#quote#Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα, έλεγε ο Μαρξ. Το πρόβλημα είναι όταν η φάρσα επαναλαμβάνεται ως Iστορία. Όταν τα πιο κωμικά στοιχεία της ζωής και της πολιτικής επανέρχονται με τη βεβαιότητα της νομοτέλειας κι αποφασίζουν να παίξουν σαδιστικά με τη λογική, όπως η γάτα με το ποντίκι.

Η Ελλάδα έζησε αυτές τις μέρες ένα πολιτικό déjà vu. Βυθισμένη στην κρίση, ίσως και σε μια κρίση αυτογνωσίας, θα περίμενε κάποιος πως έχει την ελάχιστη ικανότητα να τοποθετήσει τον εαυτό της πολιτικά. Όχι να επιλέξει κόμμα, αλλά σχέση με τα κόμματα και την πολιτική. Ευθυκρισία απέναντι σε αυτό που εκφράζεται ως πολιτικό αλλά είναι πολιτικάντικο. Απαίτηση απέναντι σε αυτό που εμφανίζεται ως κοινωνική προσφορά αλλά είναι προσωπική είσπραξη.

Σε έναν από τους πιο προσφιλείς εθνικούς μύθους, η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. Μπορεί να σέρνεται άρρωστη από τη διαφθορά, να ζητιανεύει, να τρώει τα παιδιά της, να εκπορνεύεται, αλλά είναι απέθαντη. Αυτή η «πατριωτική» αυταπάτη, με την ίδια ακριβώς αυθαιρεσία, δημιούργησε και το πλαίσιο του κομματικού πατριωτισμού. Το κόμμα ποτέ δεν πεθαίνει. Ποτέ δεν πρέπει να πεθαίνει. Ώσπου να πεθάνει, εν πάση περιπτώσει, οι οπαδοί του πρέπει να πιστεύουν ακριβώς αυτό. Από την Ένωση Κέντρου και την ΕΡΕ της δεκαετίας του ’60 έως τη μιντιακή Πολιτική Άνοιξη του Σαμαρά και το ΚΕΠ του Αβραμόπουλου, τα κόμματα κάνουν τον δικό τους κύκλο, στον οποίο συνήθως και κλείνονται μέσα. Φθίνουν, παύουν να εκφράζουν αυτό που οι πολίτες ήθελαν ή απλώς παύουν να μπορούν να εξαπατούν.

Τον τελευταίο μήνα οι δημοσκόποι δίνουν μια εικόνα διάλυσης του ΠΑΣΟΚ. Το πιο ισχυρό και αντιφατικό ίσως κόμμα της Μεταπολίτευσης εμφανίζεται να βλέπει την πλάτη των κομμάτων της Αριστεράς και την προοπτική της διάλυσης. Προσωπικά, θεωρώ πως η διάσπαση και στη συνέχεια η διάλυση του ΠΑΣΟΚ είναι ένα πιθανό σενάριο μετά τις εκλογές. Παρ’ όλα αυτά, το ΠΑΣΟΚ κατάφερε να δημιουργήσει το πολιτικό déjà vu των ημερών: μια εικόνα συντεταγμένου κόμματος που τροφοδοτείται από τον κομματικό πατριωτισμό. Υπάρχουν, βέβαια, δύο ερωτήματα: Πρώτον, κατά πόσο η εικόνα που εμφάνισε είναι η πραγματική και όχι η μιντιακή, και δεύτερον, αν μπορεί να έχει αντίστοιχη συνέχεια και δεν είναι σαν τους σπασμούς του επιθανάτιου ρόγχου. Αν πρακτικά, δηλαδή, οι τηλεθεατές του Αυτιά επέλεξαν για μια ακόμη φορά να στηθούν στις ουρές, παρά την ηλικία τους, για να επιστρέψουν διά της ψήφου την εμπιστοσύνη τους σε ένα κόμμα με το οποίο βολεύτηκαν, ελπίζοντας πως τη συνέχειά του μπορούσε να εκφράσει ο Βενιζέλος.

Σημασία έχει πως ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, όχι μικρό, θεωρεί πως οι αλλαγές στη ζωή του ή ίσως και οι μη αλλαγές είναι μια υπόθεση των κομμάτων, από τα οποία δεν απαιτείται καμιά ουσιαστική ανατροπή. Μόνο πίστη.

Ακόμα και η επίμονη αναζήτηση των δηλώσεων του νυν προέδρου του ΠΑΣΟΚ, οι οποίες έχουν επαληθευτεί, έχουν ένα και μόνο αποτέλεσμα: Πρόκειται για τη δήλωση του Βενιζέλου το 2007, όταν και πάλι ήταν υποψήφιος για πρόεδρος του κόμματος και κάποιος του έριξε ένα ποτήρι με καφέ μπροστά στις κάμερες. Είχε δηλώσει τότε πως ως μελλοντικός ηγέτης του κινήματος τον συγχωρεί. Οποιαδήποτε άλλη δήλωση του Βενιζέλου αυτά τα πέντε χρόνια δεν είχε καμιά σχέση με την αλήθεια. Μόνο η δήλωση που προέβλεπε την πολιτική του εξέλιξη.

Εντούτοις, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, στη διακαναλική του συνέντευξη λίγο πριν ανοίξουν οι εσωκομματικές κάλπες, ανελήφθη ως Βούδας πάνω από τις πολιτικές και προσωπικές του ευθύνες για όσα συμβαίνουν στη χώρα. Δήλωσε συμπαράσταση στον δοκιμαζόμενο (από την πολιτική του) λαό και κατέληξε με το απολιτίκ «αρχίζουμε». Μετά από δύο ημέρες διάφανες κάλπες στήθηκαν σε χίλια σημεία της χώρας και τα κομματικά μέλη του ΠΑΣΟΚ άρχισαν να ρίχνουν χωρίς καν φάκελο το ψηφοδέλτιο στην κάλπη. Η επιτροπή διοργάνωσης των εκλογών έκανε ενθουσιώδεις ανακοινώσεις για τη μαζικότητα της προσέλευσης, δίνοντας δύο αναλυτικές καταστάσεις, όπου τα αθροιζόμενα νούμερα δεν συμφωνούσαν ούτε με το άθροισμα, ούτε με τη λογική. Οι μέχρι πρότινος εσωκομματικοί εχθροί του νέου προέδρου, πλέον, έκαναν δηλώσεις αποθέωσής του, κλείνοντας το κεφάλαιο και αυτού του πολιτικού παραμυθιού κι ελπίζοντας πως ο επίλογος θα είναι το γνωστό «έζησαν αυτοί καλά» (μόνο αυτοί).

Η παραβολή της σωτηρίας του ΠΑΣΟΚ δεν επιδέχεται ιδιαίτερες πολιτικές ερμηνείες. Το πολιτικό προσωπικό ενός κόμματος της Κεντροαριστεράς που ξεκίνησε από οραματικό παιδί του Αντρέα, βύζαξε από τη Δήμητρα και χαρτζιλικώθηκε από τα ταμεία της SIEMENS, ταυτίζοντας τη διαφθορά της περιόδου Σημίτη με τον εκσυγχρονισμό κι έφαγε τα μούτρα του με το ποδήλατο του Γιώργου. Θέλει, λοιπόν, απλώς να διασωθεί. Κάποιοι από αυτούς πιστεύουν πως ο Βενιζέλος έχει το κατάλληλο προφίλ του διασώστη. Αρκετά διαπλεκόμενος, αδίστακτος και κενολόγος για να φτιάξει μια βιώσιμη φούσκα της πολιτικής. Κάποιοι άλλοι προσβλέπουν απλώς στη διάσωση μεγάλου κομματιού του ΠΑΣΟΚ, από το οποίο μετεκλογικά θα αποσπαστούν για να δημιουργήσουν νέο σχήμα.

Όλα τούτα προϋποθέτουν ενεργοποίηση των κομματικών αντανακλαστικών, καθώς και όλων εκείνων των κομματικοπατριωτικών χαρακτηριστικών που εμφανίζουν τις εσωκομματικές κάλπες ως σπουδαία δημοκρατική διαδικασία και την καταπάτησή της από τη διάφανη κάλπη ως διαφάνεια.

Κατανοητά και ανθρώπινα όλα αυτά. Ανθρώπινο, όμως, είναι και το ερώτημα: απ’ όλους όσοι ψήφισαν, δεν υπήρχαν και κάποιοι που μούντζωναν; Κι αν ναι, τι ακριβώς;

 

Όταν η φάρσα γίνεται Ιστορία