O πατέρας του Steampunk

 

Θυμάσαι τίποτα από εκείνη τη συναυλίαστο Ρόδον, το 1987;

Φυσικά και θυμάμαι! Θυμάμαι που αναρωτιόμουν γιατί σε κάποιους ανθρώπους στην Ελλάδα αρέσει η μουσική μου, αφού οι στίχοι μου μάλλον ακούγονται απαρχαιωμένοι, παλιομοδίτικοι και ίσως λίγο παραπάνω «φορτωμένοι»απ’ όσο πρέπει, επηρεασμένοι πάντα από Άγγλους συγγραφείς, όπως ο M.R. James και ο H.G. Wells. Θυμάμαι τα παρασκήνια του Ρόδον, που είχαν ένα μικρό παράθυρο (σ.σ. ιστορικό το παράθυρο, για όσους έζησαν τις μέρες του Ρόδον club), απ’ όπου μπορούσες να δεις τον κόσμο να μπαίνει και να συγκεντρώνεται μπροστά στη σκηνή. Την πρώτη φορά που κοίταξα είχε γύρω στα 50 άτομα. Λέω από μέσα μου: «Είναι η πρώτη φορά που παίζω εδώ, δεν θα μπορούσα να περιμένω και παραπάνω». Μετά από λίγο ξανακοιτάζω, 100 άτομα. «Θα είναι ωραίο βράδυ!». Κάθε 15 λεπτά κοιτούσα από το παραθυράκι και έμπαινε συνέχεια κόσμος, μέχρι που ήρθαν 700 άνθρωποι, χωρίς καν να έχω δώσει συνέντευξη πριν από το live... Όταν τέλειωσε η συναυλία, το κοινό φώναζε «We want Paul, we want Paul» και αυτό σφράγισε την ιδιαίτερη θέση που έχει η Ελλάδα μέσα μου.

 

Αν ήσουν ένας νέος μουσικός που ξεκινούσε τώρα, πιστεύεις ότι θα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα για σένα;

Πιστεύω πως ναι. Τώρα μπορείς πολύ άνετα να ηχογραφήσεις ένα άλμπουμ στο σπίτι σου, να του κάνεις τη μείξη, το editing, να παίξεις όλα τα όργανα μόνος σου, να το κυκλοφορήσεις μόνος σου, είτε σε φυσική μορφή, είτε σε mp3... Όταν ξεκινούσα, έπρεπε να βρω τους μουσικούς, στούντιο ηχογραφήσεων και να τυπώσω τουλάχιστον 1.000 αντίτυπα για να τα δώσω μετά στους διανομείς ή στα δισκάδικα. Ήταν, όμως, το αποκορύφωμα της DIY indie label era και αν ήσουν τυχερός, μπορεί να κυκλοφορούσες και δεύτερο δίσκο!

 

Ένα καινούργιο indie group δήλωσε πρόσφατα: «Προτιμάμε να δίνουμε τη μουσική μας δωρεάν στο ίντερνετ και να μας μάθει ο κόσμος, παρά να την πουλάμε και να μη μας ξέρει κανείς». Συμφωνείς;

Κι εγώ δίνω κάποια από τα τραγούδια μου δωρεάν στο ίντερνετ, αλλά ένα άλμπουμ κοστίζει και πρέπει να πάρω πίσω τουλάχιστον κάποια χρήματα. Είναι ωραίο να είσαι ιδεολόγος, αλλά αν το κοινό αρνείται συστηματικά να στηρίξει τους καλλιτέχνες, τότε το συγκρότημα ή ο καλλιτέχνης δεν θα μπορεί να κυκλοφορήσει επόμενο άλμπουμ.

 

Όλα αυτά τα χρόνια έχεις γράψει και πολλά βιβλία, που έχουν να κάνουν με τον μυστικισμό, το occult και τα φαντάσματα. Υπάρχουν, τελικά, φαντάσματα; Μπορείς να μου περιγράψεις κάποια μεταφυσική εμπειρία που ίσως είχες;

Φυσικά και υπάρχουν φαντάσματα! Αλλά υπάρχουν διαφορετικοί τύποι αυτού του φαινόμενου. Για παράδειγμα, υπάρχουν τα γήινα πνεύματα των νεκρών με τα οποία μπορούμε να επικοινωνήσουμε , υπάρχει κάτι σαν ηχώ που είναι απλώς σαν αποτυπώματα στον αέρα, σαν στρατός από φαντάσματα που αναπαριστούν ξανά τις μάχες στις οποίες πέθαναν. Και υπάρχουν και τα crisis apparitions των ζωντανών, που στην πραγματικότητα είναι προβολές αστρικής διάστασης ενός ατόμου που είναι πολύ κοντά στον θάνατο. Δεν έχω δει ποτέ μου φαντάσματα, αλλά νιώθω την παρουσία τους πολύ συχνά όταν γράφω. Θα με αγγίξουν απαλά στο μάγουλο ή στα μαλλιά για να μου πουν πως είναι δίπλα μου. Για να σου δώσω να καταλάβεις, έχεις την αίσθηση ενός ιστού αράχνης, επειδή τα φαντάσματα είναι φτιαγμένα από υλικό πολύ λεπτό. Μερικές φορές θα με σκουντήξουν για να με πειράξουν ή για να μου δείξουν πως εγκρίνουν αυτό που γράφω.

 

Έντγκαρ Άλαν Πόε ή H.P. Lovecraft;

Αυτό είναι δύσκολο. Πάντα θεωρούσα τον Πόε τον καλύτερο συγγραφέα, αλλά είχε γράψει και μερικές πολύ ανάλαφρες ιστορίες που δεν μου έλεγαν κάτι. Από την άλλη, ό,τι έχει γράψει ο Lovecraft αξίζει να το διαβάσεις, είναι ατμοσφαιρικός και με φοβερό ενδιαφέρον. Ταυτόχρονα, μπορεί να γίνει πολυλογάς και δεν μου αρέσει έτσι, είναι όμως κατανοητό γιατί έγραφε σε ορισμένα περιοδικά και πληρωνόταν με τη λέξη. Χα χα!

 

Πέρσι κυκλοφόρησες το άλμπουμ σου «Grimm», που είναι επηρεασμένο από τις σκοτεινές ιστορίες των αδελφών Γκριμ. Τι άλλο σε εμπνέει πια σήμερα;

Το «Grimm» ήταν το πρώτο άλμπουμ στο οποίο έπαιξα όλα τα όργανα. Μόνο ένα guest είχα στα φωνητικά, για να μου προσθέσει μια «στοιχειωμένη» αίσθηση. Προσπάθησα να δώσω τις ιστορίες, έτσι ώστε να έχουν σχέση με την ανθρώπινη φύση, παρά να ξαναπώ την ιστορία απλώς με μουσική. Μου πήρε έναν ολόκληρο χρόνο να το τελειώσω και όταν είδα κάποιες αρνητικές κριτικές από φαν μου που θα προτιμούσαν έναν σκληρό, gothic rock δίσκο, πληγώθηκα και σοκαρίστηκα, για να είμαι ειλικρινής. Λίγο καιρό μετά, όμως, το «Grimm» ήταν υποψήφιο για Αlbum of the Year σε διάφορα sites και μπλογκ και συνειδητοποίησα ξανά πως δεν μπορείς να τους ευχαριστήσεις όλους.

 

O Marc Bolan έπαιξε μεγάλο ρόλο στη ζωή σου όταν ήσουν teenager. Πέρα από το μουσικό κομμάτι, ποιο άλλο στοιχείο της περσόνας του σε ενέπνευσε;

Ήταν η απίστευτη, εξαιρετική φωνή του, οι πρώιμοι στίχοι του και η μουσική του. Τίποτε άλλο. Δεν ξέρω καν αν θα τον συμπαθούσα ως άτομο. Μπορεί να ακούγεται σκληρό, αλλά, αφού διάβασα ένα βιβλίο για τον Bolan, κατάλαβα πως μάλλον ήμασταν πολύ διαφορετικοί. Φυσικά, μακάρι να μπορούσα να έχω ηχογραφήσει μαζί του κάτι ή να έκανε την παραγωγή σε κάποιον δίσκο μου, αλλά η ζωή, δυστυχώς, έφερε τα πράγματα αλλιώς.

 

Αν κοιτάξεις τώρα έξω από το παράθυρό σου, τι βλέπεις;

Βλέπω το γκαζόν που φτάνει μέχρι τη λίμνη και πιο πέρα, το μέρος όπου πηγαίνω και διευθύνω κουαρτέτα εγχόρδων του ανέμου που φτιάχνω στο μυαλό μου. Με ηρεμεί.