Γιατί όχι καταλήψεις στα σχολεία

Γιατί όχι καταλήψεις στα σχολεία Facebook Twitter
Απεργοί μαθητές στο Μεσοπόλεμο. Πηγή: Ελληνικό Μέλλον, 11 Μαρτίου 1936
0



ΜAZI ME TIΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ σε γυμνάσια και λύκεια ήρθαν και οι αιώνιες αντιπαραθέσεις για τον δίκαιο χαρακτήρα των αιτημάτων τους ή την παράνομη και αθέμιτη φύση του φαινομένου. Στην περίμετρο της διαμάχης στοιχίζονται όσοι σπεύδουν να αναγνωρίσουν το δίκιο των μαθητών και εκείνοι που επιμένουν στην αυθαιρεσία της μεθόδου για την επίλυση των προβλημάτων. Ελάχιστα, όμως, μιλάμε για το πώς μια «μορφή αγώνα» –για να δανειστώ τη γνωστή έκφραση‒ μπορεί να αλλάζει νόημα μέσα στον χρόνο.

Ας αναρωτηθούμε ποια είναι, ας πούμε, η κυρίαρχη ατμόσφαιρα μέσα στην οποία επιχειρούνται οι καταλήψεις. Φέτος έχουμε την κρίση του Covid-19, την αίσθηση της ανεπάρκειας των εκπαιδευτικών υποδομών μαζί με τα γνωστά από δεκαετίες προβλήματα σχολικής στέγης. Λίγο πιο πέρα από αυτά, όμως, και σε πιο βαθύ επίπεδο υπάρχει αυτό για το οποίο αποφεύγουμε να κάνουμε λόγο: μια απίστευτη αδιαφορία για τη μάθηση και τις όποιες απαιτήσεις της.

Για να κάνω κατανοητό τον συλλογισμό θα πάω κάπως πίσω, στους «κακούς» baby boomers και γενικά στις γενιές που ανακάλυψαν την πολιτική της κατάληψης και την κατάληψη ως πολιτική. Εκεί, λοιπόν, ξεχώριζε προφανώς μια εναντίωση στους θεσμούς ως πειθαρχικούς και «κατασταλτικούς» μηχανισμούς. Η γλώσσα της παλιάς νεανικής εναντίωσης ήταν πολύ πιο ακραία απ' όσο στα παιδιά των χρόνων του 2000 και στους τωρινούς. Όμως εκείνες τις γενιές, μαζί με την εναντιωματική στάση, τις διέτρεχε και η προσδοκία για οικειοποίηση της μάθησης, μια πραγματική επιθυμία γνώσης. Μέσα από τη λογική της αντίθεσης και της σύγκρουσης έχτιζαν τη σχέση τους με διάφορα γνωστικά αντικείμενα και πολιτισμικές πρακτικές. Μισούσαν ίσως το σχολείο, την «εξουσία του καθηγητή» και τα τιμωρητικά πρωτόκολλα όπως υπήρχαν στ' αλήθεια ή όπως τα υπερέβαλε το βίωμα. Δεν αδιαφορούσαν, όμως, αφού, και μέσα από τη σύγκρουση, εμπλέκονταν συναισθηματικά και γνωστικά στην υπόθεση της γνώσης.

Φυσικά, η βαρεμάρα του σχολείου είναι πράγμα διαχρονικό, οι Δευτέρες το πρωί έβγαζαν πάντοτε πικρά και θυμωμένα τραγούδια, η απουσία δίχως ποινή το όνειρο του μαθητή από καταβολής. Δεν είναι, ωστόσο, όλες οι βαρεμάρες το ίδιο. Τα τελευταία χρόνια αυτό που κερδίζει σαρωτικά έδαφος δεν είναι η οικεία σχολική πλήξη αλλά μια αποξένωση που τα καίει όλα στον δρόμο της. Δεν είναι η αντίδραση όσο η απουσία ερεθισμάτων σε σχέση με όσα προσφέρονται στο σχολείο.

Κάποτε, η ανία αναπληρωνόταν από «εξωσχολικά διαβάσματα». Τώρα όλο αυτό το φορτίο πολιτισμικού πλούτου –εξωσχολικής προέλευσης‒ φαντάζει γραφικό υπόλειμμα και αφορά ελάχιστα παιδιά της μεσαίας και ανώτερης τάξης. Η αναλογία μεταξύ των λίγων που θα μυηθούν και των πολλών που θα παραμείνουν εκτός, μέσα σε μια απαίδευτη αμάθεια, έχει μετατοπιστεί προς το χειρότερο σε ένα περιβάλλον αυξημένων διανοητικών και κοινωνικών διαχωρισμών που οι καταλήψεις τις ενισχύουν.

Στα λάθη ή στις ανεπάρκειες της υπαρκτής κρατικής διαχείρισης οι καταλήψεις προσθέτουν πλέον την αίσθηση του μπλοκαρισμένου σχολείου, όπου οι είκοσι άνθρωποι πίσω από τα κάγκελα «συντονίζουν» το σκόρπισμα εκατοντάδων άλλων στα γειτονικά καφέ και στα πάρκα.


Επομένως υπάρχει κάτι διαφορετικό στις καταλήψεις της εποχής των social media, κάτι που δεν το ομολογούν στον εαυτό τους πολλοί παρατηρητές, υποστηρικτές ή αντίπαλοι. Κάτι που, επίσης, το κρύβουν τα λεγόμενα «αιτήματα», άλλοτε εύλογα και ορθογραφημένα, άλλοτε άτσαλα ή μηδενιστικά. Ποιο είναι αυτό το ανομολόγητα θλιβερό; Ότι κάποιοι προσποιούνται πως ζητούν καλύτερο σχολείο και οι καθηγητές διαπιστώνουν για άλλη μια φορά την αδυναμία τους να χειριστούν χαοτικές λεπτομέρειες και τους δικούς τους φόβους. Οι γονείς διχάζονται ανάμεσα σε όσους προβάλλουν την κουρασμένη αγωνιστικότητά τους «στα παιδιά» και σε εκείνους που ζητούν απλώς τη συνέχιση της όποιας λειτουργίας. Το υπουργείο, τέλος, χειρίζεται αυτήν τη μεγαλειώδη κατανομή των ρόλων, συχνά με φορμαλισμό, αδέξιες κινήσεις ή προσπαθώντας κι αυτό να εξασφαλίσει την ανεύρετη κανονικότητα.

Αυτές τις μέρες, μες στον ορυμαγδό των σχολίων, διάβασα κάτι που μου φάνηκε εν μέρει ειλικρινές. Ένας αριστερός υπέρμαχος των μαθητικών καταλήψεων έγραψε ότι αυτές συνιστούν μια μαθησιακή διαδικασία. Το νόημα εδώ είναι πως οι καταλήψεις δεν διακόπτουν κάτι, αλλά μετατοπίζουν απλώς το πεδίο της γνώσης στην εμπειρία του «αγώνα», στη διεκδικητική εμπειρία.

Δεν είναι, φυσικά, καινούργια η άποψη. Σαν να λέμε, δεν έχει τόσο σημασία η προσωρινή βλάβη, όσο το ότι από αυτές τις ανορθόδοξες διαδικασίες οι μαθητές «χειραφετούνται». Πρόκειται, βέβαια, για το κλασικό ριζοσπαστικό σχήμα που εξισώνει τη μάθηση με την πολιτική δράση και την εκπαίδευση με ένα ακόμα πεδίο της κοινωνικής πάλης. Το ειλικρινές εδώ είναι ότι, όντως, από τη σκοπιά κάποιων λίγων, ήδη οργανωμένων παιδιών ισχύει περίπου αυτό: αυτή η μικρή ελίτ παίρνει το βάπτισμα του πυρός και μαθαίνει να «κάνει πολιτική». Έτσι συνέβη κάποιες φορές στο παρελθόν. Δεν είναι μόνο διάφορα κομματικά στελέχη ή γνωστοί επιστήμονες που ως δεκαπεντάχρονοι «νεολαίοι» μετείχαν ή και πρωταγωνιστούσαν σε καταλήψεις.

Ας αφήσουμε τη δική μας πασίγνωστη περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα. Στη Γαλλία, σημαντικό μέρος των μεγάλων στελεχών του άλλοτε κραταιού Σοσιαλιστικού Κόμματος είχαν πάρει το βάπτισμα του πυρός σε καταλήψεις λυκείων, είτε την εποχή του Μάη είτε τις δεκαετίες του '70 και του '80. Το ίδιο λογικά συνέβη και αλλού, όπου αυτή η μορφή είχε κάποιες διαστάσεις.

Γιατί όχι καταλήψεις στα σχολεία Facebook Twitter
Η κατάληψη σήμερα αποσυντονίζει περισσότερο τους ήδη αποσυντονισμένους εφήβους, απορρυθμίζει αυτό που, ούτως ή άλλως, δεν είχε κατορθώσει να αποκτήσει κάποιον ρυθμό, αλλά προσπαθούσε να μπει σε ένα πρόγραμμα, σε μια κάποια ρουτίνα. Φωτ.: Eurokinissi


Είμαστε, όμως, σε έναν πολύ διαφορετικό ιστορικό χρόνο πια. Η υγειονομική κρίση είναι μια αδυσώπητη πραγματικότητα που δεν επιτρέπει τη συνηθισμένη χορογραφία των κοινωνικών μετώπων. Κυρίως, όμως, υπάρχει από κάτω αυτό το υπόστρωμα τρομακτικής αμάθειας ως έλλειψη διάθεσης για οικειοποίηση της γνώσης. Κάποτε υπήρχε ένα πλέγμα περιορισμών και καταναγκασμών και ερχόταν το «κίνημα» να την αναταράξει ή να την αρνηθεί. Υπήρχαν συντηρητικές δομές, γι' αυτό φάνταζε λογική η εξέγερση εναντίον τους μέσα από προωθημένα μέσα. Πώς, όμως, να έχει νόημα η κατάληψη ενός σχολείου πάνω στο κενό;

Η κατάληψη σήμερα αποσυντονίζει περισσότερο τους ήδη αποσυντονισμένους εφήβους, απορρυθμίζει αυτό που, ούτως ή άλλως, δεν είχε κατορθώσει να αποκτήσει κάποιον ρυθμό, αλλά προσπαθούσε να μπει σε ένα πρόγραμμα, σε μια κάποια ρουτίνα. Η πανδημία, οι συζητήσεις/φωνές για τις μάσκες, τα updates των διαρκών ενημερώσεων, οι φόβοι, οι αλληλοσυγκρουόμενες, εκνευρισμένες φωνές των γονιών τους είχαν πέσει από μήνες πάνω στους μαθητές. Και τώρα έρχονται οι καταλήψεις να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι η σχολική διαδικασία (αυτή που έχουμε, με όλα της τα ελαττώματα) είναι τελικά κάτι που μπορεί να αναβοσβήνει. Στα λάθη ή στις ανεπάρκειες της υπαρκτής κρατικής διαχείρισης οι καταλήψεις προσθέτουν πλέον την αίσθηση του μπλοκαρισμένου σχολείου, όπου οι είκοσι άνθρωποι πίσω από τα κάγκελα «συντονίζουν» το σκόρπισμα εκατοντάδων άλλων στα γειτονικά καφέ και στα πάρκα.


Γιατί, λοιπόν, οι καταλήψεις δεν έχουν ουσιώδη λόγο ύπαρξης, ενώ υπάρχουν χίλια δυο προβλήματα –και λόγοι δράσης– στην εκπαιδευτική ζωή; Όχι μόνο γιατί εδώ και μήνες τα δημόσια σχολεία της χώρας ζουν με διαλείμματα και συνεχή κενά αλλά και γιατί όλος αυτός ο θόρυβος υψώνεται πάνω σε ένα έλλειμμα πραγματικής επιθυμίας για μάθηση. Μια παλιά και καταχρηστικά επαναλαμβανόμενη τεχνολογία εξέγερσης πάει να κρύψει τη νυσταλέα αδράνεια που κερδίζει ζωτικό χώρο, εκτοπίζοντας κάθε έννοια σύνδεσης με τις πειθαρχίες της μάθησης.

Το σχολείο, ως χώρος μετάδοσης της γνώσης, κατά βάθος έχει πάψει να ενδιαφέρει. Όχι γιατί είναι τάχα φορμαλιστικό (αφού όλες οι κοινές εκπαιδευτικές λειτουργίες έχουν αναγκαστικά τύπους και ρουτίνες) αλλά επειδή η μάθηση έχει γίνει ασήμαντο μέλημα και τα βιβλία ένα εξωτικά κουραστικό θέμα για τους σημερινούς δεκαπεντάχρονους.


Αν είχαμε δικτατορία ή μια κατάσταση στέρησης ελευθεριών και δικαιωμάτων, θα χρειάζονταν προφανώς και καταλήψεις, ανάμεσα στα άλλα. Αυτό που μας λείπει, όμως, περισσότερο και οδυνηρότερα είναι η συγκρότηση, η απόκτηση επαφής με τη μαθησιακή διαδικασία, η ζωογόνηση της εκπαιδευτικής πράξης με όλες της τις μορφές, ζωντανές ή ηλεκτρονικές, κόντρα στη διαλυτική τάση και στους κομφορμισμούς της αμάθειας. Το πρόβλημα σήμερα είναι η μάχη εναντίον του κενού και της άγνοιας και όχι άλλη μια σκιαμαχία με τα φαντάσματα της καταπίεσης που υπάρχει στα μυαλά των «πρωτοποριών» και όσων τις κολακεύουν.

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Στήλες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Για την έκφραση «Επάγγελμα ομοφυλόφιλος»

Θοδωρής Αντωνόπουλος / Για την έκφραση «Επάγγελμα ομοφυλόφιλος»

Αν θεωρήσουμε την ομοφυλοφιλία επάγγελμα, αξιότιμε κ. συνήγορε, τότε σίγουρα αυτό θα πρέπει να ενταχθεί στα βαρέα ανθυγιεινά. Τουλάχιστον για όσο μπορούν να δηλητηριάζουν τον δημόσιο λόγο κακοποιητικές απόψεις, αντιλήψεις και πρακτικές, σαν αυτές που είτε εκφέρετε είτε ενθαρρύνετε.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Γιατί το επίπεδο του δημοσίου διαλόγου είναι τόσο απελπιστικά χαμηλό;

Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος / Γιατί το επίπεδο του δημοσίου διαλόγου είναι τόσο απελπιστικά χαμηλό;

Αντί να διαφωνήσουμε για το ένα ή το άλλο θέμα, όπως και είναι θεμιτό και αναμενόμενο σε μια δημοκρατία διαλόγου, το μόνο που ξέρουμε να κάνουμε είναι να εξευτελιζόμαστε οι ίδιοι και να εξευτελίζουμε τους άλλους, ωσάν να ήταν οι χειρότεροι εχθροί μας.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ

σχόλια

Δεν υπάρχει δυνατότητα σχολιασμού

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ