Το σπίτι της Μαρίας είναι στο Κρυονέρι. Έκπληξη πρώτη: το Κρυονέρι δεν είναι τόσο μακριά όσο φανταζόμουν. Σε μισή ώρα βρίσκεσαι σε ένα μέρος με πυκνή βλάστηση, όπου ξεφεύγεις εντελώς – καθώς οδηγούσα, νόμιζα ότι είδα και μια αλεπού.
Μπαίνοντας και βλέποντας τόσα φυτά εσωτερικού χώρου, η πρώτη μου αίσθηση είναι πως η βλάστηση εισβάλλει κανονικά στον χώρο. Δεν είναι ένα minimal, ψυχρό καταφύγιο: όλα μοιάζουν ζυγισμένα με ένα αριστοτεχνικό «τόσο όσο» και ξεκουράζουν το μάτι.
Τα φυτά της Μαρίας είναι πυκνά, γυαλιστερά, με καταπράσινα φύλλα. Στέκονται πάνω σε βιβλιοθήκες, κρέμονται από μακραμέ που έχει πλέξει η ίδια, πλαισιώνουν παράθυρα, έχουν πάρει τη θέση τους δίπλα σε πίνακες, τραπέζια, στο υπνοδωμάτιο, στην κουζίνα. Και διαπιστώνω κάτι παράξενο: πέρα από ζωντανά, δείχνουν «ευτυχισμένα».
Η Μαρία είναι φωτογράφος και εικαστικός και αυτό φαίνεται στο σπίτι της· δεν το φωνάζει όμως. Φαίνεται στον τρόπο που έχει συνθέσει τα αντικείμενα, στις χρωματικές «συνομιλίες» από δωμάτιο σε δωμάτιο, στα έργα φίλων που δεν κρέμονται σαν τρόπαια αλλά ως κανονικά κομμάτια της ζωής της. Τη ρωτάω να μου πει για αυτά τα έργα. Μου απαντά δείχνοντάς μου αρκετές δικές της φωτογραφίες και έργα φίλων της, του Πάνου Κοκκινιά, του Αλέξη Βασιλικού, του Γιώργου Τσεριώνη και της Λίζης Καλλιγά.
Τα φυτά της Μαρίας είναι πυκνά, γυαλιστερά, με καταπράσινα φύλλα. Στέκονται πάνω σε βιβλιοθήκες, κρέμονται από μακραμέ που έχει πλέξει η ίδια, πλαισιώνουν παράθυρα, έχουν πάρει τη θέση τους δίπλα σε πίνακες, τραπέζια, στο υπνοδωμάτιο, στην κουζίνα.
Η συζήτηση έρχεται στο πώς απέκτησε αυτό το σπίτι. Οι γονείς της αγόρασαν το οικόπεδο στις αρχές του ’90 και μετακόμισαν εκεί όταν ήταν περίπου 13 χρονών. Τότε ήταν μόνο χωράφια και άγρια φύση και για μια έφηβη δεν ήταν ό,τι καλύτερο αυτή η ερημιά. Σιγά σιγά όμως αγάπησε την περιοχή και αυτή η οργιαστική φύση την κέρδισε.
Τα τελευταία χρόνια έφτιαξε το σπίτι αυτό ουσιαστικά από την αρχή, καθώς στη θέση του υπήρχε για δύο δεκαετίες μια οικοδομή. Της πήρε, μου λέει, τριάμισι κοπιαστικά χρόνια για να ολοκληρωθεί, αλλά τώρα το απολαμβάνει μαζί με τον σύντροφό της.
Τη ρωτάω ποιο ήταν το σκεπτικό. Μου εξηγεί ότι από την αρχή είχαν συγκεκριμένη εικόνα για το τι ήθελαν, ακόμα και για τα υλικά που θα χρησιμοποιούσαν.
Προσέχω την καλόγουστη κουζίνα που μοιάζει φτιαγμένη για μαγειρέματα και συζητήσεις γύρω από το φαγητό. Μου λέει ότι είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό σημείο της συνεργασίας με το ζευγάρι των αρχιτεκτόνων που σχεδίασαν το σπίτι.
Δεν είναι μια κουζίνα-βιτρίνα, αλλά μια κουζίνα που φτιάχτηκε για να χρησιμοποιείται: φτιάχτηκε από καπλαμά, έχει ένα παράθυρο που βλέπει κατευθείαν πράσινο και έναν πάγκο ειδικά προσαρμοσμένο στις ανάγκες τους.
Με την ευκαιρία, μου λέει ότι της αρέσουν πολύ τα custom έπιπλα – τέτοιο είναι και το τραπέζι του σαλονιού. Ο καναπές είναι Lazy Sofa, τις λάμπες τις παρήγγειλε μέσω ίντερνετ. Η Μαρία αποφεύγει να λέει τι είναι τι. «Δεν έχω design αντικείμενα. Όχι γιατί δεν μου αρέσουν, αλλά γιατί νιώθω ότι δεν τα χρειάζομαι». Της αρέσει το λειτουργικό του πράγματος και δεν αγαπά τα περιττά.
«Να φανταστείς, πρόσφατα πήγα Ιαπωνία και έφερα για το σπίτι μόνο δυο καρτ ποστάλ. Συνήθως απ’ τα ταξίδια μου κουβαλάω μόνο σουβενίρ, άντε τίποτα βολβούς ή σπόρους», λέει.
Της αρέσει να ανακαλύπτει μόνη της θησαυρούς που κάποιοι άφησαν. Ένα παλιό τηλεφωνικό κέντρο το βρήκε σε κάποιο παλαιοπωλείο, όπως και μερικούς χάρτες από τα βασιλικά κτήματα στο Τατόι, ένα παλιό μπαρ και ορισμένες αντίκες.
Στο υπνοδωμάτιό της, η ατμόσφαιρα παραμένει γαλήνια, με χρώματα σε ήπιους τόνους. Το ατελιέ της είναι κι αυτό πολύ τακτοποιημένο για καλλιτέχνη. «Μήπως είσαι Παρθένος;» τη ρωτάω και γελάμε. Όχι, δεν είναι, αλλά η τάξη τη βοηθά να οργανώνει τις σκέψεις της.
Αυτόν τον καιρό ετοιμάζεται να μετακομίσει για ένα τρίμηνο στο Παρίσι, στο πλαίσιο του προγράμματος φιλοξενίας καλλιτεχνών Cité Internationale des Arts, με την υποστήριξη του ΕΜΣΤ. Επόμενες εκθέσεις της θα ανοίξουν σε Ιρλανδία, Γερμανία, Σαγκάη – κάποιες τρέχουν ήδη. Σημαντικότερη είναι η συμμετοχή της στην Μπιενάλε της Γουχάν, στην Κίνα.
Για το τέλος μού έχει αφήσει μια πραγματική έκπληξη: στον κήπο κρύβει ένα κανονικό μποστάνι, το δικό της μικρό παραγωγικό σύμπαν που σε κάνει να ξεχνάς ότι βρίσκεσαι στο Κρυονέρι, σε ένα σπίτι που απέχει λίγα χιλιόμετρα από την Αθήνα, και όχι κάπου στην επαρχία, όπου όλα αυτά θα τα θεωρούσαμε αυτονόητα.
Η Μαρία καλλιεργεί ντομάτες, ντοματίνια, κολοκυθάκια, κολοκύθες, λάχανα, σαλάτες, αγγούρια, αρωματικά, φράουλες, βατόμουρα και ό,τι της «δίνει» κάθε εποχή.
Μας δίνει να δοκιμάσουμε τα ντοματίνια της, που τα κόβει εκείνη την ώρα – συμφωνούμε ότι είναι μέλι. Τη ρωτάω αυθόρμητα πού έμαθε να καλλιεργεί όλα αυτά τα λαχανικά και αν τη βοήθησε κάποιος κηπουρός. Δηλώνει αυτοδίδακτη: «Με τον καιρό τα φυτά σού λένε μόνα τους τι χρειάζονται», λέει, «αρκεί να τα παρατηρείς».
Μου εξηγεί ότι τα φυτά δημιουργούν μια πραγματική σχέση με τον χρόνο: πρέπει να ξέρεις πότε να φυτέψεις κάθε είδος, πότε τελειώνει κάτι, τι μπορεί να φυτευτεί στη θέση του, ποιο σημείο κρατάει περισσότερο ήλιο, ποιο φυτό χρειάζεται σκιά.
Της ζητάω συμβουλές. «Το πρώτο που πρέπει να καταλάβεις με τα φυτά είναι το φως που θέλουν», μου λέει. «Μετά έρχεται το νερό». Ακούγεται απλό, αλλά μπορεί να είναι και ένα μικρό μάθημα ζωής. Προτού αρχίσεις να ποτίζεις με ζήλο, να παρεμβαίνεις, να διορθώνεις, να προσπαθείς να σώσεις τα πάντα, πρέπει να έχεις καταλάβει πού ευδοκιμεί το καθένα.
Μπορώ να την ακούω για ώρα να μου μιλάει για τα φυτά, γιατί για εκείνη η φροντίδα τους είναι ρυθμός, όχι επίδειξη. Το μποστάνι της δεν λειτουργεί ως ένα ωραίο φόντο για φωτογραφίες. Μπαίνει στην καθημερινότητά της, στην κουζίνα της, στα φαγητά που φτιάχνει με αγάπη.
Πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν και οι γάτες: οι τρεις δικές της κι άλλες τόσες που φροντίζει έξω. Μου μιλάει για τις αλεπούδες και τα αγριογούρουνα που πλησιάζουν στο σπίτι και μου δείχνει βιντεάκια για του λόγου το αληθές. Δεν τα θεωρεί ένα «εξωτικό» αξιοθέατο. «Μετά τις φωτιές του 2021 και του 2025 έχουν γίνει οι γείτονές μας».
Τη ρωτάω τι σημαίνει για εκείνη το σπίτι. Χαμογελά πλατιά. «Είναι η φωλιά μου», δηλώνει. Ενώ ταξιδεύει για τη δουλειά της πολύ συχνά, δηλώνει τέρμα σπιτόγατα. Μου λέει, δε, ότι όσο μεγαλώνει, τόσο λιγότερο θέλει να φεύγει από το σπίτι της. Η αγαπημένη της γωνιά είναι το γραφειάκι της, ένα home office βολικό, σε μια γωνιά του σαλονιού, όπου της αρέσει να δουλεύει, στο φως, ανάμεσα στα βιβλία και στις εικόνες. Αυτό είναι και ένα από τα πιο ωραία στοιχεία του σπιτιού.
Εδώ θες να μείνεις, να καθίσεις λίγο ακόμη στην τραπεζαρία, να πιεις καφέ στην κουζίνα, να πας στο μποστάνι και να ρωτήσεις τι είναι αυτό που μεγαλώνει στη γλάστρα. Να ανοίξεις ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη και να χαθείς για λίγο.
Κι αυτό επειδή δεν έχει στηθεί για να αποδείξει κάτι. Έχει φτιαχτεί για το ζευγάρι και τους φίλους του· είναι ένα μέρος όπου μπορείς να δουλέψεις αλλά και να χαρείς το φαγητό, τη φύση, τις εποχές.