Αν κανείς ψάχνει ανέμελος στα ερτζιανά Σάββατο και Κυριακή βράδυ, δεν υπάρχει περίπτωση να μη σταματήσει στον Kosmos 93,6. Εκεί ακούγεται μια εκπομπή με εκρηκτική λατινοαμερικάνικη μουσική και μια φωνή που εκτοξεύει πληροφορίες πότε στα ισπανικά πότε στα ελληνικά. Η φωνή ανήκει στον Βασίλη Σταματίου - έναν δημοσιογράφο (ξεκίνησε ως μαθητευόμενος στα «Νέα» και συνέχισε στα μεγαλύτερα περιοδικά της εποχής, από τον «Ταχυδρόμο» μέχρι το «Κλικ» και το «Nitro») του οποίου η συνάντηση με τη σάλσα εν έτει 1988 αποδείχθηκε μοιραία. Είκοσι χρόνια μετά, και αφού έμαθε ισπανικά, κόνγκας, πήγε 4 φορές στην Κούβα («έκανα μαθήματα μουσικής στην Εθνική Σχολή Τέχνης της Αβάνας, μετά έκανα ιδιαίτερα μαθήματα - κάτι σαν ερασιτεχνική εθνομουσικολογία») και στο Πουέτρο Ρίκο. («Τα ταξίδια δεν τα έκανα ως τουρίστας, τα έκανα για να μάθω και σίγουρα έχω πια την καλύτερη βιβλιοθήκη στην Ελλάδα πάνω στο θέμα, με σπάνιες εκδόσεις του ‘50. Το ‘97 γύρισα πίσω στην Ελλάδα 40 κιλά υπέρβαρος από τα βιβλία που είχα αγοράσει στην Κούβα»).

Πότε ανακάλυψες τη λάτιν μουσική;

Τελείως τυχαία. Από μικρός είχα καλή σχέση με τη μουσική, κυρίως με τη ροκ. Σκέψου πως Σάββατο γύρναγα 6 το πρωί από διασκέδαση και στις 8 η ώρα ήμουνα στο Μοναστηράκι για δίσκους. Μετά άρχισα να ακούω κι άλλες μουσικές, ρούφαγα όλες τις ευκαιρίες που είχα γύρω μου. Κάποια στιγμή έπεσα πάνω στη μουσική της Καραϊβικής. Άρχισα να αγοράζω ό,τι δίσκους έβρισκα στο παλιό Jazz Rock στη Σίνα. Ανάμεσα σε αυτούς πήρα κι έναν δίσκο σάλσα. Ήταν το LatinSoulRockτων Fania all stars, ένας fusion δίσκος από ένα ξακουστό σάλσα σούπερ γκρουπ των '70s. Άκουσα το δίσκο και έπαθα πλάκα. Είπα «αυτή είναι η μουσική που περίμενα σε όλη μου τη ζωή και δεν το ήξερα». Μιλάμε για το 1988. Αυτή η μουσική ήταν τελείως άγνωστη. Το Jazz Rock, για άγνωστους λόγους, είχε κάνει μια παραγγελία με καμιά διακοσαριά δίσκους σάλσα, οι οποίοι ξέμειναν και μέσα σε τρία χρόνια τους αγόρασα όλους. Άρχισα να μαθαίνω ισπανικά και μετά έμαθα και κόνγκας, κρουστά. Το ένα έφερε το άλλο.

Ξεκίνησες την εκπομπή σου στον Kosmosτο 2001, σταμάτησες το 2006 και ξανάρχισες πριν από ενάμιση μήνα. Σε ξαναβρήκαν οι παλιοί σου ακροατές;

Ναι, βέβαια, αν και νομίζω ότι η διαφορά είναι πως όταν έφυγα ο Kosmos ήταν ένας σταθμός του 3% και τώρα είναι του 5% και αυτό είναι κάτι που έχω λάβει υπόψη μου. Το κοινό μου είναι ετερόκλητο. Με ακούνε και πολλοί άνθρωποι μεγάλης ηλικίας. Είναι το κοινό το οποίο πρόλαβε την εποχή που η λατινοαμερικάνικη μουσική ήταν μια mainstream μουσική επιλογή. Αν είσαι 60-70 χρονών, έχεις προλάβει τη δεκαετία του ‘50 και του ‘60. Ο κόσμος που δεν πήγαινε στα μπουζούκια πήγαινε κάπου και χόρευε τσα-τσα. Ο θείος μου, ας πούμε, που είναι 75 χρονών, είχε πάει στην συναυλία του Τίτο Πουέντε στον Ορφέα το 1958. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν αναμνήσεις και ακούνε φανατικά αυτήν τη μουσική. Με παίρνουν τηλέφωνο και μου λένε: «Συγχαρητήρια. Μήπως έχετε το τάδε από το Τrios Los Panchos;» (το πιο διάσημο λατινοαμερικάνικο τρίο). Άλλοι μου λένε «μαζευόμαστε κάθε Σάββατο, κάνουμε βεγγέρα και σας ακούμε». Καταπληκτικό μου φαίνεται! Είμαι σαν μακρινός φίλος που τους παίζει τα τραγούδια που τους αρέσουν. Επίσης με ακούνε όλοι οι παλιοί ναυτικοί, όλοι οι καπετάνιοι. «Όταν μπαίναμε στον Αμαζόνιο για να φορτώσουμε ξυλεία από το Μανάου, εκεί να δεις ζούγκλα!» ή «Είχα μια γκόμενα στον Παναμά, κύριε Σταματίου μου!». Παίρνουν και πιτσιρίκια, κοπέλες που θέλουν ρομαντικά της μόδας. Μια εκπομπή σαν τη δική μου που έχει έναν πολύ συγκεκριμένο χαρακτήρα και φτιάχνει και φανατικό κοινό.

Πότε ξεκίνησες να κάνεις ραδιόφωνο;

Στον Jazz FM που ήταν 500 έτη φωτός μπροστά από την εποχή του για την Ελλάδα. Ήταν ένας σταθμός κολεκτίβα, όπου δεν πληρωνότανε κανείς. Δούλεψα με τον Κώστα Γιαννουλόπουλο, είναι αναντικατάστατος, ως γκουρού και διανοούμενος της μουσικής δεν έχει αντικατασταθεί. Υπήρχε μόνο ένα στούντιο κι έκανες μόνος σου εκπομπή. Έτσι μάθαμε ραδιόφωνο, με λεφτά από την τσέπη μας για βινύλια και μετακινήσεις. Δεν θέλω να ακούγομαι γραφικός, αλλά η αλήθεια ήταν πως τότε το μουσικό ραδιόφωνο ήταν καλύτερο.

Έχουν χάσει και οι ακροατές την μπάλα νομίζεις;

Μα δεν φταίνε οι ακροατές. Η δική μου η γνώμη στο γιατί το ραδιόφωνο έφτασε εκεί που είναι τώρα είναι ότι σταδιακά έγινε όπως η τηλεόραση. Όλοι επικεντρώθηκαν στο εμπορικό κομμάτι. Μετά ήρθε μια λογική εντελώς καταναλωτική, ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε, είτε είναι μουσικό, αθλητικό, ενημερωτικό. Έγινε σαν να βλέπεις ένα σίριαλ ή μια εκπομπή προκάτ. Κάθεσαι και το βλέπεις, δεν υπάρχει αλληλεπίδραση. Το play list είναι σαν φτηνό σίριαλ. Από το να πάρεις έναν άνθρωπο που να ξέρει μουσική και ραδιόφωνο, πήγαμε στη λογική του να παίρνεις έναν άνθρωπο που δεν ξέρει μουσική και ούτε απαραίτητα ξέρει ραδιόφωνο και απλά γίνεται ένας καλός παρουσιαστής. Ξεχνάμε, ας πούμε, ότι κάποτε υπήρξε διευθυντής ραδιοφώνου ο Χατζηδάκις, ο Χορν, ο Κώστας Γιαννουλόπουλος. Ο Κώστας Γιαννουλόπουλος σήμερα, δέκα χρόνια μετά το θάνατό του, θα ψωμολύσσαγε. Όταν πλέον τελειώσει η παλιά γενιά, και δεν το λέω ηλικιακά, πάει τέλειωσε. Δεν φτιάχνεται έτσι μια καινούργια γενιά παραγωγών. Γι' αυτό και ο Κosmos αξίζει σεβασμό που έχει επιμείνει και κρατάει τους παραγωγούς και έχει μια μουσική ταυτότητα. Εγώ, για τα ραδιοφωνικά δεδομένα, κάνω μια σκανδαλώδη εκπομπή. Παίζω περίεργες μουσικές και λέω περίεργα πράγματα. Είμαι σαν εξωγήινος. Ναι. Δεν παίζω λαϊκά, δεν κάνω αθλητική εκπομπή, δεν παίζω ποπ και δεν κάνω ενημερωτικό / χιουμοριστικό show.

Πότε νομίζεις ότι άρχισε όλο αυτό το κύμα με τα λάτιν στην Ελλάδα;

Θα το τοποθετούσα στα μέσα της δεκαετίας του ‘90. Νομίζω ότι η Ελλάδα ακολούθησε με μεγάλη καθυστέρηση αυτό που έγινε σε όλες τις λατινοαμερικάνικες χώρες: ότι κάποια στιγμή, όπως υπήρχε κοινό για την τζαζ ή για τη ροκ, άρχισε να εμφανίζεται ένα κοινό που ενδιαφερόταν για τη λατινοαμερικάνικη μουσική.

Πώς σου φάνηκε που ξαφνικά έκανες κάτι πιο δημοφιλές;

Πολύ ευχάριστο. Μου άρεσε ότι είχα περισσότερες ευκαιρίες να ακούσω μια μουσική σε ένα χώρο που δεν είναι το σπίτι μου, να υπάρχουν επιλογές στη διασκέδαση. Το ‘90 μόνο μέσα στο σαλόνι σου άκουγες λάτιν. Δεν πιστεύω πάντως αυτό που λένε πως αυτή η μουσική πάει στον Έλληνα ή πως η νοοτροπία και ο τρόπος ζωής μας θυμίζει τον λατινοαμερικάνικο. Ούτε η αισθητική ούτε ο τρόπος ζωής μας ούτε η κουλτούρα μας είναι συναφή, κατά τη γνώμη μου... Το Λονδίνο ή η Ολλανδία έχουν καταπληκτική λάτιν σκηνή. Εμείς εδώ έχουμε τρία λάτιν club. Βέβαια, στην Ελλάδα είναι πολύ δημοφιλής η τοπική μουσική. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ουσιαστική μανία με το λάτιν στην Αθήνα. Είναι μανία με το lifestyle. H μουσική πες ότι αφορούσε 20 και τώρα αφορά 100. Ένας πραγματικά σημαντικός λάτιν καλλιτέχνης δεν έρχεται. Το πιο τελειωμένο ροκ συγκρότημα να έρθει, του αφιερώνουνε σελίδες οι εφημερίδες. Ο Larry Harlow -από τους καλύτερους latin καλλιτέχνες- θα μπει τελευταίος, κάτω από το ρεμπετάδικο Αστραπόγιαννος. Γι' αυτό και στην εκπομπή μου, ενώ θέλω να έχει ψυχαγωγικό χαρακτήρα, θέλω πού και πού τρία λεπτά από την προσοχή του ακροατή. Δεν είναι η λάτιν μουσική μόνο για το καρναβάλι της Πάτρας ή για beach bar. Μπορεί να παιχτεί κι εκεί, αλλά έχει μια ιστορία όλο αυτό το πράγμα από πίσω. Η μουσική είναι και μια τέχνη που την κάνουν κάποιοι καλλιτέχνες.

Πόσο μεγάλο νομίζεις ότι είναι το λάτιν κοινό στην Αθήνα πλέον;

Υπάρχει ένας σκληρός πυρήνας, γύρω στα 200-300 άτομα, που η διασκέδασή τους είναι αυτή και που όταν βγουν θα πάνε σε λάτιν κλαμπ. Υπάρχουν κι εκείνοι -από 1.000 έως 3.000 άτομα- που έρχονται και παρέρχονται. Η σχέση τους είναι λίγο περισσότερο από περιστασιακή.

Βάζεις και μουσική στο Palenqueέτσι δεν είναι;

Ναι, βάζω μουσική στο Palenque από το ‘99. Eίναι πολύ ωραία και πολύ δύσκολη δουλειά. Σε ένα latin club το κριτήριο με το οποίο σε μετράνε είναι το αν αδειάζει ή γεμίζει η πίστα. Σε ένα άλλο club μπορεί ο άλλος να κουνιέται δεξιά-αριστερά κι αυτό είναι.

Σε εκπλήσσει το κοινό; Εννοώ με το τι χορεύει και τι όχι;

Κοιτά, αν παίξω ένα κομμάτι που νομίζω και η πίστα αδειάσει, τότε δεν φταίει το κομμάτι, ούτε το κοινό, φταίω εγώ που το έβαλα τη λάθος στιγμή. Η χημεία έχει να κάνει με την εσωτερική ροή του προγράμματος. Τη διάθεση του κοινού την πιάνεις και τη χάνεις - είναι ένα ενστικτώδες πράγμα που σε ξεγελάει και συχνά. Όταν δεν παίζω καλά, σημαίνει πως δεν είμαι σε επικοινωνία με τον κόσμο. Και ο dj μέσα του χορεύει. Επίσης, για μένα, dj που δεν ξέρει να χορεύει και αντικείμενό του είναι η χορευτική μουσική πρέπει να καταδικαστεί στο πυρ το εξώτερον.

Τοsiteσου γιατί το έκανες; Ήταν μια εμπορική κίνηση;

Όχι, καθόλου, ούτε καν έχω κοιτάξει για διαφήμιση. Πληρώνω από την τσέπη μου. Σκέφτηκα πως αντί να ψάχνω την εφημερίδα ή το περιοδικό που με τα χίλια ζόρια θα δημοσίευε ένα άρθρο στο τόσο για τη λατινοαμερικάνικη μουσική, θα το έκανα μόνος μου. Το site έχει περίπου 400 επισκέψεις την ημέρα και 12-13 χιλιάδες επισκέψεις το μήνα. Το έκανα για λόγους προσφοράς: για τον λίγο κόσμο που ενδιαφέρεται να 'χει πρόσβαση τζάμπα σε μια αποθήκη από data γι' αυτήν τη μουσική που δεν θα βρει πουθενά αλλού. Αφού το κάνω, πρέπει αυτό το πράγμα να το μοιραστώ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Το streaming για το ραδιοσταθμό ήταν 16 μήνες δουλειάς: Κάθισα και πέρασα χειροκίνητα 35.000 κομμάτια. Μιλάμε για 230 GB μουσική. Η ψυχική μου ευχαρίστηση είναι ότι κάποιοι το απολαμβάνουν.