Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά», λέει ο Τάσος για το διαμέρισμα που ανακάλυψε πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, ύστερα από πολύμηνη αναζήτηση. Δεν ήταν ένα έτοιμο, αψεγάδιαστο σπίτι. Το βρήκε σχεδόν στα μπετά και το έφτιαξε με φαντασία και αγάπη. Εκείνο που τον κέρδισε στο διαμέρισμα ήταν, μου λέει, το άπλετο φως, η ανοιχτή θέα προς την Ακρόπολη και η αίσθηση ότι επέστρεφε στη γειτονιά όπου μεγάλωσε.
«Γεννήθηκα στο Περιστέρι, αλλά μεγάλωσα στον Κολωνό», μου λέει καθώς περνάμε στο καθιστικό. Η επιλογή της γειτονιάς μόνο τυχαία δεν ήταν, ήθελε να επιστρέψει στον τόπο των παιδικών του χρόνων. «Είναι μια ταπεινή, νοικοκυρεμένη γειτονιά», λέει. «Έχουν αλλάξει πολλά, έχουν έρθει άνθρωποι από διαφορετικές χώρες, όμως εξακολουθεί να κρατά κάτι από τον αυθεντικό της χαρακτήρα», τονίζει. Η λέξη «ταπεινή» δεν ακούγεται ως μειονέκτημα· αντίθετα, τη λέει με τρυφερότητα, περιγράφοντας έναν τόπο που αντιστέκεται στην επιτήδευση.
Το διαμέρισμα βρίσκεται ψηλά: το λούζει το φυσικό φως και έχει θέα που απλώνεται πάνω από τις ταράτσες της Αθήνας, μέχρι τον Λυκαβηττό και την Ακρόπολη. Η πόλη γίνεται κομμάτι του εσωτερικού, χωρίς ποτέ να το επισκιάζει. «Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα υπήρχε τέτοια θέα εδώ», παρατηρώ, εκείνος μου λέει «καλωσόρισες στον Κολωνό» και γελάμε.
«Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα υπήρχε τέτοια θέα εδώ», παρατηρώ, εκείνος μου λέει «καλωσόρισες στον Κολωνό» και γελάμε.
Ο Τάσος είναι σκηνοθέτης και αντιμετωπίζει το σπίτι του όπως μια θεατρική σκηνή. Ήξερε από την αρχή πώς ήθελε να είναι, το είχε κάνει εικόνα. Οι λευκές επιφάνειες της κουζίνας λειτουργούν ως ουδέτερο φόντο πάνω στο οποίο πρωταγωνιστούν τα αντικείμενα. Ο κόκκινος μύλος για το πιπέρι είναι σαν έργο τέχνης, ενώ τα αγαπημένα του κινέζικα βάζα τα έχει φέρει απ’ το πατρικό της μαμάς του. Ένα τραπέζι που το έκανε μπουφέ είναι της γιαγιάς του.
Ο μεγάλος δερμάτινος καναπές στο χρώμα της καραμέλας και το τραπέζι του σαλονιού είναι από το Uccello, το αθηναϊκό κατάστημα design που για χρόνια αποτελούσε σημείο αναφοράς για όσους αγαπούσαν το σύγχρονο έπιπλο, ώσπου κατέβασε οριστικά ρολά. Δίπλα τους υπάρχουν πολυθρόνες που διασώθηκαν από την ανακαίνιση του Cape Sounio, οι Sam Son της ιταλικής Magis, και μια ακόμη, μαύρη, σχεδιασμένη από τον Konstantin Grcic, που ο Τάσος την αγόρασε γιατί έπαθε μαζί της «καψούρα», όπως λέει. Η χαρακτηριστική καρέκλα με την πλάτη σε σχήμα καρδιάς, σχέδιο του Fabio Novembre, σπάει με χιούμορ τη γεωμετρία της κατάλευκης κουζίνας.
Ο Τάσος δεν αντιμετωπίζει τα αντικείμενα ως τρόπαια design αλλά ως κομμάτια μιας προσωπικής αφήγησης. Το αποτέλεσμα δεν είναι μια επιδεικτική συλλογή αλλά ένα σπίτι που εξελίσσεται μαζί με τον ιδιοκτήτη του. Δυο υπέροχες πολυθρόνες τις βρήκε στα σκουπίδια. «Μα ποια σκουπίδια είναι αυτά;» ρωτάω κάπως εκνευρισμένη, γιατί τελικά μόνο ενώ εγώ βρίσκω σταθερά μπανανόφλουδες στους κάδους. Ο Τάσος γελάει. «Να κοιτάς καλύτερα», μου λέει. Ένας εξαιρετικός ’70s σουηδικός μπουφές είναι αγορασμένος από το Mofu.
Αν υπάρχει ένα δωμάτιο που αποκαλύπτει περισσότερο από κάθε άλλο τον χαρακτήρα του, αυτό είναι η κρεβατοκάμαρα. Εκεί, και όχι στο σαλόνι, βρίσκεται η μεγάλη βιβλιοθήκη του. Είναι ο χώρος όπου διαβάζει, γράφει, δουλεύει και περνά μεγάλο μέρος της ημέρας του.
«Μου αρέσει να μαζεύω φίλους στο σπίτι, αλλά αγαπώ και τις ώρες που μένω μόνος», μου λέει. Το αγαπημένο του σημείο είναι το κρεβάτι. Εκεί γράφει, διαβάζει, βλέπει ταινίες και αφήνει τις ιδέες να ωριμάσουν. Για εκείνον, το σπίτι δεν είναι μόνο τόπος φιλοξενίας αλλά και ο χώρος όπου δημιουργεί.
Στη βιβλιοθήκη βρίσκονται οι φωτογραφίες των γονιών του, που δεν βρίσκονται πια στη ζωή. Μου τις δείχνει με μια τρυφερότητα που δύσκολα περιγράφεται. Mου λέει ότι του λείπει πολύ ο πατέρας του που έχασε πρόσφατα. Καταλαβαίνεις αμέσως ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που αγάπησε βαθιά τους γονείς του και δεν θέλησε ποτέ να αποκοπεί από τις ρίζες του.
Το ίδιο συμβαίνει και με κάποιους πίνακες που μεταφέρθηκαν από το πατρικό του σπίτι. Ανήκαν στη μητέρα του και, παρότι αισθητικά κινούνται στα όρια του κιτς, δεν σκέφτηκε ποτέ να τους αντικαταστήσει. Τους αγαπά ακριβώς γιατί κουβαλούν μνήμη. Στο σπίτι του, το παρελθόν δεν κρύβεται. Συνομιλεί διαρκώς με το παρόν.
Το κατάμαυρο μπάνιο του είναι πολύ στυλάτο. Του το λέω και μου απαντά ότι είναι μεν ωραίο, αλλά το μαύρο μάρμαρο έχει θέματα.
Μου εξηγεί ότι δεν συνηθίζει να ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του. «Δεν θα έδειχνα ποτέ το σπίτι μου», λέει. «Το κάνω αφενός γιατί είσαι εσύ και μου αρέσει η στήλη σου, αφετέρου, και κυρίως, γιατί ό,τι υπάρχει εδώ δεν μου χαρίστηκε, το κέρδισα με κόπο».
Παρότι αγαπά τα αντικείμενα, δεν αισθάνεται την ανάγκη να ακολουθεί μια διακοσμητική τάση. Τον ρωτάω πώς και σε ένα τόσο μεγάλο μπαλκόνι δεν έχει φυτά. «Τα φυτά τα έχω βαρεθεί. Μου ξεραίνονται», εξομολογείται με ειλικρίνεια. Σε μια εποχή που τα φυτά μοιάζουν σχεδόν υποχρεωτικά σε κάθε σύγχρονο σπίτι, εκείνος αφήνει τη ζωντάνια να προκύπτει διαφορετικά. «Έχω λίγους κάκτους μόνο, που ξέρουν να επιβιώνουν μόνοι τους». Οι πίνακες, τα βιβλία, οι υφές, οι αναμνήσεις και το αττικό φως είναι αυτά που δίνουν ζωή στον χώρο. Η ομορφιά εδώ δεν φυτρώνει σε γλάστρες, γεννιέται από τις ιστορίες.
Η ανοιχτή κουζίνα με τις κατάλευκες επιφάνειες και τους κρυφούς χώρους αποθήκευσης λειτουργεί ως ήσυχο σκηνικό που αφήνει τα έργα τέχνης να πρωταγωνιστήσουν. Δίπλα, στο μπαλκόνι, κρύβει μία ακόμη έκπληξη: ένα υπαίθριο ντους που τις ζεστές ημέρες του καλοκαιριού μετατρέπει τη βεράντα σε όαση.
Για τον Τάσο Πυργιέρη το σπίτι είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένας όμορφος χώρος. Είναι ο τόπος όπου επιστρέφει για να ξαναβρεί τον εαυτό του. «Μόλις μπαίνω μέσα, είναι σαν να φορτίζω. Και είμαι χαρούμενος γιατί η εποπτεία του χώρου αυτού έγινε από τους φίλους μου αρχιτέκτονες Νικόλα Ζαχαρίου και Βασίλη Σαφαρίκα», εξηγεί. Αφήνει πίσω του τον θόρυβο της πόλης και συγκεντρώνει την ενέργεια που χρειάζεται για να δημιουργήσει.
Και βέβαια υπάρχει ο Σταύρος, ο εντεκάχρονος γάτος του, που κινείται με την άνεση του πραγματικού οικοδεσπότη και παρακολουθεί διακριτικά τη φωτογράφιση. Όταν έρχεται η ώρα των πορτρέτων, ο Τάσος ζητά να φωτογραφηθεί μαζί του. «Είναι η μεγάλη μου αγάπη», λέει χαϊδεύοντάς τον. Τον ρωτάω για τους πίνακές του. Ο πιο πολύτιμος είναι του Γιάννη Κούτρικα, αλλά αγαπάει πολύ και του Στέφανου Σιμιτσή, που ήταν βοηθός του και πολύ ταλαντούχος, καθώς έχει τελειώσει, όπως μου λέει, τη Σχολή Καλών Τεχνών.
Τον ρωτάω με τι καταπιάνεται αυτό το διάστημα. Ετοιμάζει τη θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος της Ιωάννας Καρυστιάνη «Μικρά Αγγλία», που θα ανέβει στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας και παράλληλα το «Egal», το τελευταίο έργο του Μάριους φον Μάγιενμπουργκ, στο θέατρο 104. Του λέω αυθόρμητα ότι το σπίτι του μοιάζει να συνεχίζει τη γλώσσα του καλλιτεχνικού του σύμπαντος, την ίδια αισθητική συνέπεια και ευαισθησία.
Φεύγοντας, κοιτάζω για τελευταία φορά τον χώρο. Τους πίνακες από το πατρικό του, τις φωτογραφίες των γονιών του, τα βιβλία δίπλα στο κρεβάτι, τον δερμάτινο καναπέ από το Uccello, τον Σταύρο που έχει ήδη κουλουριαστεί στο αγαπημένο του σημείο. Καταλαβαίνω πως αυτό το σπίτι δεν κάνει επίδειξη αισθητικής, ούτε αποτελεί μια συλλογή από design αντικείμενα. Είναι το αποτύπωμα μιας ζωής που χτίστηκε με επιμονή, δουλειά και αγάπη. Και αυτό είναι που το κάνει πραγματικά ξεχωριστό!