Ένα ρολόι που θα αντέξει δέκα χιλιάδες χρόνια. Αυτό είναι το όραμα που συγκινεί τον Τζεφ Μπέζος, ιδρυτή της Amazon, ο οποίος έχει επενδύσει περισσότερα από 40 εκατομμύρια δολάρια στην έρευνα και στην κατασκευή του εν λόγω έργου. Επιθυμία του είναι το έργο αυτό να μετασχηματίσει τον τρόπο που στοχαζόμαστε γύρω από τον ανθρώπινο χρόνο και να λειτουργήσει ως όχημα για να σκεφτούν γύρω από το παρελθόν οι μελλοντικοί εκείνοι πολιτισμοί που θα βρουν μπροστά τους –εκεί όπου σήμερα είναι μια έρημος στο Τέξας– το υπόγειο πέρασμα για το τέλειο αυτό χρονόμετρο της ανθρώπινης (μακρο)ιστορίας.

 

Η όλη σύλληψη θα μπορούσε να προέρχεται από τα μυθιστορήματα της επιστημονικής φαντασίας του 19ου αιώνα, αυτά τα υπέροχα κείμενα που οραματίζονταν το μέλλον πέρα από τα στενά όρια του παρόντος. Υπάρχει όμως μία διαφορά. Αν διαβάσει κανείς τις μετρημένες δηλώσεις του Μπέζος, ο χρόνος και ο στοχασμός γύρω από αυτόν δεν έχουν περιεχόμενο, δεν συνδέονται με τη χειραφέτηση του ανθρώπινου χρόνου, δεν είναι, εν τέλει, τίποτε άλλο παρά μια επίκληση στον εντυπωσιασμό. Κοινοποιώντας την έναρξη του έργου, ο ιδρυτής της Amazon περιορίστηκε να πει: «Τη χρονιά 4000 θα βλέπει κανείς το ρολόι αυτό και θα αναρωτιέται "γιατί άραγε το χτίσανε αυτό το πράγμα;"».

 

Mόνο η ανθρώπινη εργασία μπορεί εν τέλει να εξασφαλίσει ότι παραγγέλνει κανείς από τον υπολογιστή του ένα κίτρινο παπάκι για την μπανιέρα του και το επόμενο πρωί πλατσουρίζει μαζί του. Και αυτή η εργασία στην Amazon αμείβεται πενιχρά και υπόκειται σε εξαντλητικές πρακτικές ελέγχου.


Νομίζω ότι ο άνθρωπος του μέλλοντος θα έχει απόλυτο δίκιο να απορεί. Ίσως αυτό που θα τον βοηθούσε είναι η συμπληρωματική πληροφορία ότι η εκθετική κερδοφορία της Amazon που επέτρεψε τη φαραωνική αυτή κατασκευή στηρίζεται στην εντατική εκμετάλλευση του παροντικού χρόνου εργασίας –χρόνου που αποτελείται από δευτερόλεπτα, λεπτά και ώρες– εκατοντάδων χιλιάδων αόρατων ανθρώπων.

 

Στις αρχές του μήνα αυτού η Amazon ανακοίνωσε την αύξηση του κατώτατου μισθού για τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες στις Ηνωμένες Πολιτείες στα 15 δολάρια την ώρα. Η μεταβολή αυτή αφορά σχεδόν 350.000 ανθρώπους (250.000 με σταθερή σχέση εργασίας και 100.000 εποχικούς).

 

Υπάρχουν άφθονες οικονομοτεχνικές διαστάσεις της εν λόγω ανακοίνωσης, αλλά, αν παραμερίσουμε όλα τα επιμέρους ζητήματα, ανακύπτει μια πεισματάρικη εικόνα: ότι μόνο η ανθρώπινη εργασία μπορεί εν τέλει να εξασφαλίσει ότι παραγγέλνει κανείς από τον υπολογιστή του ένα κίτρινο παπάκι για την μπανιέρα του και το επόμενο πρωί πλατσουρίζει μαζί του. Και αυτή η εργασία στην Amazon αμείβεται πενιχρά και υπόκειται σε εξαντλητικές πρακτικές ελέγχου.


Η αντίστιξη μεταξύ της φιλοδοξίας μέτρησης του χρόνου για τα επόμενα 10.000 χρόνια και των εργατικών αφηγήσεων για την καταγραφή των δευτερολέπτων που μένουν ακίνητοι στον χώρο εργασίας είναι τελικά εκείνη που οδήγησε την Amazon στην απόφασή της να αυξήσει την κατώτατη αμοιβή στα 15 δολάρια.

 

Όχι γιατί έκανε κανείς τη σύνδεση που επιχειρώ εδώ, αλλά γιατί η εμπρόθετη δράση των ίδιων των αόρατων εργαζομένων υπογραμμίζει την απόσταση ανάμεσα στη συνολική κερδοφορία της επιχείρησης (η αξία των μετοχών της οποίας ακούμπησε το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια) και τη δική τους καθημερινότητα.

 

Οι αποκαλυπτικές καταγγελίες για το τι συμβαίνει στο εσωτερικό των αποθηκών διαπλέκονται το τελευταίο διάστημα με δράσεις συλλογικής οργάνωσης και απεργιακής διεκδίκησης. Αν και παραμένει ζητούμενο το αν θα είναι ποτέ δυνατή η συλλογική οργάνωση εκατοντάδων χιλιάδων εργατών που συνδέονται με μια επιχείρηση σχεδόν σε κάθε σημείο του πλανήτη, είναι σαφές ότι η Amazon δεν είναι πια μόνη της στο μεγάλο παιχνίδι της διαχείρισης του ανθρώπινου χρόνου.


Υπό την οπτική αυτή, η αύξηση της κατώτατης αμοιβής στις Ηνωμένες Πολιτείες υπογραμμίζει και κάτι τελευταίο: τη δυναμική που μπορεί να αποκτήσει μια ιδέα, ένας στόχος, ένα αίτημα, όταν συνδέονται με τις ανάγκες των πολλών.

 

Το κίνημα για τα 15 δολάρια έχει την αφετηρία του στη δράση μιας μικρής ομάδας εργατών που το μακρινό 2012 απέργησε για μία ημέρα σε ορισμένα καταστήματα fast food στη Νέα Υόρκη. Από το σημείο εκείνο λειτούργησε ως πεδίο διαμόρφωσης ενός ευρύτερου κινήματος, το οποίο δεν υπακούει στις εργαστηριακές αναλύσεις της όποιας φωτισμένης πρωτοπορίας αλλά παρεμβαίνει και τροποποιεί τους όρους της πολιτικής συζήτησης.

 

Αυτό ήταν ορατό στην εκστρατεία του Μπέρνι Σάντερς για τα προκριματικά του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς η κίνηση «από τα κάτω» ήταν αυτή που τροφοδότησε την υποψηφιότητά του και όχι το αντίστροφο. Σε είκοσι μέρες, στις ενδιάμεσες εκλογές, εκατομμύρια πολίτες σε επτά Πολιτείες θα κληθούν να αποφασίσουν για την αύξηση του κατώτατου μισθού, ενώ δύσκολα κάποιος υποψήφιος μπορεί να αποφύγει την ερώτηση για το αν συμφωνεί ή όχι με μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση.


Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν και στο παρελθόν συμπυκνώσει τον παγκόσμιο προβληματισμό γύρω από τους όρους του κοινωνικού ζητήματος. Υπάρχει ένα νήμα που συνδέει το «8» του 19ου αιώνα σχετικά με την οκτάωρη εργασία με το «15» του σήμερα σχετικά με την αξιοπρεπή αμοιβή της. Αυτό το νήμα έχει την αφετηρία του σε εκείνο το ρολόι που βρίσκεται στα έγκατα μιας ερήμου στο Τέξας και σχετίζεται με το ερώτημα του πώς μπορούμε να σκεφτούμε γύρω από τη δυνατότητα, και ίσως την αναγκαιότητα, χειραφέτησης –όχι μελλοντικά, αλλά παροντικά– από τους καταναγκαστικούς ρυθμούς που τροφοδοτούν την κοινωνική ανισότητα.