«ΑΛΛΑ ΣΤΗ ΜΟΝΜΑΡΤΡΗ! Κάθε τι που συμβαίνει μέσα στην περιοχή της, στην ατμόσφαιρά της, παίρνει και μια ιδιαίτερη όψι, ένα θελκτικό μυστήριο», γράφει ο ανταποκριτής της εφημερίδας «Ακρόπολις» τον Νοέμβρη του 1933.
«Είνε το βασίλειο του γλεντιού γι’ αυτό. Είνε η Μονμάρτρη, η πηγή κάθε διασκεδάσεως, από την πιο αθώα ως την πιο ένοχη, την πιο αμαρτωλή και ακόλαστη, είνε η δημοκρατία των κοριτσιών του έρωτος, το καταφύγιο της άνομης ηδονής, το θερμοκήπιο τού τόσο τεχνικά σερβιρισμένου οργίου».
Με τα πρώτα σκοτάδια της νύχτας άρχιζε και ο πυρετός της έντονης ζωής της. Τα κοπάδια των «γυναικών της ασφάλτου» ξεχύνονταν στα βουλεβάρτα της, οι χρωματιστές φωτεινές επιγραφές στροβιλίζονταν μέσα σ’ έναν τρελό ίλιγγο που ξελόγιαζε και τον πιο αδιάφορο και παρέσυρε και τον πιο ήσυχο «νοικοκυράκο»! Μια οσμή αρωμάτων που κέντριζε τις αισθήσεις πλανιόταν ανάμεσα στη γαλανωπή ομίχλη των προβολέων.
«Το Λονδίνον έχει το Ουάιτ-Τσάπελ, το Βερολίνον την Αλεξάντερ-Πλάτζ, και η Νέα Υόρκη το Χάρλεμ, το Βουένος Άυρες τη Βόκα, η Καζαμπλάνκα το Μπουσμπίρ, διά ναούς της Αφροδίτης, όπου η γυναικεία σάρκα πλαισιώνεται από τους πιο ξελογιαστικούς πειρασμούς. Το Παρίσι έχει τη Μονμάρτρη. Όλοι όσοι φθάνουν μια νύχτα στο Παρίσι, από τον αθώον επαρχιωτάκο ως τον ύποπτο Δον Ζουάν, δεν κατέχονται παρά από μια επιθυμία να βρεθούν το γρηγορώτερο στη Μονμάρτρη! Είνε τόσος ελκυστικός αυτός ο δρόμος της απωλείας!».
Μεσάνυχτα... Τα μπαρ και οι μπουάτ ήταν κατάμεστα από κόσμο. Στις γωνίες, στα βουλεβάρτα, στα σταυροδρόμια, «τα κορίτσια του έρωτος καρδιοχτυπούν, μή τυχόν και η νύχτα περάση χωρίς τα θέλγητρα του κορμιού των ν’ αποφέρουν αρκετές εισπράξεις».
Όποιος βρισκόταν στις εννέα το βράδυ στη Μονμάρτρη είχε την εντύπωση ότι είχε πέσει μέσα σ’ έναν συναγερμό. Το θέαμα που παρουσιαζόταν μπροστά στα θαμπωμένα από τους προβολείς μάτια του ήταν ο κόσμος του γλεντιού και της ηδονής, που έτρεχε στο μπαρ, στο καμπαρέ, στους «ύποπτους» κινηματογράφους, στις υπόγειες μπουάτ και στα θέατρα.
Ήταν σαν όλος αυτός ο κόσμος να σηκώθηκε μόλις εκείνη τη στιγμή έπειτα από έναν ξεκουραστικό ύπνο, γιατί τα πρόσωπά τους ήταν όλο φρεσκάδα!
«Σφριγηλές γυναικείες σιλουέττες γλυστρούν κοντά σας και χάνονται μέσα σ’ ένα τυραννικό φρού-φρού φορεμάτων και στο κύμα ενός μεθυστικού αρώματος. Η νύχτα της Μονμάρτρης με το περιπλανώμενο φωτεινό σύγνεφο δίνει στα πρόσωπα μια τέτοια αίγλη, ώστε και η όψι της αμαρτωλής γυναίκας, που στραπατσάρεται μέσα στα αγκαλιάσματα των εφημέρων εραστών της, από τις εννέα το βράδυ ως τις πέντε το πρωί, φαντάζει για δροσερή νεανική, και τα κουρασμένα μάτια της λάμπουν μαργιόλικα!».
Τα παραπετάσματα των ξενοδοχείων του έρωτα σύρονταν και τα δωμάτια που ετοιμάζονταν να δεχθούν τα ζευγάρια της μιας νύχτας κολυμπούσαν μέσα σε μια χλιαρή ατμόσφαιρα, όπου το άρωμα κάποιου μαραμένου λουλουδιού σ’ ένα φθηνό γιαπωνέζικο βάζο ανακατευόταν με τη μυρωδιά του τσιγάρου και της πούδρας, που καλούνταν να ξαναδώσει τη φρεσκάδα στο πρόσωπο της «αμαρτωλής γυναίκας, η οποία λίγες στιγμές πριν εκυλίσθηκε στο κρεββάτι της ηδονής».
Μεσάνυχτα
Μεσάνυχτα. Τα μπαρ και οι μπουάτ έσφυζαν από κόσμο. Στις γωνίες, στα βουλεβάρτα, στα σταυροδρόμια, «τα κορίτσια του έρωτος καρδιοχτυπούν, μη τυχόν και η νύχτα περάση χωρίς τα θέλγητρα του κορμιού των ν’ αποφέρουν αρκετές εισπράξεις».
Η ορχήστρα έπαιζε αδιάκοπα στη σκηνή ενός μικρού μπαρ της Μονμάρτρης και οι θαμώνες μπαινόβγαιναν. Μια παρέα από δυο τρία «έντιμα μούτρα» καθόταν στο βάθος. Ο καταστηματάρχης, ένας κοντός ανθρωπάκος με κατακόκκινη όψη, καθόταν μαζί τους. Κουβέντιαζαν όλοι με χαμηλή φωνή. Κάθε τόσο έριχναν κι ένα βλέμμα, για να δουν τι γίνεται γύρω.
«Η συζήτησις που τους απασχολεί είνε σπουδαία! Έπειτα από τα μέτρα που λαμβάνονται για να σταματήση το πλασάρισμα γυναικών στη Ν. Αμερική, αι επιχειρήσεις της “παρέας” δεν πάνε καθόλου καλά. Και τα ύποπτα σπίτια της Αργεντίνας έχουν ανάγκην από διαρκή ανανέωσιν του προσωπικού των! Οι θαμώνες της προτιμούν τη Φραντσέζα. Είνε πιο λουσάτη, πιο σκανδαλιάρα, πιο τεχνίτρα στον έρωτα. Με πολλή σοβαρότητα οι έμποροι αυτοί της ηδονής εξετάζουν τα υπό συζήτησιν νέα κόλπα, χάρις στα οποία θα επιτύχουν να εξαπατήσουν τους κερβέρους του τελωνείου και να στείλουν στα ύποπτα σπίτια τα αποπλανώμενα πλάσματα».
Ξαφνικά ένα γκαρσόνι έσκυψε στο αυτί του διευθυντή του μπαρ και με τη μεγαλύτερη φυσικότητα του ανήγγειλε:
–Ντεντέ, η γυναίκα σου «ανέβηκε» μ’ έναν Αλγερινό!
Ο Αλγερινός ήταν θαμώνας του μπαρ, περαστικός ίσως από το Παρίσι, για μια βραδιά.
«Ο “ασύρματος” μεταξύ της όμορφης γυναικούλας, του “εντίμου” καταστηματάρχου και του παραλή Αλγερινού εστήθηκε και το αποτέλεσμα ήταν φυσικά ο ασυγκράτητος σε ερωτοπάθειαν ξένος να ζητήση να σβύση την ερωτική δίψα του, επί τόπου! Προνοητικώτατος ο καταστηματάρχης, ο οποίος κάθε άλλο παρά επίσημο σύνδεσμο είχε με τη... γυναίκα του, προσέφερε καταφύγιο του έρωτος! Ένα καμαρίνι, που εχρησιμοποιείτο άλλοτε από τις χορεύτριες του μπαρ για τουαλέττα, είχε μεταβληθή σε άσυλο των ασυγκρατήτων Δον Ζουάν του μπαρ».
Τεχνίτες οι Παριζιάνοι του ύποπτου κέντρου, μόλις αντιλαμβάνονταν ότι οι ατμοί του ποτού άρχιζαν να θολώνουν το μυαλό των θαμώνων τους και να κάνουν τις αισθήσεις τους να επαναστατούν, προσέφεραν «επικαίρως τη σύντροφο της ηδονής». Το συνηθέστερο κόλπο ήταν η αιφνιδιαστική εξόρμηση προς την αίθουσα, μέσα από ένα «γκρενά παραβάν», πέντε δέκα νεαρών κοριτσιών με γυμνό στήθος και μ’ ένα μικροσκοπικό κάλυμμα στη μέση, που πολλές φορές αποτελούνταν από αστραφτερά κρόσια... Υπό τους ήχους της ορχήστρας, τα κορίτσια τρέχουν με τα ελαφρά σανδάλια τους, ενώ η «πουδραρισμένη τρυφερή επιδερμίς των χαϊδεύει το χέρι και το πρόσωπο των θαμώνων».
Αυτός ήταν ο ηλεκτρικός σπινθήρας. Ακολουθούσε η αναστάτωση των θαμώνων και η «απαραίτητη αντίστασις των κοριτσιών, που προσπαθούν να ξεφύγουν από ένα πιο επίμονο σφίξιμο της απαλής επιδερμίδος των ή από μια τολμηρότερη χειρονομία. Α, αυτή η αντίστασις, τι διαβολική σκηνοθεσία! Αυτή αποθηριώνει τον θαμώνα, που έχει πιή κάμποσο».
Δεν έλειπαν, εννοείται, και οι βάρβαρες σκηνές. Ένα βράδυ, κάποιος «ερωτομανής θαμών εδάγκωσε με τόσην αγριότητα, σ’ ευαίσθητο μέρος», μία από τις χορεύτριες του μπαρ, με αποτέλεσμα το κορίτσι να σωριαστεί μισολιπόθυμο από τους πόνους.
Τα ύποπτα ξενοδοχεία
Προχωρώντας στην οδό Καντέ, στην οδό Προβηγκίας, στην οδό Μπερζέρ, μία θάλασσα από την ίδια στερεοτυπική επιγραφή «Ξενοδοχείον» περίμενε τον ανταποκριτή της εφημερίδας «Ακρόπολις»: Ήταν τα ύποπτα ξενοδοχεία που στέγαζαν τα εφήμερα ερωτικά ζευγάρια. Λίγοι ήταν οι τακτικοί ένοικοί τους. Όποια δωμάτια ήταν νοικιασμένα, ενοικιάζονταν από τις «αμαρτωλές Μαγδαληνές και τον εκμεταλλευτήν των». Όλα τ’ άλλα ήταν ελεύθερα. Και μέσα στο υποβλητικό ημίφως, που σκορπιζόταν στη σκάλα και στους διαδρόμους, δεν έβλεπε παρά τα ερωτικά ζευγάρια ν’ ανεβοκατεβαίνουν αδιάκοπα.
Η «γυναίκα της ασφάλτου», που οδηγούσε εκεί έναν «πελάτη», είχε τα ποσοστά της, τρία ή πέντε φράγκα, για το δωμάτιο που πληρωνόταν δεκαπέντε ή είκοσι φράγκα την ώρα.
Η διαδικασία ήταν πολύ απλή. Η «αμαρτωλή Μαγδαληνή» έμπαινε στο ξενοδοχείο, ακολουθούμενη από έναν άνδρα, ο οποίος τις περισσότερες φορές είχε ντροπαλό και ανήσυχο ύφος, που τον έκανε κάπως γελοίο. Η καμαριέρα ή το γκαρσόνι προηγούνταν για να τους δείξει το δωμάτιο και, μόλις εισέπραττε –πάντοτε προκαταβολικά– την αμοιβή, έκλεινε το μάτι στην «τροτέζα».
Στις αντικρινές μπιραρίες
Έξω, στις αντικρινές μπιραρίες, ήταν διαρκής η «έκθεσις των γυναικείων θελγήτρων». Από τις κατάφωτες βιτρίνες της μπιραρίας φάνταζαν, μέσα σε προκλητικές τουαλέτες, αραδιασμένες σαν κούκλες βιτρίνας, «οι πεταλούδες του εμπορίου του έρωτος». Εκεί η «αγοραπωλησία» του έρωτος γινόταν με περισσότερη μυστικότητα.
«Την ώρα όπου το κορίτσι της αμαρτίας φέρνει στα βαμμένα χειλάκια του το ποτήρι με την μπύρα, ρίχνει μια μαργιόλικη ματιά στον αντικρυνό κύριο, που έχει γίνει εν τω μεταξύ κατακόκκινος σαν αστακός. Το σύντομο και τόσο πεζό ειδύλλιο άρχισε. Η “πεταλουδίτσα” της Μονμάρτρης αφήνει την μπύρα και ακολουθεί το θύμα της στο ύποπτο ξενοδοχείο».
Και ενόσω η νύχτα προχωρούσε, τόσο η ζωή έσφυζε, ξεχυνόταν ασυγκράτητη, μυστική, γεμάτη από τον πυρετό του πόθου, το μεθύσι του τρελού γλεντιού και τη λαχτάρα της λήθης, στα βουλεβάρτα, στα νυχτερινά κέντρα, στα σταυροδρόμια της Μονμάρτρης…