Εξέχων ακαδημαϊκός, πολύ μεγάλο κάθαρμα, μου έλεγε πέρσι τον χειμώνα, αν και ελαφρώς μεθυσμένος, ότι η σύγχρονη προπαγάνδα, το think tank των κομμάτων και οι άνθρωποι που αναλαμβάνουν να επικοινωνήσουν τη γραμμή τους, πρέπει επειγόντως να ανανεώσουν τα εγχειρίδια τους.

 

«Το κακό με τους σύγχρονους προπαγανδιστές», μου έλεγε βρωμώντας ουΐσκι, εν τω μέσω παρουσίασης συγγράμματος συναδέλφού του, με άξονα τον Μπουρντιέ, αν θυμάμαι καλά, «είναι ότι παίρνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό τους και ότι χρησιμοποιούν γλώσσα του '50. Αν σου συμβαίνουν αυτά τα δύο δεν μπορείς να πεις κανένα ψέμα της προκοπής: αυτά τα πράγματα θέλουν πνεύμα, ευελιξία, σύγχρονη γλώσσα και τόσο δα χιούμορ. Όχι διδακτισμούς και ύφος πρεσβυτέρας εν εξάλλω. Βέβαια, οι περισσότεροι επί της ουσίας ντρέπονται είτε για τις κωλοτούμπες είτε για τα άλματα από μαγαζί σε μαγαζί κι όσο μεγαλύτερη η ντροπή, τόσο σοβαρότερο και γι' αυτό γελοιοδέστατο το ύφος. Δες τους! Ούτε μια κανονική κουβέντα δεν μπορούν να κάνουν χωρίς στόμφο, χωρίς όλα αυτά τα γλωσσαμυντορικά κλισέ της ψευδοσοβαρής δημοσιογραφίας».

 

Φυσικά και είναι δικαίωμα να έχει κανείς γνωστά αφεντικά και να υπερασπίζεται, με κλισέ και ακρότητες, τις απόψεις του. Και φυσικά, όλα αυτά θα μπορούσαν να ειδωθούν κι από ένα σοβαρό πρίσμα, αν δεν υπήρχε στη μέση ο λαϊκισμός, οι χαρακτηρισμοί, η έκπτωση του δημοσιογραφικού λόγου, αυτή που κουμπώνει εξαιρετικά με τον πολιτικό πολιτισμό του Πολάκη και την παρούσα λογική μιας ΕΡΤ που όζει πλέον καθεστώς, μούχλα και ναφθαλίνη και φυσικά πληρώνεται από ένα κοινό που δεν τη βλέπει.

 

Παρά το ψεύδισμα από το ποτό, η σκέψη είχε μια καθαρότητα. Χαιρετηθήκαμε, ήθελε να πει και μια καλησπέρα στον κ. Τσακαλώτο και επιστρέψαμε αμφότεροι στις δουλειές μας. Τον θυμήθηκα μετά από καιρό με την πρόσληψη της Κατερίνας Ακριβοπούλου στην ΕΡΤ, όπως θυμήθηκα ότι σε διάφορα Μέσα, στα οποία κατά καιρούς εργάστηκα ή συνεργάστηκα –ειδικά ως νεότερη- το όνομά της φιγουράριζε μέσα στα 3-4 των λεγόμενων «σοβαρών δημοσιογράφων» που έπρεπε κανείς να παρακολουθεί, κυρίως για τη ροή της σκέψης τους και την παράθεση επιχειρημάτων, αν ήθελε να γίνει μέλος της ΕΣΗΕΑ. Μεταξύ μας, μάταιος κόπος. Στην ΕΣHEA των απερίγραπτων εδώ και χρόνια προεδρείων και εκλογών, θα έπρεπε κάποιος να είναι πολύ – πολύ ρομαντικός, απολύτως αφελής ή βαθύ κομματόσκυλο, για να έχει πρότυπα. Υπάρχουν λόγοι που οι δημοσιογράφοι έχουν κακό όνομα μεταξύ των λοιπών επαγγελματιών –μην τα ξαναλέμε- και ένας από αυτούς είναι συνήθως η στράτευση τους σε μια ιδέα, ένα κόμμα, ένα πρόσωπο, έναν μηχανισμό.

 

Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, και μέσα σε μια θάλασσα mediaκής βλακείας, κρατάς το ρεπορτάζ (όταν υπάρχει), μία κάπως πιο ορθολογική σκέψη, μία σωστή ή μια γενναία κουβέντα εναντίον του ΠΑΣΟΚ ή της Νέας Δημοκρατίας – κάποτε συμβαίνει να είναι τόσο σωστή, που ξεχνάς τα κίνητρα που εκπροσωπεί η –εκάστοτε- δημοσιογραφική φωνή. Στους στραβούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος και φυσικά αυτό ισχύει και στη δημοσιογραφία. Τι γίνεται, όμως, όταν η σπέκουλα τόσων ετών σε στέλνει στην επόμενη δουλειά; Τι συμβαίνει, όταν αυτή η δουλειά είναι η Δημόσια (και πάντοτε απολύτως κομματική) Τηλεόραση; Και τι είσαι, όταν για μήνες συστηματικά η δουλειά σου είναι το στρογγύλεμα, η μετάλλαξη του άσπρου σε μαύρο, η καθαρή διαστρέβλωση των ειδήσεων;

 

Αν αυτό ήταν η αρχή 

και αυτό η συνέχεια (με τη γνωστή εξελιξη)

 

 

 

όταν στα περισσότερα άρθρα του κάποιος είναι μονίμως θυμωμένος και είρων, διανύει μόνιμη φάση ιερής οργής και δεν φείδεται τους χαρακτηρισμούς εναντίον πολιτικών, δημοσιογράφων, οργανισμών, χωρίς ίχνος ψυχραιμίας τι μονοπάτι περπατά, επαναπαυόμενος στο παλιό "σοβαρό" παρελθόν του; 

 

Φυσικά και είναι δικαίωμα η γνώμη. Ακόμη και ειρωνική, ακόμη και αγενής, ακόμη και στρεψόδικη, ακόμη και παρωχημένα διατυπωμένη, ειλικρινά δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, όταν αμείβεται από τσέπη ιδιώτη για να γράφει: "Τι να μας πουν τώρα οι άλλοι με καμιά δεκαριά-και βάλε-πανεπιστημιακούς στην κυβέρνηση, μερικούς 30ρηδες υπουργούς με μεταπτυχιακά και πολιτική παιδεία, πεπειραμένους υπουργούς που ξέρουν την «πιάτσα», κάτι εμμονικούς εναντίον λένε της διαπλοκής και έναν 40ρη πρωθυπουργό, που δεν φοράει γραβάτα και αντί να σταθεί σούζα στον πλανητάρχη, του μιλάει σαν να είναι ο κολλητός του από τις καταλήψεις..." (altsantiri.gr 19/11/2016).

 

Φυσικά και είναι δικαίωμα η παραλλαγή του γνωστού μότο "ναι, αλλά για το τάδε δεν λέτε τίποτα", όπως αυτή εδώ

 

 

 ή αυτή που προηγήθηκε. 

 

Φυσικά και είναι δικαίωμα να έχει κανείς γνωστά αφεντικά και να υπερασπίζεται, με κλισέ και ακρότητες, τις απόψεις του. Και φυσικά, όλα αυτά θα μπορούσαν να ειδωθούν κι από ένα σοβαρό πρίσμα, αν δεν υπήρχε στη μέση ο λαϊκισμός, οι χαρακτηρισμοί, η έκπτωση του δημοσιογραφικού λόγου, αυτή που κουμπώνει εξαιρετικά με τον πολιτικό πολιτισμό του Πολάκη και την παρούσα λογική της ΕΡΤ. Μια ΕΡΤ που όζει πλέον καθεστώς, μούχλα και ναφθαλίνη, πρακτικές και σκηνοθεσία προ Μεταπολίτευσης και φυσικά πληρώνεται από ένα κοινό που δεν τη βλέπει. 

 

Από μία τέτοια σοβαρή δημοσιογράφο, φίλη των αριστερών κύκλων, θα περίμενε κανείς (ακόμη και το δεξιό κοινό) φρέσκες αναλύσεις για το καθήκον της ελληνικής αριστεράς, για τις προκλήσεις πραγμάτωσης των κοινωνικών προταγμάτων της και όχι επίτηδες κακή «μετάφραση» της επικαιρότητας (το τελευταίο Eurogroup ήταν ένα εξαιρετικό δείγμα, αφού το αποτέλεσμα φάνηκε αναμενόμενο τελικά στη δημοσιογράφο), όχι σωματοφυλακή, όχι ξαναβάφτισμα του φτωχικού γαύρου σε υγιεινό πρωτεϊνικό γεύμα, όχι ειρωνεία και αντιπολιτευτική χολή. Μπορεί να περίμενε και λίγο αυτοσαρκασμό, μια σταλιά χιούμορ, δείγμα σπουδαίου νου, ακόμη κι όταν μισθώνεται για τις κομματικές υπηρεσίες του.

 

Η «Αίθουσα Σύνταξης», η εκπομπή που παρουσιάζει κάθε απόγευμα η κα Ακριβοπούλου στην ΕΡΤ1 φλερτάρει με τη μονάδα, ενίοτε και με το μηδέν κόμμα κάτι, παρά το σοβαρότατο ύφος, την υποδειγματική υπομονή της σε προσωπικές επιθέσεις (ας πούμε ότι η εκπομπή με προσκεκλημένο τον Άδωνι Γεωργιάδη ήταν μια άσκηση θάρρους για την παρουσιάστρια), άρα γιατί; Ας μη γελιόμαστε: σοβαρότητα στον λαϊκισμό και τη "στράτευση" δεν υπάρχει. Μπορεί να υπάρχει δημοφιλία, αλλά σοβαρότητα (δηλαδή ίσες αποστάσεις, ενημέρωση σκέτη, κυκλωμένα από παντού θέματα) όχι. Κι όταν δεν υπάρχει ούτε αυτό, δηλαδή ούτε κοινό να μας ακούσει, να συμφωνήσει, να μας χειροκροτήσει ή να διαφωνήσει μαζί μας έστω, είναι ώρα να σκεφτούμε τι δεν γίνεται σωστά. Ίσως, όντως τα εγχειρίδια προπαγάνδας θέλουν μια ανανέωση, λίγο re-writing, μια συμβουλή από μερικούς έμπειρους διαφημιστές.

 

Και κάτι ακόμη: αν αυτή η κυβέρνηση αγαπά τους νέους (με ή χωρίς γραβάτα, εδώ που βρισκόμαστε είναι απολύτως αδιάφορο πια) όσο διατείνεται, ας λαμβάνει σοβαρότερα υπ' όψιν και τους 15χρονους και τους 20χρονους κι αν τολμάει, ας εμπιστευθεί και καμιά εκπομπή στην ΕΡΤ σ' αυτούς. Σίγουρα, θ' αντέχουν περισσότερο (και θ' αντιδρούν με πιο σοβαρό και ενδιαφέροντα τρόπο). Και στην κριτική και στα νούμερα τηλεθέασης.

 




Κατερίνα Ακριβοπούλου: Μαθήματα προπαγάνδας στην ΕΡΤ. Από την Χριστίνα Γαλανοπούλου