«Οι εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ επιταχύνθηκαν σφόδρα από την εκλογή ενός απροσδόκητου νέου αρχηγού, του κ. Κασσελάκη, ο οποίος δημιούργησε μια τρικυμιώδη κατάσταση στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και προκάλεσε αυτά τα αποσχιστικά φαινόμενα, τα οποία δεν θα σταματήσουν εδώ», αναφέρει ο καθηγητής και πρώην υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Σημίτη, Νίκος Χριστοδουλάκης. 

 

 

Για τον Στέφανο Κασσελάκη λέει ότι μοιάζει με τον διευθυντή που πήγε σε μια εταιρεία που αντιμετωπίζει προβλήματα, για να κάνει αναδόμηση, αλλά τελικά επιφέρει μια περαιτέρω καταστροφική αποδόμηση. Χαρακτηρίζει ως ασυναρτησίες «όσα είπε για το δημόσιο χρέος επί Σημίτη» και ως «πυροτεχνήματα που σκάνε στα χέρια του» τις περισσότερες παρεμβάσεις του. Λέει γι' αυτόν ότι εμφανίστηκε ως μεσσίας και «το γεγονός ότι δεν είχε σχέση με την αριστερά θα είναι το μικρότερο πρόβλημα που θα έχει να αντιμετωπίσει», ενώ επισημαίνει την αδυναμία διαμόρφωσης ενός πολιτικού λόγου. Το «να ανοίξει την πόρτα ένας μεσσίας, να μπει και να στρογγυλοκαθίσει», όπως λέει, «δεν έχει προηγούμενο στην Ελλάδα ούτε και σε άλλα ευρωπαϊκά κόμματα».

 

 

Ο Νίκος Χριστοδουλάκης εκφράζει τον ευρύτερο προβληματισμό του για τη διαδικασία εκλογής προέδρων στα μεγάλα κόμματα, για την οποία εκτιμά ότι χρειάζεται αναθεώρηση. «Δεν μπορεί να γράφεσαι την παραμονή και να ψηφίζεις την επομένη. Τα κόμματα οφείλουν να επανεξετάσουν αυτόν τον εντελώς ανοιχτό, άρα στην πράξη εντελώς ανεξέλεγκτο τρόπο προσέλευσης και ψηφοφορίας». 

 

 

Για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ δηλώνει πως ακολουθεί μια σώφρονα πολιτική και «δεν διαλαλεί “ανοίξαμε και σας περιμένουμε”» αλλά «οικοδομεί την επιρροή του κόμματος σταδιακά, χωρίς πρόχειρες κατασκευές».

 

 

«Δεν θέλει βιασύνη, θέλει πολλή δουλειά. Αυτή είναι η άποψή μου κι ελπίζω να συμφωνούν οι περισσότεροι. Στο ΠΑΣΟΚ υπάρχουν όλες οι απόψεις. Υπάρχει μία άποψη, “ανοίξτε τις πόρτες και όποιος θέλει να μπει, ας μπει”, ακόμα και αν δεν υπάρχουν διασφαλίσεις. Υπάρχει και η άποψη, “κλείστε τις πόρτες να μην μπει κανένας”. Και οι δύο αυτές απόψεις είναι ακραίες», λέει και υποστηρίζει τη θέση «Ούτε διάπλατα ανοιχτές πόρτες ούτε περίκλειστο κόμμα». 

 

 

Στην οικονομία λέει ότι έχουν γίνει βήματα προόδου και ότι «η Ελλάδα, κυρίως λόγω του τουριστικού ρεύματος, σημείωσε μια ανάπτυξη και το 2022 και το 2023, η οποία είναι αξιόλογη και μακάρι να συνεχίσει». «Η ανεργία όμως ναι μεν μειώθηκε, αλλά εξακολουθεί να είναι από τις μεγαλύτερες στην Ε.Ε.» αναφέρει. «Οι εξαγωγές αυξήθηκαν, όχι όμως όσο αυξήθηκαν οι εισαγωγές, με αποτέλεσμα το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας, έπειτα από αρκετά χρόνια, να ξαναγίνει έντονα αρνητικό και μάλιστα διευρυνόμενο, πράγμα το οποίο, αν συνεχιστεί έτσι, θα δημιουργήσει μια σοβαρή απειλή για την ελληνική οικονομία».  

 

 

Ο πρώην υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει ότι «δημοσιονομικά η κυβέρνηση ήταν η πιο τυχερή του τελευταίου μισού αιώνα», καθώς είχε την ευκαιρία να δώσει πάρα πολλά χρήματα λόγω της πανδημίας, «μοίρασε γύρω στα 60 δισ., ενώ είδε το χρέος να μειώνεται σαν ποσοστό του ΑΕΠ, λόγω του πληθωρισμού τον οποίο δεν ενδιαφερόταν να μειώσει». 

 

 

Αναφέρει, επίσης, ότι η ελληνική οικονομία πάει καλύτερα σε σύγκριση με ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, «αλλά δεν έχει εκείνα τα εχέγγυα τα οποία θα της επιτρέψουν μια απρόσκοπτη πορεία προς το μέλλον με τους ίδιους όρους» και δηλώνει ότι  θα ήθελε πολύ να είναι στη θέση του κ. Μητσοτάκη αυτή την περίοδο όταν έχει απέναντί του τη Γερμανία, η οποία είναι αυτή που έχει τώρα προβλήματα στην οικονομία της και όχι η Ελλάδα.