Ο 50ΧΡΟΝΟΣ ΣΠΥΡΟΣ-ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΧΑΓΚΑΜΠΙΜΑΝΑ 
έχει ζήσει μια ζωή που θα μπορούσε να γίνει κινηματογραφική ταινία με πολλή δράση και σασπένς. Ήρθε από το Μπουρούντι για να φοιτήσει στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Όταν αποφοίτησε όμως, στη χώρα του έγινε ένα πραξικόπημα που δεν του επέτρεψε να επιστρέψει και έτσι αναγκάστηκε να ζητήσει άσυλο στην Ελλάδα, όπου ξεκίνησε δεύτερες σπουδές, στη Νομική, ενώ παράλληλα εργαζόταν στη Βιβλιοθήκη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Όταν μετά από χρόνια, το 2005, έγιναν εκλογές και την εξουσία πήραν οι μέχρι τότε αντιστασιακοί και ο Πιερ Νκουρουνζίζα, αποφάσισε να επιστρέψει για να συμβάλει κι αυτός στην αποκατάσταση της δημοκρατίας. 

 

Κάνοντας μια νέα αρχή, εγκαταστάθηκε στην Μπουζουμπούρα του Μπουρούντι και ο νέος Πρόεδρος ανέθεσε σε αυτόν και μερικούς ακόμα αξιωματικούς να συστήσουν μια δημοκρατική αστυνομία. Ο αντιστασιακός Πρόεδρος όμως, μετά την ανάληψη της εξουσίας, άρχισε να μετατρέπεται σταδιακά σε έναν αυταρχικό ηγέτη, να μετέρχεται αντιδημοκρατικών μεθόδων και να καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα. 

 

Σύντομα ξέσπασαν αναταραχές και εξεγέρσεις τις οποίες ο Πρόεδρος της χώρας ζήτησε από την αστυνομία να καταπνίξουν με άγρια καταστολή. Ο Σπύρος-Ρίτσαρντ Χαγκαμπιμάνα αρνήθηκε να εκτελέσει τις εντολές του, με συνέπεια το 2015 να συλληφθεί και να φυλακιστεί. 

 

Αν δώσεις σημασία στον ρατσιστή, κινδυνεύεις να νομίζεις ότι όλοι είναι σαν αυτόν. Ενώ αυτός είναι ένας άνθρωπος με δικά του προσωπικά προβλήματα. Δεν πιστεύω ότι οι ρατσιστές εκφράζουν την πλειοψηφία της κοινωνίας μας. 

 

Ο Άρης Δημοκίδης έγραφε γι' αυτόν το 2015 στο LIFO.gr: «Ο Σπύρος-Ρίτσαρντ Χαγκαμπιμάνα, Έλληνας πολίτης, κάτοικος Μπουζουμπούρα, εδώ και έξι μήνες κρατείται παράνομα στις φυλακές του Μπουρούντι. Ως αξιωματικός της μπουρουντιανής αστυνομίας, αρνήθηκε να εκτελέσει εντολές βίαιων πρακτικών που μπορούσαν να οδηγήσουν σε δολοφονίες αμάχων διαδηλωτών».

 

Ο ίδιος σε επιστολή του, που κατάφερε να γράψει και να στείλει μέσα από τη φυλακή, έλεγε: «Συνελήφθην στις 27 Ιουνίου 2015 από τους άνδρες της προεδρικής αστυνομίας και οδηγήθηκα αμέσως στα κρατητήρια των μυστικών υπηρεσιών. Επί δέκα ολόκληρες ημέρες υποβλήθηκα σε φρικτά και απάνθρωπα βασανιστήρια, με σκοπό τον εξαναγκασμό μου σε απόσπαση δήθεν ομολογίας. Στις 8 Ιουλίου οδηγήθηκα στις φυλακές της Μουραμούγια με την ψευδή και ανυπόστατη κατηγορία της συμμετοχής σε "απόπειρα πραξικοπήματος", που επισείει εξοντωτικές ποινές. Βρίσκομαι στην άνω φυλακή υπό άθλιες και φρικτές συνθήκες κράτησης. Έχω δικαιολογημένως φόβους ότι δεν θα τύχω της απαιτούμενης δίκαιης δίκης. H προφυλάκισή μου δεν στηρίζεται σε αξιόπιστη και νομικά βάσιμη κατηγορία. Είναι αντίθετη στο Διεθνές Δίκαιο περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του Αφρικανικού Χάρτη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δικαιωμάτων των Λαών, του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχουν κυρωθεί από το Μπουρούντι». 

 

Εκείνη την περίοδο στην Ελλάδα μια αυθόρμητη πρωτοβουλία συμφοιτητών του από τη Νομική, έγινε η αφορμή για να δημιουργηθεί ένα μεγάλο κύμα αλληλεγγύης που κατάφερε, μετά από διάφορες ενέργειες, να πετύχει την απελευθέρωση του.

 

«Σας αγαπά πολύς κόσμος εδώ στην Ελλάδα, πήρα εκατοντάδες γράμματα για εσάς» του είχε πει ο Νίκος Κοτζιάς το 2016, όταν τον συναντησε στο υπουργείο Εξωτερικών λίγο μετά την αποφυλάκισή του. Εκείνος είχε δηλώσει πως παρότι ήταν μια μέρα χαράς για τον ίδιο, δεν θα έπρεπε να ξεχνάμε ότι «ο αγώνας πρέπει να συνεχιστεί για τους άλλους που έμειναν πίσω». 

 

Από τότε ο Σπύρος-Ρίτσαρντ Χαγκαμπιμάνα ζει στην Ελλάδα. 

 

 

Τον Φεβρουάριο του 2020 διορίστηκε σύμβουλος στο υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής και λίγο μετά έγινε υποδιοικητής της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης. 

 

— Το όνομά σου εμφανίστηκε στα ελληνικά ΜΜΕ όταν σε συνέλαβαν τον Ιούνιο του 2015, μετά από άρνησή σου να κάνεις χρήση βίας για να καταστείλεις μια διαδήλωση. Ποιες ήταν οι κατηγορίες;

Με κατηγόρησαν ότι συμμετείχα σε πραξικόπημα και ότι έδωσα όπλα στους εξεγερμένους εναντίον του καθεστώτος. Όταν με πήγαν στον Εισαγγελέα, του είπα «βρείτε μου έναν που θα μου προμήθευε όπλα για να τα μοιράσω στον κόσμο και μετά βρείτε μου κι έναν που του έδωσα όπλο». Ήταν όλα αστήριχτα χωρίς κανένα στοιχείο σε βάρος μου. Στο τέλος μου είπαν «εντάξει, δεν έχεις όπλα, αλλά είσαι πραξικοπηματίας». Πραξικοπηματίας στο Μπουρούντι τότε θεωρούνταν κάθε πολίτης που δεν συμφωνούσε με τις αρχές του δολοφόνου Προέδρου, που τότε δολοφονούσε κόσμο στους δρόμους.

 

— Ποια ήταν η κατάσταση στο Μπουρούντι εκείνη την περίοδο; 

Ο Πρόεδρος ήταν ένας πρώην αντάρτης. Το 2005 κέρδισε κανονικά τις εκλογές. Από το 2005 ως το 2015, που θα έπρεπε να λήξουν οι δύο θητείες του, καθεμία 5 ετών, είχε κυβερνήσει πολύ άσχημα με διαφθορά, δολοφονίες, εξαφανίσεις ανθρώπων... Οπότε όταν έφτασε το τέλος της δεύτερης θητείας του, ο κόσμος άρχισε να νιώθει ανακούφιση, γιατί περίμενε ότι θα έφευγε και θα ερχόταν μια καινούργια κυβέρνηση. Λίγες μέρες πριν λήξει η θητεία του όμως, ανακοίνωσε ότι ενδέχεται να συνεχίσει να κυβερνά, γιατί δήθεν ο κόσμος τον αγαπούσε και γιατί η πρώτη θητεία ήταν δοκιμαστική –έτσι ισχυρίστηκε– και δεν θεωρούσε ότι είχε κάνει δύο θητείες. Απείλησε, μάλιστα, ότι όποιος σήκωνε κεφάλι, θα τον έβρισκε απέναντί του.

 

Σπύρος-Ρίτσαρντ Χαγκαμπιμάνα
Υπάρχουν κάποιοι που θέλουν να πάρουν την υπηκοότητα μιας χώρας, αλλά δεν τη σέβονται, ούτε αγαπάνε τον λαό της. Για αυτό πιστεύω ότι πρέπει να την παίρνουν μόνο όσοι αγαπάνε αυτή την κοινωνία και θέλουν πραγματικά να ενταχθούν σε αυτήν. Εγώ την πήρα μετά από 15 χρόνια και πριν δεν ήξερα ούτε εγώ αν την άξιζα.

 

— Στο Μπουρούντι δεν επιτρέπονται περισσότερες από δύο θητείες;

Ακριβώς, όπως και στις ΗΠΑ.

 

— Εκλογές δεν προκηρύχθηκαν; 

Εκλογές έγιναν, αλλά με το πιστόλι στον κρόταφο. Η κοινωνία των πολιτών βγήκε στους δρόμους, έγιναν απίστευτες διαδηλώσεις, ζήσαμε συγκινητικές στιγμές. Δεν συμβαίνει συχνά στην Αφρική τόσος κόσμος να διαδηλώνει μαζικά και ειρηνικά διεκδικώντας τα δικαιώματά του. Και ιδιαίτερα στο Μπουρούντι. Εγώ πρώτη φορά το ζούσα. Από την άλλη μεριά φοβόμουν γιατί ήξερα ότι δεν υπήρχε ένα δημοκρατικό πλαίσιο για να στηρίξει αυτούς τους ανθρώπους. Με λίγα λόγια, η εντολή ήταν ξεκάθαρη στον στρατό, στις μυστικές υπηρεσίες, στην αστυνομία και στις παραστρατιωτικές ομάδες που είχε οργανώσει το καθεστώς: Όποιος σηκώσει κεφάλι, να δέχεται πυρά και να συλλαμβάνεται. Να κατασταλούν δηλαδή βίαια οι διαδηλώσεις.

 

Είχα μιλήσει με τον Πρόεδρο το 2013 και του είχα εκφράσει τις απόψεις μου, λέγοντας του ότι έπρεπε να γίνει δημοκρατική μετάβαση της εξουσίας. Γνώριζε ότι δεν θα συναινούσα. Όταν ξέσπασε η κρίση, τους είπα ότι δεν πρέπει να πνίξουμε τις διαδηλώσεις στο αίμα, αλλά να συνεννοηθούμε με τους διαδηλωτές και να προστατεύσουμε το δικαίωμά τους στη διαμαρτυρία. Αυτό το εξέλαβαν ως προδοσία εκ μέρους μου και μπήκα στη λίστα των ανθρώπων που έπρεπε να εξαφανιστούν. 

 

— Πώς σε άφησαν να παραμείνεις στην αστυνομία αφού είχες δηλώσει ότι διαφωνούσες με το σχέδιο του Προέδρου; 

Ειλικρινά δεν ξέρω γιατί δεν με έδιωξαν νωρίτερα. Γνωριζόμουν προσωπικά με τον Πρόεδρο Πιερ Νκουρουνζίζα, που πέθανε πέρσι από κορωνοϊό, και ίσως νόμιζε ότι επειδή ήμασταν γνωστοί, θα έκανα πίσω και θα συντασσόμουν με τις δικές του επιλογές.

 

— Στο δικαστήριο πώς γλίτωσες την καταδίκη;

Δεν θα έλεγα ότι έγινε ακριβώς κανονική δίκη. Μαθεύτηκε ότι με είχαν βάλει φυλακή και κινητοποιήθηκε πολύς κόσμος στην Ελλάδα. Στο Μπουρούντι δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα, καθώς δεν υπήρχε ελεύθερη έκφραση. Αυτοί που ξεκίνησαν να κινητοποιούνται ήταν οι φίλοι μου στην Ελλάδα, πολλοί γνωστοί αλλά και πολλοί άγνωστοι σε μένα. Αρχικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μετά κινητοποιήθηκε όλος ο κρατικός μηχανισμός και ο ευρωπαϊκός σε μια προσπάθεια να πιεστεί το καθεστώς που τότε ήθελε να συνεχίσει να χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 55% του προϋπολογισμού της χώρας προέρχεται από πόρους της Ευρώπης.

 

Τότε, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα το καθεστώς οργάνωσε μία υποτυπώδη δίκη, όπου δεν με άφηναν καν να εκφραστώ μπροστά στον δικαστή, αλλά στο τέλος κέρδισα μία δίκη που δεν έγινε. Βγήκα από τη φυλακή, αλλά χωρίς δικαίωμα να βγω από τη χώρα και με κίνδυνο να με σκοτώσουν οι παραστρατιωτικές ομάδες. Προσπάθησα να φύγω από το αεροδρόμιο, αλλά με εμπόδισαν και αναγκάστηκα να περάσω τα σύνορα περπατώντας.  

 

Μετά από τη γενοκτονία είχα μεγάλο προβληματισμό αν θα μπορούσα να ξαναμπώ σε καθολικό ναό. Σε μία εκκλησία που λέγεται Saint Paul -έγιναν κι αλλού-  ο ιερέας έκλεισε μέσα τους ανθρώπους που πήγαν εκεί για να σωθούν και πήγε να φωνάξει τους γενοκτόνους. Τους σκότωσαν όλους.  

 

— Δηλαδή βγήκες παράνομα, κρυφά;

Ναι, πέρασα περπατώντας σε μια διπλανή χώρα και από εκεί οργάνωσα τη φυγή μου στην Ελλάδα. 

 

— Στην Ελλάδα σε υποδέχθηκε ο τότε υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς, λέγοντάς σου ότι πήρε εκατοντάδες γράμματα για εσένα.

Θα ήθελα πολύ να μάθω ποιοι έστειλαν τα γράμματα εκείνα και και να τους ευχαριστήσω έναν-έναν προσωπικά. Ακόμα κι ένα share στο Facebook ή στο Twitter ήταν πολύ σημαντικά για μένα τότε και συνέβαλαν στο να σωθώ. 

 

— Είσαι απόφοιτος της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων και μετά σπούδασες στη Νομική. Ήταν οι συμφοιτητές σου αυτοί που κινητοποιήθηκαν;

Η αλήθεια είναι ότι ήμουν τυχερός και είχα πολύ καλές και φιλικές σχέσεις με όλους και στις δύο σχολές, αλλά και στην ΑΣΟΕΕ όπου εργαζόμουν. 

 

— Στην Ελλάδα πότε ήρθες για πρώτη φορά και πώς; 

Στην Ελλάδα ήρθα για σπουδές το 1991, ήμουν 21 ετών. Όπως και από άλλες χώρες της Αφρικής, απ' όπου έρχονται εδώ για να εκπαιδευτούν σε στρατιωτικές σχολές, έτσι κι εγώ σε αυτό το πλαίσιο ήρθα για να εκπαιδευτώ στο πολεμικό ναυτικό. Από το 1991 ως το 1996. 

 

— Εσύ την επέλεξες την Ελλάδα; Είχες κι άλλες επιλογές;

Εκείνη την εποχή δεν ήταν δική μου επιλογή να έρθω στην Ελλάδα. Είχαμε ένα καθεστώς που επέλεγε αυτό για εμάς. Η Ελλάδα που ήξερα εγώ ήταν η αρχαία Ελλάδα. Μια μέρα ήρθαν και μου είπαν «εσύ θα πας εκεί και θα γίνεις ναυτικός».

 

— Εσύ το ήθελες; 

Σε αυτά τα καθεστώτα δεν υπάρχει «το θέλεις ή το δεν θέλεις». Σου λένε θα πας εκεί και πας εκεί.

 

— Όταν είδες την σύγχρονη Ελλάδα, απογοητεύτηκες; 

Όχι, καθόλου. Από την πρώτη μέρα ήθελα να μάθω πολλά πράγματα για την Ελλάδα. Η επαφή με τους συμφοιτητές μου στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, αλλά και με τους προσκόπους, με βοήθησε πολύ. 

 

— Ήσουν και πρόσκοπος;

Ναι. Κι όταν ήρθα για πρώτη φορά, συνάντησα μια μέρα τυχαία στον δρόμο δυο παιδιά με στολή προσκόπων και τους μίλησα. Την επόμενη μέρα με κάλεσαν σε μια συνάντηση ναυτοπροσκόπων και με υποδέχθηκαν εκεί. 

 

— Στη σχολή σου υπήρχαν κι άλλοι από τη χώρα σου ή άλλες χώρες;

Ήμασταν τρεις από το Μπουρούντι, είχαμε Σουδανούς, είχαμε Κογκολεζους, είχαμε από τη Συρία, από διάφορες χώρες. Και τώρα νομίζω έχουμε. Για κάποιους μαθαίνω τα νέα τους, για άλλους δεν ξέρω που είναι. Πολλοί είναι σε σημαντικές θέσεις και αυτό θα έπρεπε να το κοιτάξουμε ως Ελλάδα. Η χώρα δεν το έχει αξιοποιήσει, ενώ έχει ξοδέψει κάποιο κεφάλαιο σε αυτό. Είναι μια επένδυση που έχει κάνει και οι άνθρωποι αυτοί είναι πραγματικά φιλέλληνες. Μετά τις σπουδές τους όμως, φεύγουν και χάνονται οι επαφές τους με την Ελλάδα. Ως Έλληνες θα έπρεπε να το κοιτάξουμε και αυτό γιατί ο δεσμός μαζί τους είναι σημαντικός και θα το ήθελαν κι εκείνοι. 

 

— Από ό,τι κατάλαβα απέκτησες γρήγορα φίλους στην Ελλάδα. Προβλήματα συνάντησες όταν σπούδαζες κι εργαζόσουν εδώ; Ρατσισμό, ας πούμε. 

Κοίτα, τον ρατσισμό τον συναντάς κάθε μέρα, αλλά δεν είναι αυτό το μείζον. Αν δώσεις σημασία στον ρατσιστή, κινδυνεύεις να νομίζεις ότι όλοι είναι σαν αυτόν. Ενώ αυτός είναι ένας άνθρωπος με δικά του προσωπικά προβλήματα. Δεν πιστεύω ότι οι ρατσιστές εκφράζουν την πλειοψηφία της κοινωνίας μας. 

 

— Στην Ελλάδα συναντάς ακόμα και σήμερα κάθε μέρα τον ρατσισμό; 

Ναι, αλλά η άμυνα μου είναι να μη δίνω σημασία στους ρατσιστές. Και πραγματικά δεν είναι αυτό που εκφράζει τους Ελληνες και την κοινωνία μας. Επίσης έχω συναντήσει πραγματικούς ρατσιστές να αλλάζουνε. 

 

— Την ελληνική υπηκοότητα πότε την πήρες;

Την πήρα το 2005. Πριν επιστρέψω στο Μπουρούντι.

 

— Ήταν δύσκολη διαδικασία;

Κοίτα, εγώ πιστεύω ότι για να πάρεις την υπηκοότητα μιας χώρας πρέπει να την αξίζεις. 

 

— Για ποιον λόγο το πιστεύεις αυτό; 

Γιατί πρέπει κάποιος να αγαπάει τη χώρα, τον λαό της, να θέλει να προσφέρει. Υπάρχουν κάποιοι που θέλουν να πάρουν την υπηκοότητα μιας χώρας, αλλά δεν τη σέβονται, ούτε αγαπάνε τον λαό της. Για αυτό πιστεύω ότι πρέπει να την παίρνουν μόνο όσοι αγαπάνε αυτή την κοινωνία και θέλουν πραγματικά να ενταχθούν σε αυτήν. Εγώ την πήρα μετά από 15 χρόνια και πριν δεν ήξερα ούτε εγώ αν την άξιζα. Πρέπει να έχεις πειστεί ότι θέλεις να είσαι μέρος αυτή της κοινωνίας και να προσφέρεις. 

 

— Μου κάνει εντύπωση που τα λες αυτά, ενώ μάλιστα πριν μου είπες ότι είσαι τόσα χρόνια στην Ελλάδα και συναντάς τον ρατσισμό κάθε μέρα.

Όταν δίνεις σημασία στον ρατσιστή, τότε γίνεται πιο μεγάλο το πρόβλημα. Πρέπει να ξέρεις ότι ο άλλος έχει πρόβλημα και να τον βοηθάς κιόλας να τα ξεπεράσει. Είναι μια μορφή προσφοράς αυτό. Ξέρω ότι ο άλλος έχει πρόβλημα και τον βοηθάω. Του δείχνω ότι δεν είμαι κάτι διαφορετικό. Είμαι ένας άνθρωπος και είμαι δίπλα του, έχουμε τα ίδια προβλήματα, την ίδια ελπίδα… θα του πω «μη με φοβάσαι». 

 

— Το 2005, παρότι πήρες την ελληνική υπηκοότητα, δεν έμεινες, επέστρεψες στο Μπουρούντι. Τι σε έκανε να επιστρέψεις; 

Το 2005 έγιναν εκλογές στο Μπουρούντι μετά από 15 χρόνια εμφυλίου πολέμου, με τους Χούτου και Τούτσι. Εκείνη την εποχή πίστευα ότι θα μπορούσα να συμβάλω για να εγκατασταθει η δημοκρατία στη χώρα μου και να βελτιωθούν οι συνθήκες. 

 

— Είπες πριν ότι γνώριζες και τον άνθρωπο που έγινε Πρόεδρος τότε.

Ναι. Τον είχα γνωρίσει πριν, όταν ήταν αντάρτης. Είχα αποκτήσει επαφή με όλους όσοι αγωνίζονταν για να πέσει η δικτατορία, ανάμεσά τους ήταν και αυτός. Συζητούσαμε πώς θα γίνει να τελειώσει η δικτατορία και η αιματοχυσία.

 

— Εσύ γύρισες λοιπόν όταν έγιναν εκλογές και ο άνθρωπος αυτός έγινε Πρόεδρος. 

Ναι και μου ανέθεσε, μαζί και με άλλους αξιωματικούς, να φτιάξουμε μια νέα δημοκρατική αστυνομία.

 

— Και η σχέση σας πότε χάλασε; 

Όταν εγκατέλειψε όσα λέγαμε και έγινε κι αυτός ένας αυταρχικός Πρόεδρος. Τον Δεκέμβριο του 2015 έγιναν τρομερά πράγματα: έστελνε στρατό και αστυνομία μέσα σε ζώνες που θεωρούσε ότι δεν τον αποδέχονταν και σκότωναν, βίαζαν. Τρομερά πράγματα. Είχε γίνει παρανοϊκός. Θυμάμαι έναν βουλευτή Πειραιά, που δεν ζει πια και όταν έφυγα από την Ελλάδα για να πάω στο Μπουρούντι, μου είπε: «Παιδί μου, να προσέχεις, συχνά αυτοί που έρχονται μετά από δικτατορία, καταλήγουν να γίνουν και οι ίδιοι δικτάτορες. Να προσέχεις πολύ». Το θυμάμαι σαν χθες.

 

— Άλλο ένα πράγμα που με εξέπληξε είναι ότι πολιτικά είσαι στον χώρο της κεντροδεξιάς. Πώς και δεν βρέθηκες στην αριστερά;

Γιατί θα έπρεπε να πάω στην αριστερά; Αυτά είναι στερεότυπα και κάποια στιγμή πρέπει να τα δούμε. 

 

— Τα δεξιά κόμματα θεωρούνται πιο εχθρικά προς τους μετανάστες.

Εχθρικό δεν μπορεί να είναι ένα κόμμα απέναντι σε μια κατηγορία ανθρώπων. Όταν γίνεται μεγαλύτερος έλεγχος για το ποιος πρέπει να πάρει χαρτιά ή αν κάποιοι πρέπει να απελαθούν για συγκεκριμένους λόγους, αυτό είναι στάση ευθύνης, δεν είναι εχθρότητα για τους ξένους. Εγώ είμαι της άποψης ότι όποιος δικαιούται χαρτιά, να τα πάρει, όποιος δεν τα δικαιούται να μην τα παίρνει. Κι όποιος τα δικαιούται να τα πάρει εγκαίρως. 

 

— Από πότε έχεις σχέσεις με τον κεντροδεξιό χώρο στην Ελλάδα; 

Από τότε που σπούδαζα. Ήταν πολιτική επιλογή μου.

 

— Δεν έχεις συναντήσει ρατσισμό στον πολιτικό αυτό χώρο; 

Σίγουρα σε όλα τα κόμματα και τους πολιτικούς χώρους θα υπήρχαν κάποιοι με επιφυλάξεις και ερωτηματικά. Που θα έλεγαν «πώς κι έτσι», αλλά αυτοί με ενδιαφέρουν λιγότερο από αυτούς που λένε «τι μπορούμε να κάνουμε». Τα άτομα που έχουν επιφυλάξεις λόγω του χρώματος και της καταγωγής μου, δεν με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα. 

 

— Είσαι και χριστιανός νομίζω.

Ναι, ήμουν καθολικός και έχω γίνει ορθόδοξος. 

 

— Γιατί άλλαξες;

Άλλο κεφάλαιο αυτό. Εγώ ήμουν θρησκευόμενος πάντα. Το 1994 είχαμε τη γενοκτονία της Ρουάντα. Αν δεις τον χάρτη, είμαστε σχεδόν ίδια χώρα. Δυο μικρές χώρες, η μία δίπλα στην άλλη. Έχουμε και συγγενείς. Μιλάμε την ίδια γλώσσα, έχουμε τα ίδια ήθη και έθιμα. Ζήσαμε πολύ έντονα τη γενοκτονία και προσωπικά με επηρέασε πολύ αυτό… Έγιναν άσχημα πράγματα, κι ευτυχώς ο Πάπας ζήτησε συγγνώμη για τη συμμετοχή των καθολικών ιερέων στη γενοκτονία της Ρουάντα (σ.σ. η φωνή του σπάει και δεν μπορεί να μιλήσει)… Μετά τη γενοκτονία είχα μεγάλο προβληματισμό, αν θα μπορούσα να ξαναμπώ σε καθολικό ναό. Σε μία εκκλησία που λέγεται Saint Paul –έγιναν κι αλλού– ο ιερέας έκλεισε μέσα τους ανθρώπους που πήγαν εκεί για να σωθούν και πήγε να φωνάξει τους γενοκτόνους. Τους σκότωσαν όλους. 

 

— Αυτό σε σόκαρε και κλόνισε την πίστη σου; 

Ναι, αναρωτιόμουν αν θα μπορούσα να ξαναμπώ μετά από αυτό σε εκκλησία. Μια μέρα προσκλήθηκα στο σπίτι του ανθρώπου που αργότερα με βάφτισε – είναι υποναύαρχος εν αποστρατεία. Ήμουν μαζί με τον γιο του στη Σχολή Δοκίμων και με κάλεσε να γνωρίσω την οικογένειά του. Έφτασε η κουβέντα σε θέματα θρησκείας, ήταν Πάσχα, και του είπα ότι εγώ τα θέματα θρησκείας τα έχω ξεχάσει πλέον, οπότε «μη μου λες πολλά τέτοια». «Γιατί, τι έγινε Ρίτσαρντ;» με ρώτησε και εγώ του εξήγησα. Τότε μου πρότεινε να συζητήσουμε για την ορθοδοξία κι εγώ του είπα «άλλη φορά». Την επόμενη φορά που τον συνάντησα, συζητήσαμε. 

 

— Κι εσύ έτσι άλλαξες αμέσως κι έγινες ορθόδοξος;

Όχι, πρώτα θέλησα να εξερευνήσω αν μπορώ να γίνω ορθόδοξος και το έκανα όταν ήμουν έτοιμος. 

 

— Δεν σκέφτηκες ότι κι αυτοί μπορεί να είναι σαν τους άλλους;

Όχι, γιατί η ορθόδοξη εκκλησία έχει τον άνθρωπο στο κέντρο. 

 

— Όταν έφυγες τη δεύτερη φορά, μετά την αποφυλάκιση σου στο Μπουρούντι, και ήρθες εδώ, τι έκανες; 

Προσπάθησα να πείσω όσους μπορούσα για να οργανωθούμε και να παρεμβαίνουμε από το εξωτερικό, γιατί όσοι ήταν μέσα δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Είχα αφήσει ανθρώπους πίσω στη φυλακή, δεν μπορούσα να μην κάνω κάτι για να τους βοηθήσω. Εκείνη την περίοδο έμενα στην Αθήνα, αλλά ταξίδευα πολύ και πετύχαμε αρκετά πράγματα, ψηφίσματα του ΟΗΕ, της Αφρικανικής Ενωσης, πολλές πιέσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση και κυρώσεις που υφίστανται μέχρι σήμερα. 

 

— Τώρα ποια είναι η κατάσταση στο Μπουρούντι; 

Ο τότε πρόεδρος Νκουρουνζίζα πέθανε πέρσι, όπως είπα από Covid. Μετά εξελέγη –σε εισαγωγικά αυτό, γιατί οι εκλογές ήταν με το πιστόλι στον κρόταφο πάλι– ένας στρατηγός κι έχει για πρωθυπουργό έναν άλλο στρατηγό – και η λέξη στρατηγός θέλει εισαγωγικά γιατί δεν είναι κάποιος που έχει περάσει από στρατιωτική σχολή. Το τρίτο πρόσωπο της κυβέρνησης σήμερα είναι κι αυτός «στρατηγός» που έχει το υπουργείο Εσωτερικών, το υπουργείο Δημόσιας Τάξης και το υπουργείο Ανάπτυξης. O νέος Πρόεδρος λοιπόν είναι κι αυτός ένας εξαίρετος καταπατητής δικαιωμάτων κι οι άνθρωποι εκεί έχουν σχεδόν παραδοθεί.

 

— Ήσουν σύμβουλος στο υπουργείο Μετανάστευσης; 

Για έναν μήνα ήμουν σύμβουλος και μετά ανέλαβα υποδιοικητής της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης.     

 

— Ο τομέας του μεταναστευτικού είναι ένας τομέας που σε ενδιαφέρει; 

Είναι ένας δύσκολος τομέας, αλλά μου αρέσουν οι προκλήσεις. Θα μπορούσα να βοηθήσω και ως παράδειγμα ένταξης. Θα μπορούσα να βοηθήσω πολλούς ανθρώπους που έρχονται μέχρι εδώ έχοντας διανύσει χιλιάδες χιλιόμετρα για να σωθούν και να τους δώσω την ελπίδα ότι μπορούν να βρουν ξανά μια κοινωνία που τους αγκαλιάζει και να ζήσουν αρμονικά.