H αυτοβιογραφία του Τζον λε Καρέ διαβάζεται απνευστί

H αυτοβιογραφία του Τζον λε Καρέ διαβάζεται απνευστί Facebook Twitter
Όταν έχουμε να κάνουμε με έναν συγγραφέα, πόσα από αυτά που μας εξιστορεί για την ίδια του τη ζωή μπορούμε με ασφάλεια να πιστέψουμε; Στην περίπτωση του Τζον λε Καρέ, η απάντηση είναι μία: δεν έχει σημασία — σημασία έχει μόνο η γοητεία που ασκεί επάνω μας.
0

Διαβάζοντας για να γοητευτούμε

Όταν βλέπεις πως τα πρώτα πιο δημιουργικά σου χρόνια βρίσκονται πια πίσω σου, αρχίζεις μανιωδώς να ψάχνεις τα εργοβιογραφικά των αγαπημένων σου συγγραφέων (σε ποια ηλικία έγιναν γνωστοί; Μήπως είχαν περάσει τα σαράντα; Πότε έγραψαν το πραγματικά μεγάλο τους βιβλίο; Πόσες φορές τούς το απέρριψαν μέχρι να εκδοθεί;) αναζητώντας ομοιότητες και διαφορές, όπως στα απλοϊκά τεστ των περιοδικών με σταυρόλεξα και γρίφους. Όταν το κόλπο σου αποτύχει, γιατί έχεις ήδη φτάσει στα δεύτερα πιο δημιουργικά σου χρόνια, στρέφεσαι στις βιογραφίες — ακόμη καλύτερα, στις αυτοβιογραφίες. Θέλεις να δεις τις ρίζες του ταλέντου τους, τις καμπές της ζωής τους, τα εφόδια που είχαν, τις διαφορές από τη δική σου ζωή. Όταν το κάνεις και αυτό αρκετές φορές, και διαπιστώσεις πως δεν υπάρχει κάποια κοινή φόρμουλα ελαφρώς μεταφυσικού τύπου, απλώς συμβιβάζεσαι με την ιδέα πως εκείνο που τους έκανε να ξεχωρίσουν ήταν ένας συνδυασμός απρόσκοπτης και κοπιώδους δουλειάς, πελώριας γνώσης τού εκάστοτε αντικειμένου, λατρείας της μεθόδου, μανιακής επαναληπτικότητας, και πίστης ότι όφειλαν να πετύχουν: πράγματα που τα ήξερες από πριν, πράγματα που εσένα σού λείπουν. Χρειάζεται και μια στάλα τύχη ίσως, και αυτό που λέμε ταλέντο, αλλά μπροστά στα υπόλοιπα και τα δύο έρχονται δεύτερα.

Πολλοί λένε, και όχι άδικα, πως ένα προσωπικό ημερολόγιο, πόσω δε μάλλον μία αυτοβιογραφία, είναι τα καταλληλότερα πεδία για να ασκήσει κανείς το χάρισμά του, ή μία χαριτωμένη έξη, στην ψευδολογία: στην επινόηση. Αλλά ποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί στα σοβαρά ότι η ίδια μας η μνήμη δεν είναι μία λογοκριμένη εκδοχή του παρελθόντος όπως πιστεύουμε ότι το βιώσαμε; Κανείς δεν μπορεί να πει ούτε για τον ίδιο του τον εαυτό πού σταματά η αλήθεια και πού αρχίζει η επινόηση σε όσα θυμάται. Όταν, μάλιστα, έχουμε ακριβώς να κάνουμε με έναν επαγγελματία του είδους, ένα συγγραφέα, πόσα από αυτά που μας εξιστορεί για την ίδια του τη ζωή μπορούμε με ασφάλεια να πιστέψουμε; Στην περίπτωση του Τζον λε Καρέ, η απάντηση είναι μία: δεν έχει σημασία — σημασία έχει μόνο η γοητεία που ασκεί επάνω μας. Δεν μπορώ να φέρω στον νου μου πολλούς σύγχρονούς μας πεζογράφους που να έχουν τόσα να αφηγηθούν. Ή μάλλον, που να είναι αναγκασμένοι, αναδιφώντας στη μνήμη τους, να πρέπει να πετάξουν τόσο πολλά, για να μην καταλήξουν με ένα κολοσσιαίο χειρόγραφο στα χέρια τους. Η «Σήραγγα των περιστεριών» δεν είναι μία αυτοβιογραφία — δεν θα μπορούσε να είναι. Είναι αυτό που λέει ο υπότιτλός της: «Ιστορίες από τη ζωή μου». Σταχυολογημένες μέσα από εκατοντάδες άλλες. Και είναι όλες τους συναρπαστικές. Πώς θα ήταν δυνατόν να γινόταν διαφορετικά;

Ο Τζον λε Καρέ δεν «κάνει λογοτεχνία» στη «Σήραγγα των περιστεριών», απλώς αφηγείται. Οτιδήποτε άλλο θα ήταν σαχλό.

Ένας συγγραφέας που δεν έχει όμοιό του

Διαβάζοντας το βιβλίο, και για τις ανάγκες αυτού του σημειώματος, έκανα κάτι που γενικώς αποφεύγω: υπογράμμιζα σημεία με, κατά τη γνώμη μου, ξεχωριστό ενδιαφέρον. Μέχρι τα μισά του τόμου, βρέθηκα με δεκάδες τονισμένες παραγράφους. Συνέχισα έτσι, πιο πολύ από πείσμα, και πλέον αφενός μεν το βιβλίο είναι κατεστραμμένο, αφετέρου δε οι υπογραμμίσεις μου είναι σχεδόν άχρηστες, καθώς καλύπτουν πάνω από τις μισές σελίδες, και πρέπει να τις ξαναδιαβάσω όλες για να επιλέξω χαρακτηριστικά κομμάτια.

Ο Τζον λε Καρέ δεν «κάνει λογοτεχνία» στη «Σήραγγα των περιστεριών», απλώς αφηγείται. Οτιδήποτε άλλο θα ήταν σαχλό. Προσπαθεί να είναι ακριβής, ακόμη και όταν το χιούμορ του και ο αυτοσαρκασμός του ξεγλιστρούν και δίνουν τον τόνο. Γράφει ήρεμα, θέλοντας να αποστασιοποιηθεί (από τον εαυτό του!) και να αναστοχαστεί, όπως λένε, και προσφέρει, όχι μόνο ιστορίες από τη ζωή του, αλλά κομμάτια από την πραγματική, μεγάλη Ιστορία του δεύτερου μισού τού 20ού αιώνα. Γιατί την είδε από κοντά, τη στιγμή ακριβώς που γραφόταν. Ήταν εκεί.

Φυγάς από το σπίτι του σε νεαρή ηλικία, εκκολαπτόμενος Βρετανός κατάσκοπος στη Γερμανία στην αρχή της τρίτης δεκαετίας της ζωής του, καθηγητής γερμανικών σε πολύ υψηλό επίπεδο, μέλος τής ΜΙ5 και κατόπιν τής ΜΙ6, διπλωματικός ακόλουθος της βρετανικής πρεσβείας στη Βόννη και στο Βερολίνο, ακαταπόνητος ταξιδιώτης σε οποιαδήποτε χώρα μπορούσε να πετάξει αεροπλάνο (έστω και με κίνδυνο να καταρριφθεί), συνομιλητής με πολλούς από τους ανθρώπους που κινούσαν τα νήματα και στις δύο πλευρές του Σιδηρού Παραπετάσματος, συγγραφέας εμβληματικών βιβλίων που διαβάστηκαν (και εξακολουθούν μανιωδώς να διαβάζονται) από εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο και που μεταφέρονται δεκαετίες τώρα στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, απόμακρος και αρκετά μοναχικός παρά το διάσημο όνομά του (ή μάλλον παρά το διάσημο ψευδώνυμό του: στην πραγματικότητα λέγεται Ντέιβιντ Κόρνγουελ), δεν σταμάτησε ποτέ να κάνει ό,τι του προσέφερε τη μεγαλύτερη προσωπική ευχαρίστηση — να αφηγείται ιστορίες ανθρώπων που το κοινωνικό τους εκτόπισμα ήταν αντιστρόφως ανάλογο του ρόλου που έπαιξαν στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα, ανθρώπων που, εμπλεκόμενοι μέσα σε μία πελώρια και αέναη μάχη ανάμεσα στις υπερδυνάμεις του πλανήτη, έγιναν οι ίδιοι ιστορία. Σπουδαίος. Και πέρα για πέρα μοναδικός στο είδος του.

Σπαράγματα

Αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάποια από τα κομμάτια που διηγείται ο Τζον λε Καρέ στη «Σήραγγα», θα επέλεγα μάλλον την επεισοδιακή συνάντησή του με τον Γιασέρ Αραφάτ και το πορτρέτο του Παλαιστίνιου ηγέτη με τα τρυφερά δάχτυλα που σκιαγραφεί, όλες τις ιστορίες του από τη Ρωσία (επί Γκορμπατσόφ, επί Γέλτσιν, επί Πούτιν) και ασφαλώς οτιδήποτε αφορά τις συναντήσεις του με τους μεγάλους πρωταγωνιστές και τους σκηνοθέτες του Χόλιγουντ, όπως τον Ρίτσαρντ Μπάρτον και τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ, για παράδειγμα, μεταξύ τόσων άλλων. Είναι όντως απολαυστικά τα κομμάτια αυτά, και είναι και πολλά — και εν πολλοίς απομυθοποιητικά. Αλλά όλοι οι αναγνώστες θα διαβάσουν με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή το μεγάλο κεφάλαιο που αφορά τον πατέρα του Τζον λε Καρέ, έναν άνθρωπο μεγαλομανή, παραμυθά, απατεώνα, κλέφτη και βίαιο (απέναντι στη μητέρα του κυρίως, που άφησε τον μικρό Ντέιβιντ και τον αδελφό του στον πατέρα τους και το 'σκασε για να γλιτώσει), που μπορούσε να ξεγελάσει τους πάντες και να επινοεί τρόπους για να ζει αρχοντικά σε πεντάστερα ξενοδοχεία ανά την υφήλιο, όσο τουλάχιστον βρισκόταν εκτός φυλακής. Μία σχέση που επηρέασε καθοριστικά τη ζωή του Κόρνγουολ...

H αυτοβιογραφία του Τζον λε Καρέ διαβάζεται απνευστί Facebook Twitter
Ο Τζον λε Καρέ κοντά στο σπίτι του στην Κορνουάλη

Όμως αρκετά. Δίνω τον λόγο στον συγγραφέα, μέσω δέκα παραθεμάτων (θα μπορούσαν να ήταν εκατονταπλάσια), επιλεγμένων στην τύχη:

 

  • Ας μου επιτραπεί, ωστόσο, να παραδεχτώ ότι χρωστώ στην ΜΙ5 ευγνωμοσύνη για κάτι που δεν θα μπορέσω ποτέ να ξεπληρώσω όπως πρέπει. Η αυστηρότερη διδασκαλία συγγραφής που έλαβα ποτέ δεν προήλθε από κάποιον δάσκαλο ή καθηγητή πανεπιστημίου, και προπαντός όχι από κάποια συγγραφική σχολή. Προήλθε από τα ανώτερα στελέχη του τελευταίου ορόφου των κεντρικών γραφείων τής ΜΙ5, άτομα με κλασική παιδεία που έκαναν φύλλο και φτερό τις αναφορές μου με χαιρέκακη σχολαστικότητα, εκφράζοντας πληθωρικά την περιφρόνησή τους για τις χαλαρά δομημένες προτάσεις μου και την αδικαιολόγητη χρήση των επιρρημάτων μου, γεμίζοντας τα περιθώρια των αθάνατων γραπτών μου με σχόλια όπως περιττό — να παραλειφθεί — να αιτιολογηθεί — προχειρογραμμένο — πραγματικά το εννοείς αυτό; Κανένας από τους επιμελητές που γνώρισα αργότερα δεν ήταν τόσο ακριβολόγος και δεν είχε τόσο δίκιο.
  • Σαράντα οχτώ ώρες αργότερα, έντρομος, ήμουν ξαπλωμένος σε ένα στενό όρυγμα, προσπαθώντας να διακρίνω τους ελεύθερους σκοπευτές των Ερυθρών Χμερ που ήταν κρυμμένοι στην απέναντι όχθη του ποταμού Μεκόνγκ. Δεν με είχαν πυροβολήσει ποτέ ώς τότε. Είχα μπει σε έναν κόσμο όπου όλοι έμοιαζαν να έχουν περισσότερο θάρρος από μένα, είτε ήταν πολεμικοί ανταποκριτές, είτε απλοί άνθρωποι που πήγαιναν καθημερινά στις δουλειές τους.
  • Δεν είχα ξανακαπνίσει ποτέ ως τότε όπιο, ούτε ξανακάπνισα έκτοτε, αλλά από εκείνη τη νύχτα διατηρώ την ανεύθυνη πεποίθηση ότι το όπιο είναι από εκείνα τα συνταγογραφούμενα φάρμακα με τη φρικτή φήμη που, αν το καπνίζουν λογικοί άνθρωποι σε λογικές δόσεις, δεν κάνει παρά μόνο καλό.
  • Μισώ τα αεροδρόμια, τα ασανσέρ, τα αποτεφρωτήρια, τα εθνικά σύνορα και τους συνοριοφύλακες. Όμως τα σημεία ελέγχου είναι μια μισητή κατηγορία από μόνα τους.
  • Υπάρχει μια τυπικά αστεία στιγμή σε παλιές κινηματογραφικές κωμωδίες, στην οποία γίνεται μια συζήτηση μέσω διερμηνέα. Υποβάλλεται μία ερώτηση. Μεταφράζεται. Εκείνος στον οποίο απευθύνεται η ερώτηση ακούει με προσοχή κι έπειτα ανεμίζει ζωηρά τα χέρια και ρητορεύει για δύο ολόκληρα λεπτά. Ακολουθεί μικρή παύση και ο διερμηνέας μεταφράζει: «Ναι» ή «Όχι». Ή «Ίσως». Ο [μεγαλομαφιόζος] Ντίμα δεν ανεμίζει τα χέρια του. Μιλά συγκρατημένα στα ρωσικά. Η αυλή του αρχίζει να χαχανίζει. Το ίδιο και οι κοντοκουρεμένοι φρουροί στην πόρτα. Όμως ο Ντίμα συνεχίζει να μιλάει. Ικανοποιημένος τελικά, πλέκει τα χέρια του και περιμένει να μου μεταφέρει το μήνυμά του ο διερμηνέας. «Κύριε Ντέιβιντ, λυπάμαι γι' αυτό που θα σας πω, αλλά ο κύριος Ντίμα λέει να πάτε να γαμηθείτε».
H αυτοβιογραφία του Τζον λε Καρέ διαβάζεται απνευστί Facebook Twitter
  • Με ενδιέφεραν οι Ινγκούς, εν μέρει επειδή κανένας στον δυτικό κόσμο δεν φαινόταν να τους έχει ακουστά: ο Αμερικανός λογοτεχνικός μου πράκτορας, μάλιστα, με ρώτησε μήπως τους είχα επινοήσει εγώ. [...] Ήταν η ίδια περιέργεια που με είχε οδηγήσει στην Κένυα, το Κονγκό, το Χονγκ Κονγκ και τον Παναμά. [...] Τώρα που οι Ρώσοι είχαν απελευθερωθεί από τις αλυσίδες του μπολσεβικισμού, μήπως οι νότιες χώρες που ήταν εξαρτημένες από τη Ρωσία ζητούσαν να απελευθερωθούν από τον ζυγό της; [...] Το τίμημα της καταστολής μπορεί να ήταν η ριζοσπαστικοποίηση εκατομμυρίων μετριοπαθών μουσουλμάνων.
  • Και η κυρία Θάτσερ επίσης με κάλεσε για γεύμα. Το γραφείο της ήθελε να με προτείνει για μετάλλιο, κι εγώ είχα αρνηθεί. [...] Στην απαντητική επιστολή μου, φρόντισα να διαβεβαιώσω το γραφείο της πρωθυπουργού ότι η άξεστη στάση που επεδείκνυα δεν πήγαζε από καμία προσωπική ή πολιτική έχθρα, εξέφρασα τις ευχαριστίες μου και τις καλύτερες ευχές μου στην πρωθυπουργό και υπέθεσα ότι δεν θα είχα άλλη επικοινωνία μαζί της. Έκανα λάθος.
  • Βλέπετε, είμαι ψεύτης. Γεννήθηκα για να λέω ψέματα, μεγάλωσα με τα ψέματα και εκπαιδεύτηκα στα ψέματα από μια βιομηχανία που ζει από τα ψέματα, στα οποία εξασκήθηκα ως μυθιστοριογράφος. Ως δημιουργός μυθοπλασιών, επινοώ εκδοχές του εαυτού μου, ποτέ τον πραγματικό μου εαυτό, αν υπάρχει.
  • Δεν έχω θεό, παρά μόνο ένα εσωτερικό τοπίο, και δεν περιμένω τίποτε από τον θάνατο, παρά μόνο την εξάλειψη. Βρίσκω χαρά στην οικογένειά μου και στους ανθρώπους που με αγαπούν, και ανταποδίδω την αγάπη τους. Και, καθώς περπατώ στα βράχια της Κορνουάλης, με πλημμυρίζουν κύματα ευγνωμοσύνης για τη ζωή μου.
  • Ο Γκράχαμ Γκριν λέει ότι η παιδική ηλικία είναι το πιστωτικό υπόλοιπο του συγγραφέα. Αν ισχύει αυτό, τότε γεννήθηκα εκατομμυριούχος.
Βιβλίο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT