ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ, γράφει τον Δεκέμβριο του 1929 ο δημοσιογράφος Ιωάννης Αδραμής στην πειραιώτικη εφημερίδα «Νέοι Καιροί», συνέβαινε το αντίθετο από ό,τι με την Αθήνα.
Μόλις το σκοτάδι απλωνόταν επάνω από την πολιτεία, κάθε κίνηση σχεδόν νεκρωνόταν. Τα βαριά ρολά των καταστημάτων κατέβαιναν, τα γραφεία τελείωναν τις εργασίες τους, οι φάμπρικες άφηναν το υστερικό σφύριγμά τους, ειδοποιώντας για το τέλος του ημερομισθίου. Για λιγοστή ώρα πλημμύριζε τους δρόμους ένα ανθρώπινο κύμα που πειθαρχημένα ξεκινούσε με γρήγορα βήματα για το σπίτι. Μετά τις οκτώ, ο Πειραιάς έμοιαζε με πολιτεία σε κατάσταση, θα μπορούσε να πει κανείς, πολιορκίας.
«Αραιοί, πού και πού, διαβάτες, οι καθυστερήσαντες για ένα ποτηράκι, οι παρατείναντες το ραντεβού, οι αργοπορήσαντες με λίγα λόγια – παίρνουν την προς τον οίκον άγουσαν ταχεί τω βήματι. Και στις 9 μία ησυχία πένθιμη, καταθλιπτική, επικάθεται στο επίνειο του άστεως που ολόκληρη ημέρα σφύζει από ζωή και κίνησι. Στο λιμάνι, όμως, θα βρεις ζωή. Μια δεύτερη ζωή, ολωσδιόλου διαφορετική από τον θόρυβον της ημέρας, απαλλαγμένη από συμφέροντα, φωνές, κακό, αντάρα, μια σχεδόν γαληνιαία, ραφιναρισμένη, νυκτερινή ζωή. Αρχίζει, μόλις πάψει η δουλειά».
Τα μπαρ του Πειραιά
Ο Ιωάννης Αδραμής βούλωσε τη μύτη του, καθώς τον χτύπησε μια ξινίλα, μια μπόχα από σάπιες οπώρες. Ήταν τα «λεμονάδικα» εκεί και, ως γνωστόν, τα εσπεριδοειδή σαπίζουν εύκολα. Η θάλασσα ήταν κοντά, λίγα μόνο μέτρα από τα καταστήματα, και προς αποφυγή περιττών εξόδων, «μπλουμ! στο νερό». Πιο πέρα, «αλητόπαιδες» που κοιμόνταν πάνω στις πλάκες.
Τα «μπαρ» του πειραϊκού λιμανιού ήταν για γερές κράσεις και γερά πορτοφόλια. Ο ρεπόρτερ των «Νέων Καιρών» δυστυχώς ήταν αδύναμος και από τις δύο πλευρές... Πνίγηκε από τον καπνό του μπαρ. Ζαλίστηκε. Βγήκε έξω να συνέλθει.
Έπειτα μπήκε σε ένα μπαρ για κονιάκ, με την επιγραφή «Τζών Μπούλ Μπαρ», καθώς «απόψε ευρίσκονται μερικά αγγλικά καράβια και αναρτήθηκε η υπ’ αριθ. ένα επιγραφή. Αύριο θα καταπλεύσουν αμερικανικά: η υπ’ αριθμόν δύο “Μπάρμπα Σαμ Μπάρ”. Μεθαύριον γαλλικός στόλος: το μπαρ μετατρέπεται επί το γαλλικώτερον. Και ούτω καθ’ εξής».
Ο δημοσιογράφος των «Νέων Καιρών» κάθισε σε μια γωνία, μόνο και μόνο για να αποφύγει το βλέμμα του «την αγελαδιαίων διαστάσεων “καλλίφωνον” που ογκανίζει, όπως και τον ξερακιανόν σαντουρίσταν με το κονισαλέον φράκον».
Το γκαρσόνι αργούσε, καθώς ο ρεπόρτερ που υποδυόταν τον πελάτη ήταν Έλληνας, είχε δραχμές και ήταν ξεμέθυστος, ενώ «τσακίζεται να περιποιηθεί Άγγλους, με λίρας στερλίνας, και το κυριώτερον, μεθυσμένους». Το κονιάκ που τελικά τον σέρβιρε «δεν έχει καμμίαν ουσίαν», καθώς «είναι το κοκκινισμένο νεράκι που επροορίζετο για τους Άγγλους».
Τα «μπαρ» του πειραϊκού λιμανιού ήταν για γερές κράσεις και γερά πορτοφόλια. Ο ρεπόρτερ των «Νέων Καιρών» δυστυχώς ήταν αδύναμος και από τις δύο πλευρές... Πνίγηκε από τον καπνό του μπαρ. Ζαλίστηκε. Βγήκε έξω να συνέλθει.
Τα καμπαρέ της Τρούμπας
«Τα καμπαρέ του Πειραιώς είναι το μοναδικό καταφύγιο των διαβατάρικων πουλιών του λιμανιού», γράφει ο ρεπόρτερ της εφημερίδας «Πατρίς» Γ. Μπουκουβάλας τον Μάρτιο του 1930.
Μόλις «σκατσάραν» τα καράβια, ένα-ένα, στιβαρά και μελαμψά, πηδούσαν τα ναυτόπουλα της οποιασδήποτε εθνικότητας στις βάρκες, για να βγουν κατόπιν στην προκυμαία. Εκεί τα περίμενε κάποιος «κράχτης» που έσπευδε να τα πληροφορήσει: «Υπάρχουν πρώτης τάξεως κέντρα της χαράς και του έρωτος στην πόλη μας...»
Και βέβαια τα καμπαρέ δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν την ημέρα, ούτε τις πρώτες ώρες της νύχτας. Έπρεπε να περάσουν ώρες και ώρες, να σημάνουν μάλιστα και τα μεσάνυχτα. Δεδομένου δε ότι τα καράβια κατέπλεαν στο λιμάνι πριν από τη δύση του ηλίου, εκείνοι που επέβαιναν σ’ αυτά είχαν ολόκληρες ώρες μπροστά τους μέχρι ν’ ανοίξουν οι πόρτες των καμπαρέ «και να ριχτούν εις το πιοτό, εις τα τρυφερά αγκαλιάσματα της μιας και άλλης σαντέζας».
«Θέλετε ν’ απολαύσετε το σπάνιο θέαμα της διασκεδάσεως όλων των φυλών της γης κάτω από την ίδια στέγη; Δεν έχετε να κάνετε τίποτα άλλο, παρά να εκστρατεύσετε μια νύχτα εις την Τρούμπα του Πειραιώς. Εις τα καμπαρέ της Μαντάμ Αντέλας και του Κρανιδιώτη θ’ απολαύσετε τα πιο παράξενα και τα πιο παράδοξα συμπλέγματα».
Κάθε καρυδιάς καρύδι εκεί έπεφτε. Δηλαδή, τα πληρώματα των ξένων και των ελληνικών καραβιών που βρίσκονταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι εκεί έδιναν τα ραντεβού τους τις νύχτες.
«Να, λοιπόν που δεν πρόκειται περί καμπαρέ της συνηθισμένης φόρμας και του περιεχομένου, αίφνης σαν και εκείνα που ξέρουν οι Αθηναίοι και που ονομάζουν “υπογείους παραδείσους”. Από της πλευράς της ποικιλίας του περιεχομένου των αποκτούν ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον, που αδικαιολόγητα δεν έχει συγκινήσει μέχρι σήμερα τους κοσμικογράφους των».
Ο ρεπόρτερ της εφημερίδας «Πατρίς» διακινδύνευσε το πέρασμα μιας νύχτας ανάμεσα στη χάβρα των καμπαρέ αυτών, στα οποία μιλούσαν περισσότερο τα μάτια και τα χέρια και λιγότερο το στόμα.
Οι γυναίκες των καμπαρέ της Τρούμπας είχαν προσόντα που θεωρούνταν απαραίτητα για την πρόοδο του κέντρου αφενός και την υλική ευδοκίμησή τους αφετέρου. Δεν χρειαζόταν να είναι μόνο παραστρατημένες, ωραίες, «μαργιόλες και μαγκιόρες». Έπρεπε προπάντων να γνωρίζουν «τσάτρα πάτρα» όλες τις γλώσσες του κόσμου!
«Η σαντέζα της Τρούμπας ποτέ δεν παρασύρεται εις τα ρηχά νερά. Άμα θα βρει την κατάλληλη ευκαιρία, θα κάμει μια και καλή βουτιά και θα παρασύρει μέχρι τον πάτο της λιμνοθάλασσας με τα θολά νερά των παθών, το σκλάβο των ματιών ή του κορμιού της».
Οι Εγγλέζοι, οι Ιταλοί, οι Γάλλοι, οι Μαροκινοί, όσοι περνούσαν, έστω για μια νύχτα, για μια ώρα, για ένα λεπτό από τα καμπαρέ της Τρούμπας, είχαν να πουν μια ενδιαφέρουσα ιστορία για το κορίτσι που γνώρισαν.
Η τζαζ οργίαζε μέσα στο πρώτο καμπαρέ
Πλησίαζαν πια μεσάνυχτα και το γλέντι στην Τρούμπα είχε κορυφωθεί. Η τζαζ οργίαζε μέσα στο πρώτο καμπαρέ που συνάντησε ο ρεπόρτερ της «Πατρίδος». Αλλά και τα λιγωμένα γέλια και τα ξεφωνητά αναστάτωναν τα πάντα. Δυο-τρία παραπατήματα έξω απ’ την πόρτα και έπειτα μια «βιαία εισόρμησις εις τον επίγειον παράδεισον».
Μέσα, η θολή ατμόσφαιρα σκότιζε πιο πολύ το κεφάλι των παιδιών και θόλωνε απελπιστικά τα μάτια τους. Ζητούσαν ένα, οποιοδήποτε, αποκούμπι και το έβρισκαν. Ήταν οι αγκαλιές της Ντόλυ, της Μαίρης και της Φιφής.
«Χρυσό μου, τι μου γίνεσαι;» Και η απάντηση ήταν ένας παρατεταμένος αναστεναγμός!
«Αυτό αρκεί για να πεισθεί η παμπόνηρη σαντέζα ότι έχει στην αγκαλιά της ένα “ψημάρι” πρώτης τάξεως. Αρχίζουν τότε παράφοροι εναγκαλισμοί και βροχή, κατακλυσμός, θύελλα… φιλιών. Κατεποντίσθη το θαλασσοπούλι εις την θολήν λιμνοθάλασσαν του έρωτος. Την ιδία και χειρότερη τύχη βρίσκουν και οι σύντροφοί του.
Οι γυναίκες βάζουν τα δυνατά τους να φανούν αντάξιες της αποστολής των. Άλλωστε η μαντάμ Αντέλλα από τον πάγκο παρακολουθεί αγρύπνως κάθε κίνησι. Είναι ένα σωστό μεγαθήριο που σε κατατρομάζει η ματιά και το απροσδιόριστο πάχος της. Κρατάει όλα τα νήματα των οργιαστικών γυναικών, τας οποίας κινεί κατά βούλησιν».
Η περιπόθητη παραγγελία δεν αργούσε να δοθεί από έναν της παρέας και να συμπληρωθεί από τους άλλους: «Γκαρσόν, σαμπάνια φέρε μας... Σαμπάνια; Σαμπάνιες... μπουκάλες αράδα!»
Φεγγοβολούσαν τα μάτια των γυναικών από ευχαρίστηση και συνέχιζαν τους ερωτικούς διαξιφισμούς. Έτσι περνούσε η ώρα μέχρι το πρωί.
Εκεί κατά τις τρεις το πρωί αποχωρούσαν πρώτες οι Γερμανίδες, γυναίκες της ορχήστρας. «Έπειτα μια-μια οι αμαρτωλές γυναίκες, πότε με φίλους των και πότε μονάχες των. Πάντως εις τις τέσσερες δεν υπάρχει κανένα θηλυκό».
Οι απάτες της νύχτας διαλύονταν απ’ τα μυαλά των πελατών και το φάσμα της σκληρής, της αδυσώπητης πραγματικότητας πρόβαλλε μπροστά τους. Όταν έβγαινε ο ήλιος και οι καπνοί άρχιζαν να διαλύονται απ’ το κεφάλι τους, τα ναυτόπουλα ανασήκωναν το κεφάλι από το τραπέζι, όπου βρίσκονταν μπρούμυτα πεσμένα τις ώρες της κραιπάλης, και δεν έβλεπαν ούτε ίχνος γυναίκας γύρω τους. Η αποστολή τους είχε λήξει μέχρι την εξόφληση του λογαριασμού. Ωστόσο, είχαν γλεντήσει κι αυτό τους ευχαριστούσε και τους ικανοποιούσε.
«Αλλά και οι ξένοι ναυτικοί δεν πάνε πίσω. Αυτοί γίνονται “τάπα” απ' το μεθύσι. Πολλές φορές μάλιστα, για να πιουν και να φιλήσουν τα πυρά χείλη μιας σαντέζας, πουλούν τα σακάκια και τα παπούτσια των. Δεν θα ήτανε καμμία υπερβολή αν λέγαμε ότι εάν υπάρχουν κέντρα που τρέχει ο χρυσός και ο άργυρος αφειδώς, αυτά είναι τα καμπαρέ του Πειραιώς...».