Ο ΘΕΜΗΣ ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ αποτελεί μία ξεχωριστή, μία πολύ ειδική περίπτωση για το ελληνικό τραγούδι. Από τότε που εμφανίστηκε πιο δυνατά, με live και δισκογραφία, στην αρχή της δεκαετίας του ’70, μέχρι και σήμερα, 55 χρόνια αργότερα, η φήμη του δεν έχει σβήσει. Και το τονίζω αυτό παρά το εικοσαετές κενό (από την αρχή των 90s έως την αρχή των 2010s), που εμφανίζει η διαδρομή του.
Ίσα-ίσα, εκείνο που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια είναι να επαναπροσδιορίζεται η προσφορά του, καθότι και ο ίδιος έχει ξαναβγεί στο προσκήνιο με νέα και παλαιά τραγούδια, με τον κόσμο, νεότερους και παλαιότερους ακροατές, να ξανακοιτούν και να σχολιάζουν (ευμενώς εννοείται) την περίπτωσή του. Σ’ αυτή τη φάση της επαναφοράς του Ανδρεάδη στα μουσικά μας πράγματα το βιβλίο του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη «Θέμης Ανδρεάδης / Σαν Ξαφνικό Ταξίδι / Θεμιτά και αθέμιτα του μουσικού του βίου» [Μετρονόμος, 2026] παίζει σημαντικό ρόλο.
Ο Καρτσωνάκης μας είναι γνωστός από το πολύ καλό βιβλίο του για τον Νίκο Γκάτσο, που κυκλοφόρησε το 2022 (δες κι εδώ), επιβεβαιώνοντας, και με την εργασία που παραδίδει για τον Ανδρεάδη, τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζει, κάθε φορά, το θέμα του.
Η δεκαετία του ’80 είναι μια άλλη εποχή για το ελληνικό τραγούδι, μα και για τη χώρα γενικά – και βεβαίως για τον Θέμη Ανδρεάδη, ο οποίος βλέπει πως η κατάσταση με το σατιρικό τραγούδι έχει φθάσει στα όριά της, και πως το μόνο που του μένει είναι να κάνει τη δική του επανάσταση.
Ο βασικός τρόπος δουλειάς του Καρτσωνάκη συνοψίζεται στα εξής. Πρωταρχική πλήρη γνώση της πορείας και της δισκογραφίας του καλλιτέχνη –εν προκειμένω του Θέμη Ανδρεάδη–, με τον οποίον αποφασίζει να ασχοληθεί. Γνώση του κοινωνικοπολιτικού κλίματος της εκάστοτε εποχής, εντός της οποίας αναπτύσσει τις δραστηριότητές του ο καλλιτέχνης. Γνώση του δημοσιογραφικού υλικού εποχής, που τοποθετεί τον καλλιτέχνη στον πραγματικό χρόνο, και όχι σε κάτι ιδεατό. Επαφή με τους βασικούς συνεργάτες του καλλιτέχνη, οι οποίοι έρχονται να επεξηγήσουν, σήμερα, ποικίλα μυστικά του χθες. Επαφή με τον ίδιο τον τιμώμενο, που έρχεται να συμπληρώσει λεπτομέρειες, περιστατικά και άλλα διάφορα, και τα οποία είναι σε θέση να τα ντοκουμεντάρει και, άρα, να τα αποδεχθεί ο συγγραφέας. Κινούμενο σ’ ένα τέτοιο σκηνικό, λοιπόν, το «Σαν Ξαφνικό Ταξίδι» δεν μπορεί παρά να αποτελεί ένα βιβλίο αναφοράς, για τον Θέμη Ανδρεάδη κατ’ αρχάς, μα και γενικότερα σε σχέση με το πώς γράφεται μια σωστή μουσική βιογραφία.
Το βιβλίο αναπτύσσεται γραμμικά και αν εξαιρέσεις τα πρώτα δύο κεφάλαια –«Η πρώτη δεκαετία (1950-1960)» και «Πρώιμα καλλιτεχνικά βήματα. Στις μπουάτ του ’60»– τον άξονα καταγραφής τον προσδιορίζει, κάθε φορά, η δισκογραφία, που, για τον Θέμη Ανδρεάδη, ξεκινά το 1972. Πριν, όμως, έχουν υπάρξει άλλα...
Θέλω να πω πως το βιβλίο ξεκινά με το πώς μεγαλώνει σε μια λαϊκή γειτονιά της Αθήνας, όπως ήταν η Καλλιθέα του ’50, ο Ανδρέαδης, και βεβαίως με το πώς έφηβος ακόμη, στο μέσο του ’60, «μπλέκει» πιο ουσιαστικά με τη μουσική, σπουδάζοντας κιθάρα δίπλα στον Νότη Μαυρουδή και κάνοντας εντύπωση στα «Χαρούμενα Ταλέντα» του Γιώργου Οικονομίδη, το καλοκαίρι του ’66.
Από ’κει και πέρα είναι η πορεία του στις μπουάτ, όπως στα Ταβάνια (συνεργασίες με τους/τις Αρλέτα, Μάρθα Οικονομοπούλου ή Mingrelia, Χρήστο Λεττονό), την Παράγκα (με Πάνο Σαββόπουλο, Μιχάλη Βιολάρη, Καίτη Χωματά) και την Αυλαία (με Βασίλη Παπακωνσταντίνου), πριν ο Ανδρεάδης ντυθεί στα χακί τον Γενάρη του ’69. Όμως και τότε, εκμεταλλευόμενος τις άδειες του, ο τραγουδοποιός θα βρισκόταν στους αγαπημένους χώρους του (τις μπουάτ εννοώ), δίνοντας την ψυχή του. Όλα αυτά έως το καλοκαίρι του ’71, όταν θα απολυθεί... Και είναι εδώ όπου ξεκινάει το επόμενο κεφάλαιο του βιβλίου «Με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στη Λήδρα», το οποίο αφορά τις καθοριστικές σεζόν 1971-72 και 1972-73.
Το κεφάλαιο αυτό καταλαμβάνει δεκαπέντε σελίδες, με τον Καρτσωνάκη να περιγράφει με λεπτομέρειες μια πολύ σημαντική εποχή, όχι μόνο για τον Ανδρεάδη και τον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, μα και για το ελληνικό τραγούδι συνολικά. Είναι η εποχή όπου η δικτατορία χαλαρώνει κάπως «τα λουριά», με τους καλλιτέχνες να προσπαθούν να αρθρώσουν έναν πιο σαφή πολιτικό λόγο μέσα από τα τραγούδια τους, είτε τα πιο σκωπτικά είτε τα πιο κοινωνικά.
Ο Μαρκόπουλος παίζει και στα δύο ταμπλό, μαρκάροντας την εποχή με πολύ σημαντικούς δίσκους, είτε μικρούς (45άρια) είτε μεγάλους (LP), με τον Ανδρεάδη να αποτελεί έναν από τους πιο βασικούς ερμηνευτές του, τόσο στη Λήδρα και τις υπόλοιπες συναυλίες της εποχής (συμμετείχε, π.χ., στη μνημειακή συναυλία στο Σπόρτιγκ, που είχε διοργανωθεί από την Ένωση Κρητών Φοιτητών, στις 15 Μαΐου 1972 και η οποία θα εξελισσόταν, μετά το πέρας της, σε αντιδικτατορική διαδήλωση), όσο και στη δισκογραφία. Απ’ αυτή την εποχή τα τραγούδια «Του άνδρα του πολλά βαρύ», «Ο Ταρζάν» και «Όχι δεν πρέπει (να συναντηθούμε)» (σε στίχους Γιώργου Χρονά) αποτελούν διαχρονικές και ιστορικές στιγμές του ελληνικού τραγουδιού, καταγραμμένες με τη φωνή του Ανδρεάδη.
Θέμης Ανδρεάδης "Οχι δεν πρέπει να συναντηθούμε " πρώτη εκτέλεση
Στο κεφάλαιο «Η ένδοξη δεκαετία του 1970» ο Καρτσωνάκης κάνει επίσης πολύ καλή δουλειά μεγεθύνοντας σε επίσης ιστορικούς δίσκους του Ανδρεάδη, που αποτέλεσαν αυτό που ονομάστηκε «σατιρικό τραγούδι». Το σατιρικό τραγούδι, για να είμαστε ακριβείς, δεν ξεκινάει με τον Ανδρεάδη (πριν απ’ αυτόν είχαν τραγουδήσει σκωπτικά τραγούδια ο Γιώργος Μούτσιος, ο Γιώργος Ζωγράφος και ο Γιώργος Μαρίνος, ασχέτως αν ο όρος «σατιρικό τραγούδι» δεν υπήρχε), αλλά με αυτόν φθάνει στο αποκορύφωμά του και γίνεται πλατιά λαϊκό.
Λέμε για τους δίσκους «Γελοιογραφίες» [ΕΜΙ-Columbia, 1973], με τις συνθέσεις του Ανδρεάδη (είναι οι περισσότερες), τα λόγια του Γιάννη Λογοθέτη και τις ενορχηστρώσεις του Γιάννη Κιουρκτσόγλου, «Κάτι Άλλο Μου Θυμίζει» [ΕΜΙ-Columbia, 1974] από τους ίδιους δημιουργούς (με τον Κιουρκτσόγλου να συνθέτει κιόλας), «Ο Πρωταθλητής» [Minos, 1975], που, στην πρώτη πλευρά, περιλαμβάνει σκωπτικά ρεμπέτικα, «Ο Θέμης Ανδρεάδης Τραγουδάει ΛοΓοθέτη» [Minos, 1976], από εδώ τα «Είμαι πολύ ωραίος», «Φουστανάκι με δαντέλλα», «Η πεθερά», «Η Λούλα», «Η κυρά Μαρία», «Όταν τύχει να γκρεμίσουνε τα τείχη» κ.λπ., «Θεμιτά και Αθέμιτα» [Minos, 1977], με τα «Εδήλωσα τρελλός», «Ο ταξιτζής», «Έλα πιο κοντά», «Πίτσι πίτσι» κ.λπ., «Ο Θέμης που Πάει Παντού» [Minos, 1978], με τα «Παράπονά σου (στον ΟΗΕ)», «Κύριε νάπτη», «Μ’ αυτό περνάνε όλα» κ.λπ., με την περίοδο να κλείνει με το LP «Ως Εξής...» στην εταιρεία Minos, το 1980.
Θέμης Ανδρεάδης & Χριστίνα Βαρζοπούλου -Πίτσι Πίτσι - 1978 απο τα πρώτα video clip AΡXEIO ΕΡΤ
Ο Καρτσωνάκης, όμως, δεν μένει στην απλή καταγραφή όλων αυτών. Ενσωματώνει στην αφήγηση του παρεμβάσεις των δημιουργών (Ανδρεάδης, Λογοθέτης, Κιουρκτσόγλου κ.ά.), κριτικάρει και κοιτάει πίσω από τα τραγούδια, την εποχή, την κοινωνία, την πολιτική κατάσταση και τα ήθη, δίνοντας μια συνολική εικόνα γύρω από το πώς δρούσε η δισκογραφία, καταγράφοντας περαιτέρω και τη μετάβαση του Ανδρεάδη από τις μπουάτ, στις μεγάλες πίστες της παραλίας, στον κολοφώνα της εμπορικής καταξίωσής του, μα και άλλα γεγονότα, σημαντικά για τον αγαπημένο ερμηνευτή, όπως το σοβαρό αυτοκινητικό ατύχημά του στην Κρήτη, τον Ιούλιο του ’75, και άλλα διάφορα.
Η δεκαετία του ’80 είναι μια άλλη εποχή για το ελληνικό τραγούδι, μα και για τη χώρα γενικά – και βεβαίως για τον Θέμη Ανδρεάδη, ο οποίος βλέπει πως η κατάσταση με το σατιρικό τραγούδι έχει φθάσει στα όριά της, και πως το μόνο που του μένει είναι να κάνει τη δική του επανάσταση, ολοκληρώνοντας τη συνεργασία του με την Minos και κοιτώντας βαθύτερα τον εαυτό του και τις ανάγκες σε σχέση με την τέχνη του.
Οι δύο μόλις μεγάλοι δίσκοι που θα κάνει στα 80s, το «Σαν Ξαφνικό Ταξίδι...» [Δισκογραφικός Συνεταιρισμός Καλλιτεχνών, 1983] και «Βάλε το Ράδιο στη Διαπασών» [Αφοί Φαληρέα, 1986] δεν θα περάσουν απαρατήρητοι (θα βγάλουν, εξάλλου, κομμάτια που ακούστηκαν αρκετά σαν τα «Τραγούδι για τα καφενεία», «Θεόφιλε, Θεόφιλε», «Λίγο φως» κ.λπ.), αλλά από την άλλη μεριά δεν είχαν ουδεμία σχέση με τον Ανδρεάδη των 70s (και σε εμπορικό επίπεδο, μα και σε αισθητικό). Ο Καρτσωνάκης ειδικά για τον δεύτερο δίσκο γράφει για «μια σαφώς αμήχανη στιγμή σε μια πολύ παράξενη για τον ίδιο εποχή», για το «ανεκδιήγητο εξώφυλλο» κ.λπ., δείχνοντας πως δεν μασάει τα λόγια του και πως η βιογραφία που κάνει δεν είναι... αγιογραφία, αντιμετωπίζοντας πάντα κριτικά τη διαδρομή του αγαπημένου του καλλιτέχνη.
Ιπποκράτης Εξαρχόπουλος Στο τραγούδι του Θέμη Ανδρεάδη ''Λίγο φώς''
Τα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου έχουν τίτλους «Η σιωπή» και «Η επιστροφή». Στο πρώτο περιγράφεται και επεξηγείται το κενό διάστημα στην καλλιτεχνική-τραγουδιστική διαδρομή του Ανδρεάδη – γιατί συνέβη το κενό, και με τι ακριβώς αντικαταστάθηκε, πριν φθάσουμε στο σπάσιμο εκείνης της σιωπής με τις νέες εμφανίσεις, τις νέες ηχογραφήσεις, τα νέα σχέδια, μα και με κάποια γεγονότα όχι πολύ ευχάριστα, που πάντως είχαν, ευτυχώς για τον καλλιτέχνη, αίσιο τέλος.
Στο «Σημειώματα φίλων σ’ ένα δωμάτιο», άνθρωποι του χώρου (Νότης Μαυρουδής, Θανάσης Γκαϊφύλλιας, Βασίλης Νικολαΐδης, Λάκης Παπαδόπουλος, Μιχάλης Βιολάρης, Σταμάτης Κραουνάκης, Αχιλλέας Θεοφίλου, Κώστας Παπαδόπουλος, ο γράφων, Φοίβος Δεληβοριάς, Γεράσιμος Ανδρεάτος, Δημήτρης Σταρόβας) γράφουν λίγα λόγια γι’ αυτόν τον μοναδικό καλλιτέχνη, που συνεχίζει να βρίσκεται στις επάλξεις και να υλοποιεί νέα σχέδια...
Έλα πιο κοντά, Θ.Ανδρεάδης & Αϊνα Μάουρερ