TO BLOG ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΒΕΡΗ
Facebook Twitter

«Είναι η ψυχίατρός μου, είναι μια σκύλα»: Η δολοφονία μιας προοδευτικής δεσμοφύλακα

Η δολοφονία μιας προοδευτικής δεσμοφύλακα


 

"Θα θιγόταν αν την περιέγραφαν ως μια αρχιδεσμοφύλακα που ασκεί την εξουσία της πάνω στα σώματα και το μυαλό ανυπεράσπιστων φυλακισμένων. Κοινότοπο γρανάζι ενός θεσμού του κακού που συνθλίβει τους παρεκκλίνοντες· μια άπληστη επιχειρηματίας στη βιομηχανία της εσωτερικής αγωνίας των πλουσίων. Θα υπέφερε για αυτό που επέλεξε να γίνει, όπως ακριβώς βασάνισε κι εμένα, τον νεαρό που ήμουν τότε, επειδή ήμουν αυτός που ήμουν".

 

Δολοφονία μιας προοδευτικής δεσμοφύλακα Facebook Twitter
Φωτ. lundimatin#76



Jérémy Rubenstein

lundimatin#76, 10.10.2016


 

"Σήμερα έχει πασαλειφτεί με το κραγιόν από το στόμα μέχρι τη μύτη, το μαύρο μολύβι μουτζουρώνει το περίγραμμα των ματιών της· με τα μαύρα, ανάκατα, μαλλιά της, μοιάζει με μάγισσα. Την προτιμούσα χθες, ήταν τρομερά όμορφη σαν Μαύρη Πριγκίπισσα. Έτσι είναι μ' αυτήν, δεν ξέρεις ποτέ τι να περιμένεις. Αυτό μου χαλάει τους μονολόγους που ετοιμάζω, στους οποίους την πείθω για την υπευθυνότητά μου, πάντα μιλάω σε μια άλλη. Αν κατάφερνα να της πω όλα όσα προετοιμάζω, θα έβλεπε μια συνοχή σε αυτά. Κάθε φορά, καταλήγω να ψελλίζω κάτι άλλο· παρασύρομαι σε όλο και πιο ολισθηρά μονοπάτια, κατρακυλάω, και μέχρι να το καταλάβω, έχω κοπεί, καταδικασμένος να προετοιμάζω την επόμενη συνεδρία. Είναι η ψυχιατρός μου, είναι μια σκύλα" (Jeunesse Exquise).

Στο διήγημα Jeunesse Exquise (Εξαίσια νιάτα), γραμμένο πριν από δεκαπέντε χρόνια περίπου, εξιστορούσα τα γεγονότα που σημάδεψαν το τέλος της εφηβείας μου. Μεταξύ άλλων, περιέγραφα τον εγκλεισμό μου σε ψυχιατρική κλινική, σε μια πτέρυγα υπό τη διεύθυνση της Elsa Cayat (η οποία περιγράφεται πιο πάνω χωρίς να κατονομάζεται). Αυτή η γυναίκα έχασε τη ζωή της πέρυσι, δολοφονημένη από τους αδελφούς Κουασί μέσα στα γραφεία σύνταξης του Charlie Hebdo. Οι εκτελεστές είχαν δηλώσει πως δεν θα σκότωναν γυναίκα, άλλαξαν όμως γνώμη μόλις αντίκρισαν μια Εβραία. Μια Εβραία δεν λογίζεται ως γυναίκα, είναι μια Εβραία. Έτσι, ο ισλαμικός ματσισμός διασώζεται και οι γενναίοι πολεμιστές θα μπορέσουν να απολαύσουν τις εκατό παρθένες του τζιχαντιστικού παραδείσου.

Μετά τον θάνατό της, δημοσιεύτηκαν στο διαδίκτυο μερικά αφιερώματα και νεκρολογίες. Έτσι έμαθα σκόρπια στοιχεία για τη βιογραφία της: μια γυναίκα στρατευμένη, μια λαμπρή καριέρα, μια στοργική οικογένεια και ένα σαρωτικό γέλιο. Προσπάθησα να τη φανταστώ έξω από το ψυχιατρείο όπου με κρατούσε κλεισμένο σε ένα βρωμερό δωμάτιο. Καθισμένη στο τραπέζι μοδάτων εστιατορίων, να αναπτύσσει λεπτές αναλύσεις εμπλουτισμένες με μια σπινθηροβόλα πνευματικότητα κατά τη διάρκεια των δείπνων. Διασκεδαστική και εύστοχη, άνετη σε μέρη υπερβολικά εκλεπτυσμένα για να είναι απλώς της μόδας. Ένα δολοφονικό σχόλιο για την τελευταία παράσταση, μια αποδόμηση του κυρίαρχου θέματος του δημόσιου διαλόγου με μια διακριτική σφήνα, ένα τρανταχτό γέλιο που διατρανώνει την ελευθερία. Αυτή ήταν η Δρ. Καγιά σε όλο της το μεγαλείο, η επιτυχία της σε έναν κόσμο του οποίου τις απάτες κατάλαβε νωρίς, ώστε να τις περιγελά καλύτερα.

Έμαθα έτσι ότι όταν με κρατούσε υπό την εξουσία της στις αρχές της δεκαετίας του '90, ήταν μία από τις νεότερες ψυχιάτρους της χώρας, ίσως η πιο πολλά υποσχόμενη της γενιάς της. Όταν αποφάσιζε ότι εγώ, ένας έφηβος 17 χρονών, έπρεπε να μείνω έγκλειστος σε μια πτέρυγα γεμάτη σακατεμένους γέρους, έκανε μια τολμηρή επιλογή. Τα ίχνη από ξεραμένο εμετό στο παράθυρό μου, ο γεροντικός σάτυρος που αυτοανανιζόταν ασταμάτητα, η χλιμιντρίζουσα καμπούρα και η ξαδέρφη της που έφτυνε σαν λυσσασμένη γάτα, όλα αυτά ήταν ο καρπός μιας ατρόμητης λακανικής απόφασης, ένα ενδιαφέρον πνευματικό στοίχημα σε μια καριέρα που ξεκινούσε ("λακανικός" σημαίνει εδώ ότι ο έφηβος που ήμουν έπρεπε να αντιδράσει – "να κάνει γκελ" όπως θα έλεγαν στον ΟΑΕΔ – θετικά – "να σκέφτεται θετικά" όπως θα έλεγαν στα Carrefour – απέναντι στην αποχαυνωτική θλίψη της πτέρυγας).

Όταν ξεμπέρδεψε με τη θητεία της ως γιατρός στα δημόσια νοσοκομεία, άνοιξε το ιδιωτικό της ιατρείο στο Παρίσι, στο 16ο διαμέρισμα. Έγραφε χρονογραφήματα στην πατσαβούρα που είχε καταντήσει το Charlie Hebdo, ενώ έχει επίσης στο ενεργητικό της μερικά δοκίμια των οποίων οι τίτλοι παραπέμπουν στο ράφι της "Αυτοβελτίωσης", και δεχόταν εύπορους ασθενείς, υποτιθέμενες διασημότητες των τεχνών και του πολιτισμού, όπως διαβάζει κανείς εδώ κι εκεί.

Πάντα είχα την απορία πώς γίνεται να πληρώνεις για να περάσεις μια στιγμή μπροστά σε έναν σιωπηλό άνθρωπο που σε παρατηρεί πότε με οίκτο και πότε με βαρεμάρα. Όπως και να 'χει, η Δρ. Καγιά κατάφερνε να κερδίζει χρήματα από αυτό, και μάλιστα πολλά. Σε αυτές τις ιστορίες, το παν είναι η χρέωση, όλα τα άλλα είναι παραμύθια.

Την τελευταία φορά που την είδα, ήταν στο τεράστιο ιατρείο της, ακατάστατο με κομψό τρόπο όπως ταιριάζει σε μια διανοούμενη που στέκεται πάνω από τις αντιξοότητες της υλικής ζωής. Ήταν μια εποχή που επέστρεφα να ζήσω στη Γαλλία, μετά από αρκετά χρόνια νομαδικής ζωής στη Λατινική Αμερική. Και καθώς ανήκω στις τελευταίες γενιές της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, φοβόμουν μήπως με συλλάβουν και με στείλουν σε κάποιο στρατώνα. Σκέφτηκα ότι ένα επίσημο τρελόχαρτο θα μου επέτρεπε να το αποφύγω, και ποιος καλύτερος από εκείνη θα μπορούσε να μου το χορηγήσει; Έψαξα λοιπόν το όνομά της στον τηλεφωνικό κατάλογο και έκλεισα ραντεβού.

Με δέχτηκε μετά από μια νεαρή κοπέλα που φαινόταν να έχει πολλά προβλήματα, αλλά σίγουρα όχι οικονομικά. Εξήγησα στη Δρ. Καγιά τι περίμενα από εκείνη, το τρελόχαρτο, για να μην διανοηθεί κανείς να μου βάλει ένα υποπολυβόλο ανάμεσα στα χέρια. Το συνέταξε και μου το παρέδωσε αμέσως.

Ύστερα, με ρώτησε πώς τα πάω στη ζωή μου. Απάντησα ότι όλα πήγαιναν στραβά, ότι το γεγονός ότι με είχαν κλείσει μέσα ως τρελό σε τόσο νεαρή ηλικία με είχε εμποδίσει να προσδιορίσω σε ποιο βαθμό ήμουν πραγματικά πειραγμένος. Μου ήταν αδύνατο να χτίσω οτιδήποτε πάνω σε αυτή την αβεβαιότητα. Δουλειά και σχέσεις ραγίζαν και ναυαγούσαν πάνω σε αυτό το βασανιστικό και άλυτο ερώτημα.

Δεν ήμουν ειλικρινής μαζί της, ήμουν μάλλον σε καλή φόρμα και δεν ένιωθα παρά μόνο ένα αόριστο μίσος για όλους εκείνους που είχαν συμμετάσχει στον εγκλεισμό μου και στις εγγενείς κακοποιήσεις στο ψυχιατρείο. Αλλά της απάντησα έτσι επειδή ήθελα να νιώσει υπεύθυνη που κατέστρεψε τη ζωή ενός νεαρού ανθρώπου. Δεν είπε τίποτα, όπως δεν έλεγε τίποτα όταν με κρατούσε φυλακισμένο δέκα χρόνια πριν. Έδειξε μόνο να βαριέται λίγο, υποθέτω ότι περίμενε να της διηγηθώ πράγματα λιγότερο αναμενόμενα, πιο ενδιαφέροντα ή ιντριγκαδόρικα, περιπέτειες σε εξωτικές χώρες ή μια έξαλλη σεξουαλική ζωή. Δεν είχα τίποτα τέτοιο να της διηγηθώ.

Όταν η συνάντηση τελείωσε, με ρώτησε αν θα πλήρωνα με επιταγή, πιστωτική κάρτα ή με μετρητά. Της είπα ότι δεν είχα χρήματα, ούτε κάρτα, ούτε μπλοκ επιταγών επειδή μου είχε απαγορευτεί η πρόσβαση σε τραπεζικές υπηρεσίες, και δεν είχα καν κοινωνική ασφάλιση αφού μόλις είχα φτάσει στη χώρα. Τότε, το πρόσωπό της άλλαξε, περνώντας σε μια στιγμή από την αδιαφορία σε μια οργισμένη αγανάκτηση. Σχεδόν ουρλιάζοντας, με ρώτησε πώς τολμούσα να εμφανίζομαι στο ιατρείο της χωρίς να έχω προβλέψει τίποτα για την πληρωμή. Μήπως, ας πούμε, θα πήγαινα στο μπακάλικο χωρίς λεφτά;

Κάπως ξαφνιασμένος, συγκράτησα το χαμόγελό μου και της πρότεινα να φωνάξει τους μπάτσους, να με καταγγείλει ως κλέφτη, αλλά να μην περιμένει να την πληρώσω: ήμουν χωρίς χρήματα. Τελειώνοντας τη φράση μου, ένιωσα ένα γέλιο να μου ξεφεύγει και να ξεσπάει εντελώς αυθόρμητα. Ο εκνευρισμός της ήταν πολύ αστείος, η αγανάκτησή της: πώς ήταν δυνατόν να την κάνουν να χάνει τον χρόνο της; Δεν σέβονταν λοιπόν τη δουλειά της; Με το γέλιο μου, εκείνη συνήλθε, καταλαβαίνοντας αμέσως ότι την κορόιδευα. Συγκράτησε τη δυσαρέσκεια που ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της και με έδιωξε με λόγια παγωμένα. Γέλασα ξανά στο ασανσέρ και άναψα ένα απολαυστικό τσιγάρο μόλις βγήκα στον δρόμο.

Είχα καταφέρει να τη βγάλω εκτός εαυτού και η γεύση της εκδίκησης ήταν πολύ γλυκιά. Επιπλέον, Την είχα στριμώξει για τα λεφτά, κάτι που για μένα σήμαινε ότι ξεσκέπασα όλη τη μικροπρέπειά της – πάντα σιχαινόμουν τη φιλοκέρδεια. Αλλά η στιγμή κράτησε ελάχιστα. Λίγα είχε πληρώσει για τους μήνες μαρτυρίου που με είχε κάνει να υποστώ. Ορκίστηκα να γυρίσω, μόλις θα έβρισκα τρόπο να την πλήξω βαθύτερα. Έμαθα να περιμένω –δεν γίνεται αλλιώς– για να ξεκαθαρίζω τους λογαριασμούς μου.

Πέρασαν μερικά χρόνια και όταν πήρα το διδακτορικό μου στην ιστορία με όλες τις τιμές σε μια αίθουσα της Σορβόννης, ένιωσα πως είχα πια και το δικαίωμα να τα βάλω με τους άλλους "δόκτορες", τους ψυχιάτρους, και ειδικά με μία: την Έλσα Καγιά. Καθώς δεν διακρίνομαι για την μετριοφροσύνη μου, δεν φιλοδοξούσα τίποτα λιγότερο από μια ιστορική καταδίκη αυτού του σαθρού θεσμού της ψυχιατρικής, καθώς και μια ηθική καταδίκη αυτής της περήφανης Δρος Καγιάτ. Ήθελα να τη δω να στενάζει μέσα στα συντρίμμια όλων των πεποιθήσεών της, διαλυμένη από το δικό της τυφλό σφάλμα και από την ιστορική πλάνη της ίδιας της ψυχιατρικής.

Άφηνα αυτή την κρύα εκδίκηση να σιγοβράζει σε μια γωνιά των πολλαπλών μου σχεδίων, περισσότερο ή λιγότερο αλλόκοτων, εκ των οποίων άλλα ευοδώνονται και άλλα όχι. Μετά, πέρυσι, άρχισα να γράφω ένα μυθιστόρημα ("αυτομυθοπλασία" όπως λένε), ένα μέρος του οποίου επέστρεφε στο επεισόδιο των 17 μου χρόνων. Δεν έχει τελειώσει ακόμα, αλλά είχα ήδη ονειρευτεί ότι αυτό το βιβλίο θα την άγγιζε εκείνη, την Έλσα Καγιά. Θα πληγωνόταν αν έβλεπε τον εαυτό της να περιγράφεται ως μια αρχιδεσμοφύλακα που ασκεί την εξουσία της πάνω στα σώματα και το μυαλό ανυπεράσπιστων φυλακισμένων. Ένα κοινότοπο γρανάζι ενός θεσμού του κακού που συνθλίβει τους παρεκκλίνοντες· μια άπληστη επιχειρηματίας στη βιομηχανία της εσωτερικής αγωνίας των πλουσίων. Θα υπέφερε για αυτό που επέλεξε να είναι, όπως ακριβώς βασάνισε κι εμένα, τον νεαρό που ήμουν τότε, επειδή ήμουν αυτός που ήμουν. 

Αλλά κάποιοι ηλίθιοι που έψαχναν παρθένες στον παράδεισο, κάποιοι ηλίθιοι μού έκλεψαν την εκδίκηση. Δεν τη χτύπησαν για τη δεσμοφύλακα που υπήρξε, με τη βία και τον σαδισμό που χαρακτηρίζουν όλους τους δεσμοφύλακες· τη σκότωσαν επειδή ήταν μια Εβραία σε μια υποτιθέμενα προοδευτική εφημερίδα. Δεν την άγγιξαν με λόγια, την εκτέλεσαν με σφαίρες. Ο θάνατος αφήνει τις λέξεις μετέωρες· στον αέρα, χάνουν τη σημασία τους, δεν χρησιμεύουν πια σε τίποτα. Οι λέξεις δεν επηρεάζουν τους νεκρούς. Η γιατρός Καγιά, η πρώην εκλεπτυσμένη αρχηγός του ψυχιατρείου μου, πέθανε μέσα σε ένα λουτρό αίματος που αδυνατώ να συλλάβω, το οποίο ξεπερνά τη νοσηρότητα της φαντασίας μου. Η κλεμμένη μου εκδίκηση μοιάζει πλέον ποταπή, ασήμαντη, υποβιβασμένη στην κακία ενός εγωκεντρικού, την ίδια ώρα που γράφεται η αγιογραφία της μόνης γυναίκας που σφαγιάστηκε εκείνη την ημέρα, επειδή ήταν Εβραία, διανοούμενη και προοδευτική.


 

Η δολοφονία μιας προοδευτικής δεσμοφύλακα Facebook Twitter
Ο Jérémy Rubenstein
Αλμανάκ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ