Στα τέλη του ’90, το πρώτο πράγμα που μάθαινε κάθε νέος δημοσιογράφος ήταν ότι έπρεπε να διαβάζει εφημερίδα. Και ως δόκιμος έπρεπε καθημερινά να βυθίζεται στο σώμα των εφημερίδων (σ.σ.: το πακέτο που κατέφθανε κάθε πρωί στα κτήρια των εκδοτικών Ομίλων με όλο τον ημερήσιο Τύπο) και να ξεκοκαλίζει διαγωνίως τίτλους, κεντρικά θέματα, μονόστηλα.

 

Ήταν η εποχή που η πολιτική συναλλασσόταν απευθείας με τον Τύπο και ακόμη και ο πιο απολιτίκ αναγνώστης γνώριζε το εξής: πριν από κάθε εκλογική αναμέτρηση, πριν από δημοτικές ή βουλευτικές εκλογές θα ξεφύτρωναν 4-5-10 καινούριες εφημερίδες, στις οποίες, κλασικά, άλλος ήταν ο εκδότης, άλλος ο χρηματοδότης και το έντυπο θα έκλεινε άμεσα, αν το κόμμα (το όποιο κόμμα) έχανε τις εκλογές, λιγότερο άμεσα, αν τις κέρδιζε. Συνήθως, με χρέη προς τους δημοσιογράφους. Θλιβερό, αλλά αληθινό και ο αναγνώστης το γνώριζε.

 

Ήταν επίσης η εποχή, που το internet ήταν ακόμη πολυτέλεια για τα newsrooms των εφημερίδων. Η είδηση έβγαινε με τηλέφωνα, φαξ ή συναντήσεις, η συνέντευξη γινόταν πρόσωπο με πρόσωπο, τα χειρόγραφα παραδίδονταν στον αρχισυντάκτη σε δημοσιογραφικό χαρτί (το οποίο συχνά μύριζε ανυπόφορα εθιστικά – τόσο φθηνό!), τα τηλεγραφήματα του ΑΠΕ κατέφθαναν μέσω φαξ – σεντόνια ολόκληρα. Υπήρχε άνθρωπος, συνήθως κάποιος που δούλευε στο αρχείο, γι’ αυτή τη δουλειά, να κόβει, να κατηγοριοποιεί και να μοιράζει τις ειδήσεις ανά αρμόδιο συντάκτη.

 

Σύνδεση internet, λοιπόν, είχε μόνο ο προνομιούχος υπολογιστής του αρχισυντάκτη. Αν ήταν συνάδελφος και δεν κοιτούσε τον κόσμο αφ’ υψηλού, άφηνε για λίγη ώρα το γραφείο του, παραχωρώντας την πολύτιμη σύνδεση του σε κάποιον που τη χρειαζόταν για να εμπλουτίσει το ρεπορτάζ του, συνήθως από sites του εξωτερικού. Τότε, τα ελληνικά ενημερωτικά sites μετριούνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού και με εξαίρεση ένα – δύο, τα υπόλοιπα ελέγχονταν σοβαρά για την αξιοπιστία τους.

 

Ακόμη και έτσι όμως, η απειλή φαινόταν. Ότι κάτι, κάποια στιγμή, θα κατάφερνε σοβαρό πλήγμα στο χαρτί. Η ΕΣΗΕΑ, μακάρια και κοντόφθαλμη όπως πάντα, διοργάνωνε κατά καιρούς σεμινάρια εκμάθησης ηλεκτρονικού υπολογιστή(!). Για λίγους.

 

Mέσα σε 20 χρόνια, μέσω των εφημερίδων, έχουν δοθεί –ως δώρα με το αζημίωτο, φυσικά- σχεδόν τα πάντα: αυτοκίνητα, ακίνητα, ρολόγια, κοσμήματα, καλλυντικά, διακοπές, ψώνια του σούπερμαρκετ, βιβλία, πετρέλαιο θέρμανσης, βίους αγίων, προσευχητάρια, εικόνες, ΤΑ ΠΑΝΤΑ.

 

Τον ίδιο καιρό βασιλεύουν 4-5 κραταιές εφημερίδες, στις οποίες, αν κάποιος ήταν (νέος) γραφιάς ή ρεπόρτερ ή όλα μαζί, ήθελε να έχει δουλέψει: η «Ελευθεροτυπία», «Τα Νέα», «Το Βήμα», «Η Καθημερινή», το «Έθνος». Τέλος πάντων, εθεωρείτο τιμή να έχει περάσει κανείς από εκεί, ασχέτως που οι κυκλοφορίες του πρακτορείου «Ευρώπη» ήδη έδειχναν μία περίεργη τάση, πτωτική, έδειχναν επίσης την άρνηση του κοινού να συγκινηθεί από τους τίτλους και τις γνωστές υπογραφές. Ακόμη (τρις) χειρότερα έδειχναν τη δυσφορία των νεότερων σε ηλικία αναγνωστών να συνδεθούν με ένα συγκεκριμένο εκδοτικό προϊόν.

 

Μικρή παρένθεση: αν το 1989 ήταν το έτος που σύμφωνα και με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας πωλήθηκαν τα περισσότερα φύλλα εφημερίδων (308 εκ. φύλλα, συνεπεία του σκανδάλου Κοσκωτά, των δικαστικών εξελίξεων και των απανωτών πολιτικών αναταραχών), από εκεί και μετά ανά 8ετία καταγραφόταν πτώση στις κυκλοφορίες με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Για την ακρίβεια συνεπάγεται την υποχώρηση ενός 8% μέσα στο 2015 και ουδείς γνωρίζει πόσο αυτό το ποσοστό θα έχει αυξηθεί μέχρι τον Μάρτιο του 2017, οπότε και θα προκύψουν τα επίσημα στοιχεία για τις κυκλοφορίες του έτους 2016…

 

Ο αναγνώστης αδυνατεί να ταυτιστεί και να (συμ)πονέσει, γιατί δεν αγνοεί το παρελθόν και γιατί, φυσικά, κάτι τον προϊδεάζει για το μέλλον. Φωτο: Alexandros Michailidis/SOOC
Ο αναγνώστης αδυνατεί να ταυτιστεί και να (συμ)πονέσει, γιατί δεν αγνοεί το παρελθόν και γιατί, φυσικά, κάτι τον προϊδεάζει για το μέλλον. Φωτο: Alexandros Michailidis/SOOC

 

Και μετά ήρθαν οι προσφορές: μέσα σε 20 χρόνια, μέσω των εφημερίδων, έχουν δοθεί –ως δώρα με το αζημίωτο, φυσικά- σχεδόν τα πάντα: αυτοκίνητα, ακίνητα, ρολόγια, κοσμήματα, καλλυντικά, διακοπές, ψώνια του σούπερμαρκετ, βιβλία, πετρέλαιο θέρμανσης, βίους αγίων, προσευχητάρια, εικόνες, ΤΑ ΠΑΝΤΑ.

 

Οι ίδιοι οι εκδότες αστειεύονταν χοντρά στα καφέ του Κολωνακίου ότι οι κυριακάτικες εφημερίδες ζυγίζουν όσο «4 κοτόπουλα» (sic) και μόνο, ίσως, ο αείμνηστος Σεραφείμ Φυντανίδης, κάποτε, περιδιαβαίνοντας τα γραφεία των συντακτών στην «Ελευθεροτυπία», είχε ξεστομίσει το προφανές. Ότι πρόκειται περί ήττας, ότι αν φτάσαμε το έντυπο να αγοράζεται για την προσφορά και όχι για την ύλη του, κάτι γίνεται πολύ λάθος.

 

Η ιστορία έγραψε τα υπόλοιπα.

 

Όταν πλέον το internet και το είδος της ενημέρωσης που είχε να προσφέρει εισέβαλαν παντού, σε κάθε σπίτι, γραφείο, κινητό, tablet, τα πάντα είχαν τελειώσει για την παλαιάς κοπής δημοσιογραφία. Και φυσικά, ο αναγνώστης αυτό το ήξερε πρώτος. Στο περίπτερο συνέχισαν να πηγαίνουν οι πιστοί, οι πρεσβύτεροι και οι κυνηγοί των προσφορών. Μέσα σε λιγότερο από μία 5ετία εφημερίδες και περιοδικά έκλεισαν, η ανεργία στον Τύπο χτύπησε κάθε τιλτ και κόκκινο που υπήρχε και, βέβαια, πολύς δημοσιογραφικός κόσμος βρίζει το διαδίκτυο και την τεχνολογία που του έκλεψε τη δουλειά.

 

Μισό λεπτό. Ποια δουλειά;

 

Στο εξωτερικό, πάνω από την κατάρρευση γιγαντιαίων έντυπων μέσων, όπως ο Independent, για παράδειγμα αυτού του είδους η αυτοκριτική έγινε δημόσια, ψύχραιμα και χειρουργικά. Εδώ, κάτι ανάλογο συγκρατείται από ένα κακώς εννοούμενο συνδικαλιστικό πνεύμα, το οποίο κινητοποιείται κατά το δοκούν, ας είμαστε ειλικρινείς.

 

Όλα τα υπόλοιπα, τα πολύ συναισθηματικά για τις εφημερίδες που έκλεισαν, κλείνουν ή κινδυνεύουν με λουκέτο είναι απολύτως κατανοητά, ανθρώπινα και συναδελφικά, ωστόσο δεν αθωώνουν κανέναν. Ούτε τους εκδότες, ούτε τις συνδικαλιστικές ενώσεις, ούτε καν τους δημοσιογράφους.

 

Πολλά από τα ελληνικά media –η ΕΡΤ είναι ένα χρυσό τέτοιο παράδειγμα- για δεκαετίες, από τότε που οι αγελάδες ήταν ακόμη παχιές, συνήθιζαν να δουλεύουν με εργαζόμενους δύο ταχυτήτων, τους κακοπληρωμένους βαθυσκλάβους και τις φίρμες, συντηρώντας ορόφους ολόκληρους και τετραγωνικά αιθουσών με ανάμεικτο πληθυσμό.

 

Τη λάντζα και την πολεμική μηχανή συγκρατούσαν οι πρώτοι, το ονόρε –με ηγεμονικούς μισθούς- συγκρατούσαν οι δεύτεροι. Και, βεβαίως, υπήρχαν και οι διαπρεπείς παρατηρητές, κυβερνητικοί συνήθως. Μόνο που καμία επιχείρηση –κι ας είναι και ψιλικατζίδικο- δεν συντηρείται με ένα άρθρο την ημέρα, κάποιου ελαφρώς αργόσχολου αρθρογράφου. Στο internet ή στο έντυπο, η δημοσιογραφία είναι σκληρή υπόθεση, για απολύτως αφοσιωμένους και όπως όλες οι δουλειές δεν κρατιέται με δύο υπαγορευμένα κείμενα και τη μύτη ψηλά.

 

Η αντιπάθεια ανάμεσα στο αναγνωστικό κοινό και τις φίρμες, που έγιναν πιο φίρμες μέσω των παραθύρων της τηλεόρασης έγινε καθεστώς. Μετά – δημοσιογραφία (σοβαρή ανάλυση, φως μετά τα γεγονότα που προλάβαιναν τα ηλεκτρονικά Μέσα πρώτα) σπανίως υπήρξε σε έντυπο. Δεν ήταν το internet που προξένησε τη ζημιά, αλλά η σιγουριά ότι η διαπλοκή και το ονόρε θα στηρίζουν για πάντα έντυπα που στην πρώτη τους νιότη υπήρξαν πρωτεργάτες, αλλά μετά κατέληξαν θεατές.

 

Όσο για τη διαδικτυακή επιμόρφωση; Ακόμη μακαρίως τυρβάζει η ΕΣΗΕΑ. Όποιος δημοσιογράφος άνω των 40 κι αν ερωτηθεί αυτή τη στιγμή για την πραγματική του σχέση με το διαδίκτυο, η απάντηση θα είναι απογοητευτική. Ακόμη κι αν έχει μείνει εκτός αγοράς για καιρό και του προταθεί μία σχετική θέση, θα τινάξει τα πέτα. Στο διαδίκτυο, όλα είναι μετρήσιμα, δουλειά και αποτέλεσμα και τίποτα δεν κοιμάται ποτέ. Σκληρό, αλλά η διαχείριση το κάνει ανθρώπινο. Προσοχή, η διαχείριση, όχι η ραστώνη.

 

Όλα τα υπόλοιπα, τα πολύ συναισθηματικά για τις εφημερίδες που έκλεισαν, κλείνουν ή κινδυνεύουν με λουκέτο είναι απολύτως κατανοητά, ανθρώπινα και συναδελφικά, ωστόσο δεν αθωώνουν κανέναν. Ούτε τους εκδότες, ούτε τις συνδικαλιστικές ενώσεις, ούτε καν τους δημοσιογράφους. Γι’ αυτό ο αναγνώστης αδυνατεί να ταυτιστεί και να (συμ)πονέσει, γιατί δεν αγνοεί το παρελθόν και γιατί, φυσικά, κάτι τον προϊδεάζει για το μέλλον. Η πρωτογένεια, η έλλειψη υστεροβουλίας, η οσμή αξιοπιστίας σε μία προσπάθεια, δύσκολα ξεπερνιούνται, όταν συνηθίσει κανείς σ’ αυτά. (Και για να ειπωθεί και πιο απλά: πώς να αγαπήσεις κάποιον που σου πουλάει ιδέες και άποψη, τη στιγμή που το σπίτι σου καίγεται; Μην απαιτούμε τρέλες).

 

Αυτό που ερχόταν, φαινόταν. Αν υπάρχει στ’ αλήθεια πρόθεση διάσωσης των εντύπων, ας καθίσουμε στο θρανίο από την αρχή. Αλλού το έκαναν και το έκαναν με χαρά. Γιατί όχι και εδώ;