Έχουν περάσει δυο χρόνια. Ακριβώς. Τον Απρίλιο του 2006 μια φίλη μού φέρνει στο γραφείο ένα CD σε ροζ χειροποίητο φάκελο με ένα σπιτάκι σχεδιασμένο στο εξώφυλλο και από πάνω του ένα όνομα: Monika. Άκουγα κι ακούω κάθε μέρα ένα σωρό ντέμο, ηχογραφημένες δοκιμές σε στούντιο και απόπειρες συγκροτημάτων να δώσουν σχήμα στη μουσική που έχουν στο μυαλό τους, ωραία, μέτρια, κακή. Αυτό το CD χωρίς τίτλο δεν είχε καμία σχέση με τα υπόλοιπα. Ήταν φτιαγμένο σε μια κρεβατοκάμαρα με ελάχιστα μέσα, κυρίως με κιθάρα, πιάνο και φωνή, εντελώς γυμνά, με λάθη και «φυσήματα», αλλά με τόσο δυνατές συνθέσεις που κυριολεκτικά δεν είχαν σχέση με τίποτα άλλο απ' όσα ακούγονταν τριγύρω σου. Σκοτεινά τραγούδια που μπορούσες να τα εντάξεις στο κύμα της φολκ που είχε αναβιώσει αναπάντεχα τα δυο τρία προηγούμενα χρόνια και τότε είχε αρχίζει να ξεφτίζει, αλλά και κάτι κατά δικό τους, που δεν μπορούσες να το προσδιορίσεις. Η Μόνικα τραγουδούσε με μπάσα φωνή βγάζοντας μια μελαγχολία αταίριαστη, που δεν δικαιολογούσε το νεαρό της ηλικίας της και ήταν αδύνατο να μη σε ενθουσιάσει. Το όνομα της Μόνικας κυκλοφορούσε αρκετό καιρό πριν γιατί τραγουδούσε στο συγκρότημα του αδερφού της, τους Serpentine, μπορεί να μην ήταν ουρανοκατέβατο, το συγκεκριμένο «ντέμο» όμως δημιούργησε τέτοιο θόρυβο, που ξεπέρασε τον στενό κύκλο που τη γνώριζε και άρχισε να ακούγεται πολύ και από ανθρώπους εκτός χώρου. Τα σχόλια -καλά ή κακά- φούντωναν και κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα, σε blog, σε site, μιλούσαν για πρώτη φορά για hype, κάτι που δύσκολα συναντούσες μέχρι τότε στα ελληνικά μουσικά πράγματα. Σημασία έχει ότι συζητιόταν και έγινε δημοφιλής πριν ακόμα κυκλοφορήσει οτιδήποτε στα δισκάδικα, και δυο χρόνια μετά είναι έτοιμη να ορίσει το νέο mainstream.

Η πρώτη φορά που εμφανίστηκε ζωντανά ήταν στη σκηνή του Μικρού Μουσικού Θεάτρου -στο πρώτο Burnt Festival-, σε μια εκπληκτική βραδιά, που δύσκολα ξεχνούν όσοι την έχουν ζήσει. Το κοριτσάκι με το μαύρο φόρεμα που τραγουδούσε με το πάθος ώριμης γυναίκας δεν ήταν απλή έκπληξη, ήταν ένα ευχάριστο ξάφνιασμα. Η Μόνικα δεν ήταν απλά η τραγουδίστρια που συνόδευε ένα γκρουπ, ήταν μια μουσικός, τραγουδίστρια, δημιουργός, που ό,τι κι αν προσπαθούσες να εντοπίσεις σαν ψεγάδι πάνω της, το μόνο που δεν μπορούσες να της προσάψεις ήταν η έλλειψη ταλέντου. Μεγάλου ταλέντου. Την επόμενη εβδομάδα έγινε η πρώτη άγνωστη Αθηναία της LifO, μια φοιτήτρια που έγραφε λαμπερή ποπ και είχε σαστίσει από το ενδιαφέρον για το πρόσωπό της. Από τότε τίποτα δεν είναι το ίδιο. Το καλοκαίρι του 2008 τη βρίσκει με ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ στα δισκάδικα (Avatar), ένα single («Over the hill»), με όνειρα για δικαίωμα στην επιτυχία. Τέλος Μαΐου. Ακριβώς δύο χρόνια μετά την πρώτη γνωριμία μας, κάνει το δικό της απολογισμό:

«Ο μύθος του 1900 στ' αυτιά μου. Τέλη Μαΐου του 2006 στο μυαλό μου. Η ίδια και απαράμιλλη νοσταλγία στην καρδιά μου. Διοργανώνεται ένα μικρό φεστιβάλ για τραγουδοποιούς. Εκείνη η βράδια στο Μικρό Μουσικό Θέατρο ήταν μία από τις πιο ευτυχισμένες της ζωής μου. Θυμάμαι μου ζήτησες να μιλήσουμε, απάντησα στις ερωτήσεις σου, μετά από δύο μέρες έγινε και μία φωτογράφιση. Έτσι είναι αυτά άραγε; Μιλάς σ' έναν άγνωστο άνθρωπο, του ανοίγεις τα σωθικά σου και μετά βλέπεις όλες αυτές τις "μεταξύ σας" κουβέντες να γίνονται άρθρο. Και σου αρέσει. Ήταν η πρώτη μου συνέντευξη. "Πρώτο παζάρι, καλό παζάρι", που λένε. Ακολούθησαν κι άλλες. Προτάσεις για συναυλίες. Προτάσεις για συνεντεύξεις. Προτάσεις για δίσκο.

- Γιατί θέλεις να σου δώσω συνέντευξη;
- Μα, γιατί «συζητιέσαι».
- Και τι λένε;
- Ότι είσαι μια ενδιαφέρουσα μουσικός.
- Και λοιπόν;
- Ε...

Κάπου εκεί στο «ε...» κόλλησα. Αποφάσισα να τα κάνω ένα-ένα.

- Ν' ανοίξεις σελίδα στο MySpace. Θα σου κάνει καλό.

Ένιωσα σαν να είχα πυρετό εκείνη τη μέρα. Άνοιξα τη σελίδα. Προτάσεις. Κι άλλες προτάσεις. Ανησυχητικό... Μου είχαν λείψει οι συναυλίες. Έδινα συναυλίες. Σε αραιά διαστήματα έτσι ώστε να μπορώ να τις προετοιμάζω σωστά. Βρήκα καλούς μουσικούς. Δέσαμε. Γίναμε παρέα και πέρναγα τόσο ωραία... Μου ζητούσαν συνεντεύξεις. Έπρεπε να τις είχα σταματήσει. Μιλούσα για το πού έμαθα κιθάρα και ποιες ήταν οι επιρροές μου. Ακόμα γι' αυτά μιλάω δηλαδή, αλλά σε κάποιο σημείο μετά από αυτά τα τυπικά με ρωτάνε γιατί στο τάδε κομμάτι έχεις γράψει αυτούς τους στίχους ή προτιμώ το δεύτερο κομμάτι απ' ό,τι το άλλο, οπότε έρχεται η εξιλέωση... Τώρα ναι, έχω κάτι επίσημο, τότε τι είχα; Μια σελίδα σ' εκείνο τον ψεύτικο κόσμο του διαδικτύου. Οι φίλοι μου χαίρονταν. Κι εγώ μαζί τους. Γνώριζα πολύ κόσμο και η παρέα μεγάλωνε. Ήμουν ανεβασμένη σ' ένα μεγάλο δέντρο απ' όπου κρατούσα με σχοινιά γνωστούς και φίλους και προσπαθούσα να ισορροπήσω. Μερικοί από αυτούς μου έπεσαν και τους έχασα. Μου λείπουν. Η σχολή δυσκόλευε με το χρόνο. Συναυλίες τέλος. Κάπου στα τέλη του 2006 αποφασίζω να περάσω στη φάση νούμερο δύο, ονόματι "δίσκος". Τι δίσκο; Κάποιες από αυτές τις προτάσεις φαίνονται δελεαστικές... Λες; Κάποιος φίλος που ξέρει μου είπε "Μόνικα, αυτή τη στιγμή είσαι στη κορυφή του underground και με τον δίσκο θα βρεθείς στον πάτο του mainstream". Τρόμαξα. Εάν ικανοποιηθώ με το "Over the hill" σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσω εδώ. Πού εδώ; Μα μόλις ξεκίνησα. Να μη συνεχίσω λίγο ακόμα, μιας και βλέπω ότι τα πάω καλά μέχρι στιγμής; Να κάνω κάτι πιο πρωτότυπο μήπως απ' το βγάλω δίσκο;

- Ας έχεις ως βάση έναν καλό δίσκο και μετά άλλαξέ του τα φώτα.
- ΟΚ.

Βαρέθηκα πια την προσομοίωση μουσικών οργάνων με φωνές. Ηχογραφώ για τη συλλογή του Παπασπυρόπουλου για να πάρω μία ιδέα από ηχογράφηση με ορχήστρα. Κυκλοφορώ ένα σπλιτ σινγκλ με τη θεσσαλονικιώτικη Gracetone για να πάρω μια γεύση και από δισκογραφικές. Τώρα λοιπόν θα ζητήσω ό,τι χρειαστεί για να ηχογραφήσω ένα άλμπουμ, έτσι όπως το είχα σκεφτεί από τη πρώτη στιγμή! Ας με εμπιστευτεί κάποιος. Για περίπου τρεις μήνες είχα μετατρέψει τον εαυτό μου σε μπαλάκι του πινγκ-πονγκ και πήγαινα από ραντεβού σε ραντεβού με εταιρείες και δικηγόρους. Εντάξει, όλα δείχνουν ότι θα κάνω εκείνον το δίσκο που λέγαμε...

Φάση τρίτη. Πηγαίνω στη σχολή. Τέλη Μαΐου 2007. Βλέπω τους φίλους μου και χαζολογάμε με κάτι παλιές ασκήσεις. Συζητάμε για τις σχέσεις μας, τα παιδικά μας χρόνια, γελάμε με τις γκάφες του καθενός, φλερτάρουμε, είμαστε ξέγνοιαστοι.

- Τι κάνουμε τώρα, πάμε για καφέ στο Θησείο τώρα που άνοιξε ο καιρός;
- Μμμ... Εγώ πρέπει να πάω στο στούντιο. Το είχα ξεχάσει. Ήδη έχω αργήσει.

Ένας περαστικός φοιτητής άκουσε την απάντησή μου και με ειρωνικό βλέμμα είπε γελώντας:

- Στούντιο; Τι, θα πας να ηχογραφήσεις τον πρώτο σου δίσκο;
- Ναι...

Στο κεφάλι μου έχω τον Απειροστικό Λογισμό, παράτησα τους φίλους μου, έστησα το αγόρι μου, τσακώθηκα με τον αδερφό μου. Καθισμένη στο πιάνο ενός στούντιο σκέφτομαι: "Τι δουλειά έχω εδώ;" Ξεκινάω να παίζω το "Bloody sth" και κατάλαβα. Ταυτόχρονα αγχώθηκα. Η όλη διαδικασία κράτησε έξι μήνες περίπου.

Φάση τέταρτη. Ανεβασμένη πάνω σ' εκείνο το δέντρο απ' όπου ξεκίνησα, έχανα όλο και περισσότερα φύλλα ενώ διαφορετικού είδους άνθη έμπλεκαν με την ανισόρροπη ιδιοσυγκρασία μου.

Κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις. Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι πέρασαν δύο χρόνια μέχρι ν' ανοιγοκλείσω τα μάτια. Αυτά που έχασα δεν θα τα ξεχάσω ποτέ, ενώ αυτά που κερδίζω με βοηθούν στο να ξεφύγω από τον πάτο στον οποίο βρίσκομαι.

Φάση πέμπτη. Πρόσωπο με πρόσωπο σε κάποια συναυλία ίσως.

Δύο χρόνια μετά, ίσως σας γράψω τη φάση έκτη. Μέχρι τότε θα προσπαθήσω να μην πέσω...»