Να, λοιπόν, ξανά εδώ, αυτήν τη φορά με «Ασκήσεις Αναπνοής». Το όνομα της στήλης (μαζί με κάποιες άλλες υποψήφιες ονομασίες που αποσύρθηκαν) μού ήρθε καθώς αναλογιζόμουν την παρουσία αυτών των κειμένων στη LiFΟ, δημοσιεύσεις που κλείνουν πια τετραετία. Η εποχή μας, ως γνωστόν, επιφυλάσσει διάφορες «αναπνευστικές» δυσκολίες. Δεν είναι μόνο οι γιγαντιαίες πυρκαγιές της Αμαζονίας που δηλητηριάζουν τον αέρα του πλανήτη, είναι και κάμποσες άλλες ασφυκτικές εμπειρίες που δυσκολεύουν την επαρκή οξυγόνωση του εγκεφάλου. Γι' αυτό και μια στήλη που ασχολείται με τα γεγονότα και τις ιδέες που τα συνοδεύουν μπορεί να γίνει με τη σειρά της άσκηση αναπνοής. Ας πούμε πως η φιλοδοξία της είναι να συναντήσει τους αναγνώστες για να μοιραστούν κοινά ερωτήματα για τον θρυμματισμένο κόσμο μας.


Πρώτος σταθμός αυτού του Σεπτέμβρη ας είναι η Γερμανία, η χώρα που όλα τα προηγούμενα χρόνια έγινε μέρος της ελληνικής πολιτικής σκηνής και των εσωτερικών μας δραμάτων. Αυτές τις μέρες συνέβησαν δύο σημαντικά γεγονότα εκεί. Το πρώτο είναι το ταξίδι του Γερμανού Προέδρου στην Πολωνία και η συγγνώμη που ζήτησε για τις ωμότητες των ναζί στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Στάινμαϊερ μίλησε ρητά για τη «γερμανική τυραννία» και τόνισε τη διαρκή ευθύνη απέναντι στα θύματα και τη δυσκολία που αντιμετωπίζει κανείς να μιλήσει γερμανικά σε έναν τόπο όπως η πλατεία Πιλσούντσκι στη Βαρσοβία.


Το άλλο γερμανικό γεγονός των ημερών είναι η μεγάλη εκλογική άνοδος του εθνικιστικού και αντιμεταναστευτικού κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) σε περιοχές της Ανατολικής Γερμανίας, στο Βραδεμβούργο και στη Σαξονία. Φιγούρες με καθαρή νεοναζιστική προέλευση, όπως ο επικεφαλής του κόμματος στο Βραδεμβούργο, Αντρέας Κάλμπιτς, ήρθαν στο προσκήνιο μιλώντας για την «ολοκλήρωση της Επανάστασης του 1989». Στη ρητορική της Εναλλακτικής για τη Γερμανία η σημερινή της σύγκρουση εκπροσωπεί μια δεύτερη γερμανική επανάσταση: η πρώτη, του 1989, ήταν η ρήξη με τον κομμουνισμό και αυτή που συντελείται στις μέρες μας είναι, λένε, η αντίσταση στην «πολιτική ορθότητα» και σε ένα πολιτικό σύστημα που στη εθνικιστική νέα δεξιά το παρομοιάζουν με την παλιά Ανατολική Γερμανία.

 

Οι προοδευτικοί που μιλούν περιφρονητικά για τον οπισθοδρομικό λαό έχουν παραιτηθεί από την ευθύνη. Ενώ, φαινομενικά, υπερασπίζονται το ηθικό άνοιγμα στους άλλους, προτιμούν τελικά να χαρίσουν έναν μεγάλο αριθμό πολιτών στον εθνικιστικό λαϊκισμό. Ο πειρασμός των φιλελεύθερων και αριστερών ελίτ είναι σήμερα αυτή η παραίτηση μπροστά στη χοντροκομμένη γλώσσα και στα επιτυχημένα ψέματα του νέου εθνικισμού.


Ας μη μείνουμε πολύ στο πώς έννοιες και γεγονότα αλέθονται και αλλοιώνονται στον βωμό της πολιτικής σκοπιμότητας. Κάποιος, ας πούμε, θα ρωτούσε ποια σχέση έχει η διεκδίκηση της πολιτικής ελευθερίας και αστικών δικαιωμάτων εναντίον μιας αυταρχικής εξουσίας (στα τέλη της δεκαετίας του '80) με το σχέδιο της Εναλλακτικής για τη Γερμανίας. Με ποιον τρόπο αυτοί που θέλουν να θάψουν τη φιλελεύθερη κοσμοπολίτικη κουλτούρα μπορεί να καπηλεύονται την αντιολοκληρωτική συνείδηση και την ιστορία της;


Κάτι άλλο, όμως, νομίζω πως έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον εδώ, πέρα από το πώς φθείρονται και στρεβλώνονται οι λέξεις στην τρέχουσα πολιτική σφαίρα. Επιστρέφω ξανά στη στιγμή όπου ο Φρανκ-Βάλτερ Στάινμαϊερ, ο Πρόεδρος της Γερμανίας, αναφέρει τη διαρκή ευθύνη και παραδέχεται τη δυσκολία του να μιλήσει γερμανικά σε έναν τόπο που πριν από πολλές δεκαετίες γνώρισε τη φρίκη. Τι βλέπουμε εδώ; Παρατηρούμε ότι η «συστημική» πολιτική τάξη της Γερμανίας εξακολουθεί να μιλά τη γλώσσα της γερμανικής ευθύνης και ενοχής.

 

Με άλλα λόγια, η κυβερνώσα ελίτ δεσμεύεται ακόμα στην ιδέα ότι ο ναζισμός στάθηκε ένα απόλυτο Κακό και ότι η Γερμανία οφείλει ηθικά (το οικονομικό είναι άλλο και πιο περίπλοκο θέμα) στους άλλους και κυρίως σε όσους υπέφεραν από τον βίαιο και κατακτητικό εθνικισμό του ναζιστικού παρελθόντος. Αυτή, όμως, η ιδέα και όσα φέρνει μαζί της δεν συγκινεί πια ένα σημαντικό τμήμα του λαού. Ακόμα και αν οι ψηφοφόροι της Εναλλακτικής δεν είναι φιλοναζί, ούτε πάντοτε ακροδεξιοί με την ιδιαίτερη πολιτική έννοια του όρου, δεν συμμερίζονται καθόλου την ιδέα πως το έθνος τους πρέπει να λογοδοτεί σε κάτι μεγαλύτερο από αυτό, σε μια ανθρωπότητα, σε μια Ευρώπη, σε ένα σύστημα Δικαιοσύνης και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

Μπορεί ωστόσο να πει κανείς πως η ένταση ανάμεσα στα (υποθετικά) «συναισθήματα του λαού» και τις κοσμοπολίτικες ελίτ είναι πολύ παλιά ιστορία. Όχι μόνο στη Γερμανία αλλά σε πολλές χώρες με διαφορετικά και προφανώς λιγότερο φριχτά ιστορικά αποτυπώματα. Η διαφορά όμως είναι ότι η αντίδραση στην ανάληψη ευθυνών και στην αυτοκριτική εμφανίζεται πλέον ως το καινούργιο. Αντιθέτως, ο αντιεθνικισμός και η δέσμευση σε μια ευρωπαϊκή συνείδηση φαντάζουν ως αναχρονιστικές εμμονές μιας αποκομμένης ελίτ. Αυτό, δηλαδή, που ενισχύει τα ποσοστά των διαφόρων Κάλμπιτς στηρίζεται πια σε μια αντιστροφή συναισθημάτων: δεν χρωστούμε σε κανέναν, αυτοί μας χρωστούν, δεν «αυτομαστιγωνόμαστε» πια, αλλά πρέπει να είμαστε περήφανοι και να διεκδικούμε την επαναβεβαίωση της ταυτότητάς μας. Η ηθική ευθύνη λογαριάζεται ως το αντίθετο της δύναμης και της υγείας του λαού!


Η προπαγανδιστική εκδοχή που κερδίζει έδαφος είναι πως ένα αντιπατριωτικό κατεστημένο θέλει να σπείρει αισθήματα ενοχής και ματαίωσης στους λαούς. Ας δούμε πώς λειτουργεί το ίδιο μοτίβο σε άρθρα των οπαδών του Brexit ή στους λόγους του θυμωμένου με την «προδοσία των Πέντε Αστέρων» Σαλβίνι. Αν πάμε ανατολικότερα, θα δούμε ότι το ίδιο πάνω-κάτω μήνυμα εκπέμπουν και οι ιδεολόγοι της πουτινικής Ρωσίας. Εκεί, ας πούμε, δεν θέλουν πια καθόλου την υπενθύμιση των σταλινικών εγκλημάτων επειδή πλήττεται το φρόνημα των Ρώσων και επωφελούνται οι διάφοροι «εχθροί της χώρας». Για την εξουσία του Κρεμλίνου κάθε αυτοκριτική ταυτίζεται με ανούσια υποτακτικότητα, εθνική μειοδοσία και έναν ύποπτο φιλελευθερισμό, ξένο, άλλωστε, για τα ήθη και την κουλτούρα της Ρωσίας, σύμφωνα με τον ίδιο τον Πούτιν.


Ποιο είναι, εν τέλει, το συμπέρασμα; Μήπως ότι πρέπει να αποδεχτεί κανείς την ύπαρξη δύο λαών σε κάθε χώρα, ενός λαού ανοιχτόμυαλων και ικανών να αποδεχτούν την αυτοκριτική και ενός λαού των προκαταλήψεων και της στενοκέφαλης απλούστευσης; Μα, αυτή ακριβώς η κατασκευή, όσο και αν προσφέρει μια εύκολη ερμηνεία της ψήφου και των κοινωνικών συμπεριφορών, είναι προϊόν μιας παραίτησης. Οι προοδευτικοί που μιλούν περιφρονητικά για τον οπισθοδρομικό λαό έχουν παραιτηθεί από την ευθύνη. Ενώ, φαινομενικά, υπερασπίζονται το ηθικό άνοιγμα στους άλλους, προτιμούν τελικά να χαρίσουν έναν μεγάλο αριθμό πολιτών στον εθνικιστικό λαϊκισμό. Ο πειρασμός των φιλελεύθερων και αριστερών ελίτ είναι σήμερα αυτή η παραίτηση μπροστά στη χοντροκομμένη γλώσσα και στα επιτυχημένα ψέματα του νέου εθνικισμού. Σαν να αναζητεί κανείς άλλοθι για την πολιτική του αποτυχία, για την αδυναμία του να πείσει δίχως να προσβάλει ή να καταφύγει σε ευκολίες.


Στο σημείο αυτό η θέση της νέας δεξιάς είναι πιο εύκολη: αυτή, ούτως ή άλλως, δεν ενδιαφέρεται να πείσει αλλά να παρασύρει, να «μεθύσει» τον κόσμο της ή απλώς να χειριστεί μαζικά αισθήματα ταπείνωσης, ανησυχίες και λαϊκά πάθη. Ο συναισθηματικός εκβιασμός δεν είναι καθόλου άγνωστο πράγμα σε μια παράδοση που δοξάζει την ισχύ και δεν κόπτεται για την αλήθεια. Οι άλλοι, όμως, οι αντίπαλοι των εθνικιστικών δημαγωγιών, δεν μπορεί να βολεύονται στην ήσυχη συνείδηση του προοδευτισμού, του κοσμοπολιτισμού και της καταδίκης των «καθυστερημένων στρωμάτων». Ούτε αρκούν οι urban μεσοαστοί και οι πολυπτυχιούχοι που συρρέουν στους Πράσινους, πιστεύοντας ότι ο «άλλος λαός» είναι μια χαμένη υπόθεση. Στην πολιτική, χαμένη υπόθεση είναι μόνο ο στενός πυρήνας των φασιστών: όλοι οι άλλοι μπορούν να αλλάξουν έργο και ερμηνεία. Και να μην αισθάνονται ότι τους έχουν αφήσει στριμωγμένους στον τελευταίο συρμό.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.