Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΥΝΑΙΚΑ του Albert Camus ήταν η διανοούμενη, μαθηματικός και πιανίστρια Francine Faure, την οποία αγαπούσε βαθύτατα, αλλά, ως γνωστόν, ήταν ταυτόχρονα ερωτευμένος με τη σαγηνευτική Ισπανίδα ηθοποιό Maria Casares, με την οποία διατηρούσε σχέση πολλά χρόνια.


Η Francine γνώριζε τη σχέση του Albert, αλλά δεν του ζήτησε ποτέ να χωρίσουν, αν και ήταν σίγουρη ότι θα την άφηνε εκείνος. Όμως κι εκείνος αδυνατούσε να την αφήσει, ενώ είχε πολλές φορές την ευκαιρία να της το πει, ειδικά τα τελευταία χρόνια που έζησαν μαζί, χρόνια που η Francine είχε πέσει σε βαριά κατάθλιψη και η σχέση τους είχε γίνει για τον ίδιο αφόρητη. Τι ήταν όμως εκείνο που εμπόδιζε έναν ελεύθερο και πνευματικά οπλισμένο άνθρωπο να αφήσει τη γυναίκα του; Σίγουρα δεν ήταν οι κοινωνικές συμβάσεις, η θρησκεία ή τα παιδιά. Ήταν ίσως οι τύψεις; Όχι, δεν ήταν αυτός ο Camus. Δεν ήταν όμως ούτε η βαθύτατη αγάπη που της είχε, που τον έκανε να διστάζει. Ήταν το τέλος του.


Δεν μπορούσε, φυσικά, να ξέρει ότι θα σκοτωνόταν σε ατύχημα, αλλά γνώριζε πολύ καλά ότι η αρρώστιά του και η ζωή που έκανε θα τον οδηγούσαν πολύ σύντομα στον θάνατο. Ήξερε ότι ούτε η ενέργεια που ρουφούσε από τις σχέσεις του με πολύ νεότερές του γυναίκες ούτε το γράψιμο θα μπορούσαν να αποτρέψουν το αναπότρεπτο.

 

Η ικανότητα του ατόμου να είναι καλά με τον εαυτό του είναι δείγμα υψηλής συναισθηματικής ωριμότητας, αυτό όμως δεν είναι καθόλου εύκολο για τους περισσότερους και τις περισσότερες από εμάς.


Μπροστά σε αυτήν τη νομοτελειακή βεβαιότητα, το μόνο που μπορεί να την κάνει υποφερτή είναι η μητρική/πατρική αγκαλιά ή ό,τι κοντινότερο υπάρχει σε αυτήν. Δηλαδή κάποιος/-α που να μας γαληνεύει, να μας κρατάει το χέρι, να ημερεύει τη μοναξιά μας.

 

Γι' αυτό είναι φρικτό το συναίσθημα που βιώνουν οι άνθρωποι που βρίσκονται στις εντατικές, οι οποίοι ξαφνικά αντιμετωπίζουν την πιθανότητα όχι μόνο του τέλους αλλά και του τέλους χωρίς τη δυνατότητα να αποχαιρετήσουν τους δικούς τους. Ένα συναίσθημα πιο φρικτό απ' οποιαδήποτε ασθένεια. Όμως, την ίδια αμείλικτη μοναξιά βιώνουν κι άλλοι άνθρωποι, οι μοναχικοί όχι από επιλογή ή οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας.

 

Ωστόσο η έκπληξη έρχεται από τη διαπίστωση ότι κι άλλες ομάδες νεαρότερων ατόμων υποφέρουν από μοναξιά, όταν από μια έντονη και δραστήρια ζωή, γεμάτη κοινωνικότητα βρέθηκαν ξαφνικά στην απομόνωση της αναστολής εργασίας ή στην απομόμωση της οθόνης τους.


Διάβασα πρόσφατα ότι έρευνα της εταιρείας Kaspersky¹ έδειξε πως περισσότεροι από 2 στους 3 (68%) που ανήκουν στην Generation Z αισθάνονται περισσότερο μοναχικά κατά τη διάρκεια της καραντίνας συγκριτικά με άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, ακόμη κι αν περνούν ατελείωτες ώρες της ημέρας τους παίζοντας ομαδικά παιχνίδια ή μιλώντας με φίλους, κι αυτό γιατί η γενιά αυτή δεν είχε προλάβει να συνειδητοποιήσει τι σημαίνει απώλεια, δηλαδή να μην έχουν δίπλα τους, ανά πάσα στιγμή, τους δικούς τους ανθρώπους, φίλους, συγγενείς, παππούδες και γιαγιάδες, συντρόφους.


Αν και ο D.W. Winnicott² πιστεύει, αντίθετα με άλλους θεωρητικούς της ψυχαναλυτικής προσέγγισης της μοναξιάς, ότι η ικανότητα του ατόμου να είναι καλά με τον εαυτό του είναι δείγμα υψηλής συναισθηματικής ωριμότητας, αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο για τους περισσότερους και τις περισσότερες από εμάς.


Δηλαδή ο Winnicott ισχυρίζεται ότι, για να μπορέσει ο άνθρωπος να αντιμετωπίσει τις oδυνηρές πλευρές της μοναξιάς, πρέπει να διαθέτει μια ολοκληρωμένη και ισορροπημένη προσωπικότητα, έναν αυθεντικό εαυτό, αλλιώς, όποιο μέσο κι αν αναζητά για να καλύψει το κενό αυτό και όποιο ερέθισμα είναι μάταιο και τον οδηγεί σε μια διαρκή ανησυχία και μια μόνιμη συνθήκη μη συναισθηματικής ικανοποίησης.

 

«Ροκ είν' ο βράχος και κλοκ ο χρόνος κι εγώ μονάχος μα όχι μόνος»³

 

Δηλαδή, πρόκειται για μια προσωπική μάχη που δίνει ο καθένας και η καθεμιά μας, άνιση και δύσκολη ακόμη και για ανθρώπους με διαυγή τρόπο σκέψης και πνευματικά εφόδια, όπως ο Albert Camus ή οι άνθρωποι που για ιδεολογικούς ή θρησκευτικούς λόγους έχουν αποφασίσει να εγκαταλείψουν την κοσμική ζωή.

 

Η κοινωνική ευθύνη η δική μας, όσων από εμάς αισθανόμαστε κάπως δυνατοί, είναι να είμαστε στην εξέδρα και να ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους που δίνουν αυτήν τη μάχη, ειδικά αν αυτοί ανήκουν στις «ευπαθείς ψυχικά ομάδες». Να είμαστε εκεί για εκείνους, όσο περισσότερο μπορούμε. Έχοντας περάσει τα μισά της ζωής μου, σκέφτομαι ότι αυτές τις γιορτές, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, έχει νόημα να πούμε στους ανθρώπους μας πόσο τους αγαπάμε και ότι δεν θα τους αφήσουμε ποτέ.


«Ροκ είν' ο βράχος και κλοκ ο χρόνος κι εγώ μονάχος μα όχι μόνος» που λέει και το τραγουδάκι.

 

(1) Έρευνα «Staying connected to combat loneliness» της Κaspersky, Ιούνιος 2020

(2) D.W. Winnicott, «The child, the family and the outside world» (1973) και άρθρα του 1958-1964

(3) «Το Ροκ», στίχοι-μουσική Σταμάτης Κραουνάκης (2008)

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.