Παλέρμο
Τουριστικές εντυπώσεις
Cefalù
Το μαργαριτάρι της Σικελίας (60 χλμ. με τρένο από το Παλέρμο)
Vincenzo Consolo
Η ανακάλυψη της Τσεφαλού (σαν διήγημα)
Σε μια εσχατιά, μια περιφέρεια, έναν τόπο όπου τα σημάδια της ιστορίας - βυζαντινά σημάδια: εκκλησίες, μοναστήρια, ερημητήρια σκαρφαλωμένα σε απρόσιτες κορυφές - είχαν γίνει αμυδρά, φευγαλέα, όπου η φύση, γαληνεμένη, στους κάμπους, στις κοιλάδες - έχοντας ξεχάσει εδώ τους επαναλαμβανόμενους σεισμούς των Στενών, τις εκρήξεις της Αίτνας -, είχε γίνει μητρική, καλοσυνάτη, ενώ πάνω στα βουνά υπήρχαν ελαιώνες, περιβόλια με εσπεριδοειδή, φουντουκιές, υπήρχαν πυκνά δάση από βελανιδιές, αριές, κάρπινους, οξιές -, εκεί, στους πρόποδες των ορέων Νέμπροντι, στην τυρρηνική ακτή της Σικελίας, με θέα τα ουράνια και διάφανα Αιολικά νησιά έτυχε να γεννηθώ. Να γεννηθώ εκεί όπου υπήρχαν μόνο απόηχοι αρχαίων χαμένων πόλεων, Αλόντιο, Άλαισα, Αγάθυρνο, Απολλωνία, που με το αρχικό τους γράμμα Α σε έκαναν να σκέφτεσαι τις απαρχές του πολιτισμού.
Μέσα σε τόση ησυχία, σε τόση ομορφιά, ή στο αντιστροφό τους - την απομόνωση, τη μελαγχολία -, στη φειδωλή κλίμακα των σχέσεων, στους χαμηλόφωνους τόνους των λέξεων, των χειρονομιών – υπήρχαν εδώ ψαράδες γαύρου και σαρδέλας απαλλαγμένοι από τις καταδίκες του πεπρωμένου, αμέτοχοι σε ολέθριες συναλλαγές με λούπινα· υπήρχαν μικροί γαιοκτήμονες, ενοικιαστές γης, χωρικοί, περιβολάρηδες, κεντρωτές και κλαδευτές, καρβουνιάρηδες· υπήρχαν κατά μήκος των δρόμων κάρα λιτά, μονόχρωμα, κιτρινωπά ή πρασινωπά -, μέσα σε τόση αδράνεια ή κενό της φύσης και της ιστορίας ο κίνδυνος ήταν να γλιστρήσει κανείς στον ύπνο, να χαθεί, να χάσει την ανάγκη και την επιθυμία να αναζητήσει γύρω του τα πιο σημαίνοντα ίχνη για να καταλάβει την τυχαία αυτή αποβίβαση, να φανταστεί τον κόσμο πέρα από τα σύνορα εκείνου του προθαλάμου.
Και επειδή, το γνωρίζουμε, τίποτα δεν είναι αποκομμένο από αιτίες ή δεσμούς, τίποτα δεν είναι νησί, ούτε εκείνο το αφηρημένο της Ουτοπίας, ούτε το ευτυχισμένο Νησί του Θησαυρού, μέσα στη ζωτική ανάγκη που με κυρίευσε να ταξιδέψω, να βγω από εκείνη τη γοητευτική στασιμότητα, μπορούσα να κινηθώ προς την Ανατολή, προς τον τρομερό τόπο της καταστροφής, την καρδιά του εμπεδόκλειου μαρασμού, να κινηθώ προς τη βαθύτερη φύση, την ύπαρξη.
Μα από φόβο για το απόλυτο και το άπειρο, για εκπλήξεις και γοργόνεια μαρμαρώματα, για βεργκανικούς ακινητισμούς, επέλεξα να ταξιδέψω προς τη Δύση, προς ένα Μαγκρέμπ με έντονους τόνους, προς τους τόπους της ιστορίας, τα πιο βαθιά χαραγμένα και σωρευμένα σημάδια· να κινηθώ προς το Παλέρμο των Φοινίκων και των Σαρακηνών, προς το Πάνορμο, το Μπαλάρμ [η παραφθορά του ελληνικού Πάνορμος -κι έπειτα Παλέρμο- από τους Άραβες, όταν κατέλαβαν την πόλη τον 9ο αιώνα και την κατέστησαν πρωτεύουσα του ανθηρού Εμιράτου της Σικελίας -σ.σ.], προς τα τζαμιά, τα σουκ και τις εβραϊκές συνοικίες, τους πορφυρούς τάφους του Ρογήρου, των Γουλιέλμων και της Κωνσταντίας, τα ανάκτορα Κούμπα [qubba (θόλος), περίπτερο αναψυχής των Νορμανδών βασιλέων, χτισμένο σε αραβικό στυλ -σ.σ.], Ζίζα [al-Aziz (το ένδοξο/υπέροχο) το εμβληματικό χειμερινό ανάκτορο των βασιλέων -σ.σ.] και Φαβάρα [al-Fawwara (η αναβλύζουσα πηγή), βασιλική κατοικία περιτριγυρισμένη από μια τεχνητή λίμνη και οπωρώνες- σ.σ.], το γεμάτο ψηφιδωτά παλάτι του "Γλυκού Ανέμου", του μεγάλου Φρειδερίκου, το ντιβάνι των ποιητών, τον θρόνο της αντιβασιλείας των στεμμάτων της Αραγονίας και της Καστίλης· να κατευθυνθώ προς το σταυροδρόμι των Κουάτρο Κάντι, όπου τέμνεται κάθε ακτίνα του κόσμου, οι πιο διαφορετικοί πολιτισμοί και λαλιές. Πορευόμενος, βρέθηκα έτσι στο πρελούδιο, στο φανέρωμα, στη μεγαλοπρεπή και λαμπερή πύλη που άφηνε τη φαντασία να πλάσει κάθε Παλέρμο ή Κόρδοβα, Γρανάδα, Βυζάντιο ή Βαγδάτη. Βρέθηκα στην Τσεφαλού.
Ήταν πριν αυτό το χωριό μονάχα ένας φάρος που αναβόσβηνε στις νύχτες δίχως φεγγάρι, διασταυρώνοντας τη φωτεινή του δέσμη με τους αντίκρυ φάρους του Καπο Ντ'Ορλάντο και του Βουλκάνο· ήταν, στα καθαρά ηλιοβασιλέματα του Απρίλη ή του Σεπτέμβρη, η χρυσαφένια σιλουέτα του ακρωτηρίου, ο Βράχος πάνω από τη θάλασσα. Κοντά στον Βράχο, έφτανε κανείς πέρα από το Σάντο Στέφανο με τα καμίνια, με τα μεγάλα καφέ πιθάρια, πέρα από την Τορεμούτσα, την Τούζα, το Φινάλε, την Πόλινα, μέσα από αμέτρητες στροφές πάνω από γκρεμούς, κατά μήκος μιας ακτής με βράχια και όρμους, με σκοπιές και εκβολές χειμάρρων. Και υπήρχαν πριν ο απόκρημνος όρμος και το ακρωτήρι της Καλούρα, το πρωτόγονο χάος από τους βράχους που, λες και γκρεμίστηκαν από ψηλά, από την Τεσταρντίτα, από τη Φέρλα, σταμάτησαν πάνω από τη θάλασσα. Όσο πλησίαζα στην Κεφαλού, θαύμαζα το πώς όλα γύρω μου αποκτούσαν μεγαλύτερο βάθος και ζωντάνια: το τοπίο, τα πράγματα, οι ίδιοι οι άνθρωποι. Στολισμένα με κορδέλες, καθρέφτες, φτερά και χαρούμενα κουδούνια, τα μουλάρια έσερναν τα ζωγραφιστά κάρα, που πάνω στα ξύλινα πλευρά τους ζωντάνευαν οι άθλοι του Ρολάνδου και του Ρινάλδου. Μικρόσωμοι, μελαχρινοί και σγουρομάλληδες ήταν οι άνθρωποι, ή ψηλοί, ανοιχτόχρωμοι, με τα μαλλιά στο χρώμα του σιταριού, λες και μετά από αιώνες, ακόμη ξεχωριστά, το ένα δίπλα στο άλλο έρεαν τα δύο ποτάμια, το αραβικό και το νορμανδικό. Και βρέθηκα στη ρίζα της Κέφα ή Κεφαλής, του μεγάλου ασβεστολιθικού βράχου που από τους πιο αρχαίους χρόνους είχε δώσει το όνομά του στην πόλη. [...]
Ένα ακόμα ταξίδι στην Τσεφαλού, μια ακόμα εξαιρετική αφήγηση είναι αυτή του Τζουζέπε Λεόνε, αποτυπωμένη στις πανέμορφες εικόνες αυτού του βιβλίου. Φρενήρης και ακούραστος ταξιδιώτης σε όλες τις γωνιές της Σικελίας, ο μεγάλος αυτός φωτογράφος μοιάζει με ήρωα του Βιτορίνι από τις Πόλεις του κόσμου, σε μια αδιάκοπη αναζήτηση κάθε σπίθας ομορφιάς και επιβίωσης, σε ένα Νησί που σβήνει, που βυθίζεται κάθε στιγμή στη λήθη του εαυτού του και στην ασημαντότητα· σε αναζήτηση της πιο αυθεντικής ανθρωπιάς, της κατοικίας της, του ολοένα και πιο πληγωμένου τοπίου της.
Και ο Λεόνε μας χάρισε την απέραντη γύμνια της εσωτερικής Σικελίας, τη βαθιά σιωπή και την αρμονία του οροπεδίου των Ιβλαίων, το τολμηρό και γοητευτικό μπαρόκ του Βαλ ντι Νότο, τη ζωτική έκρηξη των γιορτών σε πόλεις και χωριά, την εργασία, τα πανηγύρια, τις ένοπλες παρελάσεις των αγροτών πάνω στα όρη Νέμπροντι.
Το συγκινητικό και λυρικό σημερινό πορτρέτο της Τσεφαλού αποτελεί έναν ακόμη σταθμό στο μακρύ του ταξίδι. Ένα ταξίδι στο οποίο κατάφερε να συλλάβει τη βαθιά ουσία της Τσεφαλού, τη μοναδική της έκφραση, ασύγκριτη με οποιαδήποτε άλλη. Την αιχμαλώτισε στους δρόμους, στους ανθρώπους, στις κινήσεις, στις ταπεινές γωνιές, στα μεγαλειώδη μνημεία.
Ο Vincenzo Consolo (1933–2012) συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σημαντικότερους Ιταλούς συγγραφείς, δοκιμιογράφους και δημοσιογράφους του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε στη Σικελία και, παρόλο που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο Μιλάνο, η Σικελία παρέμεινε ο απόλυτος πυρήνας του έργου του. Τα βιβλία του εξερευνούν την πολυσύνθετη ιστορία, τους μύθους, αλλά και τις κοινωνικοπολιτικές πληγές του ιταλικού νότου.