θα είναι σε συνάρτηση με τη γενικότερη πορεία της χώρας και, φυσικά, της κυβέρνησης.

 

Τρίτον, στην υπόσχεση για πιο δυναμική αντιπολίτευση. Η στενή πολιτική και κοινωνική βάση της ΝΔ θέλει ισχυρή αντιπολίτευση. Η ένταση του περασμένου έτους, οι αλλεπάλληλες ήττες αλλά και η επιθετική ρητορεία από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ έκαναν την τάση αυτή ακόμα πιο ισχυρή. Σενάρια περί συνεννόησης ή συνεργασιών κ.λπ. που διακινήθηκαν από επίσημες και ανεπίσημες πηγές (χωρίς ευθύνη, είναι αλήθεια, του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, ο οποίος επλήγη από αυτά και προσπαθούσε να κρατήσει αποστάσεις) έδωσαν στον Κυριάκο Μητσοτάκη τη δυνατότητα να φανεί ως πιο δυναμική αντιπολιτευτική επιλογή. Και παράλληλα δημιούργησε την πολιτική προϋπόθεση να συναντηθεί με ένα τμήμα της ΝΔ (π.χ. του υποστηρικτές του Άδωνι Γεωργιάδη) στη βάση της σκληρής αντισυριζαϊκής γραμμής. Το αν υπήρχαν ή όχι τέτοια σενάρια, το ποιοι τα διακινούσαν, είναι δευτερεύον θέμα. Το σημαντικό στην πολιτική είναι η πρόσληψη (perception). Από τη στιγμή που δημιουργήθηκε αυτή η αίσθηση, ακόμα και μέσα από άρθρα επίσημων κομματικών οργάνων του ΣΥΡΙΖΑ, ο Μητσοτάκης μόνο όφελος είχε.

 

Τι γίνεται από δω και μπρος

 

Πιθανότατα, το διάστημα που θα ακολουθήσει μετά την προσμονή και την αρχική ευφορία λόγω του νέου αρχηγού, η ΝΔ θα κάνει ένα δημοσκοπικό γκελ. Το αν αυτό θα είναι μόνιμο ή συγκυριακό είναι απολύτως ανόητο να το εκτιμήσει κάποιος σε αυτήν τη φάση. Όλοι και όλα θα κριθούν σε βάθος χρόνου και θα είναι σε συνάρτηση με τη γενικότερη πορεία της χώρας και, φυσικά, της κυβέρνησης.

 

Αν, όμως, η εκτίμηση αυτή επιβεβαιωθεί, πιθανότατα η κυβέρνηση θα αντιδράσει με σκληρές επιθέσεις, οι οποίες θα εντείνουν την εσωτερική πολιτική πόλωση. Κι έτσι θα φτάσουμε σε μια αλλόκοτη πολιτική κατάσταση, όπου από τη μία θα λέμε ότι χρειάζεται μια μίνιμουμ συνεννόηση για να διαχειριστούμε κάποια μεγάλα ζητήματα και από την άλλη θα κατρακυλάμε σε συνθήκες ανεξέλεγκτης εσωτερικής σύγκρουσης. Σάμπως θα είναι η πρώτη φορά;

 

Για την ίδια τη ΝΔ, χθες άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο. Και τα πράγματα που έχει να διαχειριστεί είναι πολλά. Η ΝΔ χρειάζεται μια νέα, διακριτή, εναλλακτική πολιτική πρόταση, χρειάζεται «φρεσκάρισμα» σε όλα τα επίπεδα και, πάνω απ’ όλα, χρειάζεται να αποκαταστήσει την επικοινωνία και τις σχέσεις τις με τις νεότερες ηλικίες, εκεί όπου έχει σοβαρότατο εκλογικό πρόβλημα. Αυτές θα πρέπει να είναι αυτονόητα και οι προκλήσεις της νέας ηγεσία της.

 

ΥΓ.: Κάτι που ίσως υποτιμηθεί, εν μέσω των μετεκλογικών αναλύσεων: Η ΝΔ κινδύνεψε σοβαρά να διαλυθεί το βράδυ του δημοψηφίσματος και τις μέρες αμέσως μετά, κατά τις ψηφοφορίες στη Βουλή. Έφτασε πολύ πιο κοντά στη διάλυση απ’ όσο ενδεχομένως έγινε αντιληπτό. Το ότι έμεινε ενωμένη και στάθηκε όρθια στις εκλογές του Σεπτεμβρίου είναι κάτι που θα πρέπει να πιστωθεί σ’ εκείνον που κλήθηκε να διαχειριστεί το κόμμα σε εκείνη τη συγκυρία, τον «καλό στρατιώτη» Βαγγέλη Μεϊμαράκη.