«Η ΚΥΨΕΛΗ! ΝΑ ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ αθηναϊκή συνοικία, μοναδική ανάμεσα σε κείνες που εξελίχθησαν τόσο μεταπολεμικώς, ώστε να γίνουν μέσα σε λίγα χρόνια αληθινές πόλεις! Η Κυψέλη είναι σήμερα μια από τις προτιμώμενες συνοικίες των Αθηνών. Όχι μόνον για τις μοντέρνες οικοδομές που επληθύνθησαν τα τελευταία χρόνια ως η άμμος της θαλάσσης, αλλά προ πάντων για το υπέροχο κλίμα της και το υγιεινό αεράκι της, που ζωογονεί πραγματικώς εκείνους που κατοικούν στη συνοικία αυτή».
Με αυτά τα λόγια περιγράφει την Κυψέλη ο συντάκτης της εφημερίδας «Ακρόπολις» τον Ιούνη του 1935, όταν ξεκινούσε η πρώτη λάμψη της πιο κουλ γειτονιάς της Αθήνας.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, το υπέροχο αυτό κλίμα της συνοικίας της Κυψέλης ανακάλυψε πρώτος ο Κανάρης, ο ένδοξος Ψαριανός αγωνιστής του 1821. Όταν η Ελλάδα αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο κράτος και ο Όθων μετέφερε την πρωτεύουσα του αρτισύστατου τότε ελληνικού κράτους στην Αθήνα, ο Κανάρης, που είχε γίνει εν τω μεταξύ μια πολιτική προσωπικότητα, διάλεξε την Κυψέλη ως τόπο μόνιμης διαμονής του.
Οι μεταμορφώσεις που επιβάλλει το πνεύμα της εποχής
Τότε ακόμη η Αθήνα δεν έφτανε ούτε έως τα μέσα της οδού Αιόλου. Η Ομόνοια ήταν περίπου ό,τι τα μεσοπολεμικά Πατήσια και η Κυψέλη της εποχής εκείνης θα έπρεπε να θεωρείται ό,τι κατά τον καιρό του ρεπορτάζ θεωρούνταν το Ψυχικό. Έχτισε, λοιπόν, ο ένδοξος Ψαριανός το πρώτο σπίτι εκεί, το οποίο σωζόταν ακόμη την εποχή του ρεπορτάζ, στη διασταύρωση των οδών Κυψέλης και Αγίου Μελετίου.
Το σπίτι του Κανάρη είχε γίνει ζαχαροπλαστείο, μανάβικο και κατοικία. «Αύριο θα ’ναι ταβέρνα ίσως, με την εικόνα του μπουρλοτιέρη ζωγραφισμένη στα κρασοβάρελα».
«Και επειδή είχε αδυναμία στη μελισσοκομία, έκτισε και έναν μελισσώνα, όπου ετοποθέτησε αρκετές κυψέλες. Το ίδιο έκαμαν και κάμποσοι άλλοι αγρόται της Αττικής που είχαν ιδιοκτησίας εις αυτό το μέρος, και έτσι σιγά σιγά η γωνιά αυτή των Αθηνών ωνομάσθη Κυψέλη».
Αν και η εκδοχή που παραδίδει η εφημερίδα για την ιστορία του ονόματος της περιοχής δεν είναι η επικρατούσα, ωστόσο, αν ίσχυε, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Κανάρης δεν υπήρξε μόνο ένας από τους πρώτους Έλληνες «βομβιστές» αλλά και το πρώτο σύμβολο κυψελιώτικου χιπστερισμού στη μεσοπολεμική του εκδοχή. Αυτό βεβαιώνει τον Αύγουστο του 1936 και ο Χρήστος Αγγελομάτης στο περιοδικό «Νέα Εστία».
«Εδώ και λίγα χρόνια, στη στροφή του τραμ από την οδό Πατησίων προς την Κυψέλη, σε μιαν απότομη καμπή, εκεί κατά τον παλιό Αη-Γιώργη, πρόβαλλε ένα σπίτι που άθελα τραβούσε τα βλέμματα, ακόμη κι αν δεν ήξερε κανείς τι ήταν».
Μια τζαμαρία σε όλη σχεδόν την εσωτερική πρόσοψή του του έδινε πρόσχαρη όψη, και πάνω από τον τοίχο που έκλεινε πλάγια την περιοχή απλώνονταν οι κισσοί που παιχνίδιζαν ηλιόχαροι στα μάτια μόνο της φαντασίας και των αναμνήσεων.
Η τζαμαρία είχε υποστεί τις «μεταμορφώσεις που επιβάλλει το πνεύμα της εποχής, κι ένα ζαχαροπλαστείο κι ένα μανάβικο με τον μετριόφρονα τίτλο “Ο Κανάρης” έχουν καταλάβει το κάτω μέρος του σπιτιού, όπου σε παλαιότερη εποχή πρέπει να υπήρχε ένα είδος αποθήκης για το αμάξι του μπουρλοτιέρη».
Το σπίτι του Κανάρη είχε γίνει ζαχαροπλαστείο, μανάβικο και κατοικία. «Αύριο θα ’ναι ταβέρνα ίσως, με την εικόνα του μπουρλοτιέρη ζωγραφισμένη στα κρασοβάρελα».
Η ανάπτυξη της Κυψέλης
Εφόσον η Αθήνα κατά την εποχή του Όθωνα δεν έφτανε ακόμη μέχρι την Ομόνοια, δεν μπορούσε τότε να λογιστεί η Κυψέλη ως συνοικία των Αθηνών. Και για πολλά χρόνια αργότερα, μέχρι σχεδόν τους Βαλκανικούς Πολέμους, η Κυψέλη, όπως γράφει ο συντάκτης της «Ακροπόλεως», παρέμεινε «σαν μια αραιώς κατοικημένη ακραία συνοικία των Αθηνών, που έμοιαζε μάλλον σαν προάστειο της πρωτευούσης».
Σε αυτό είχε συντελέσει αφενός το γεγονός ότι πλησιέστερα προς το κέντρο της πόλης υπήρχαν χιλιάδες οικόπεδα μη οικοδομημένα, αφετέρου δε η έλλειψη συγκοινωνίας. Η τροχιοδρομική συγκοινωνία ήταν απόκτημα εκείνων των τελευταίων χρόνων της ραγδαίας ανάπτυξης της συνοικίας.
«Όλα τα παλιοσπίτια της Κυψέλης κατεδαφίσθησαν εις διάστημα ολίγων χρόνων και ο οικοδομικός οργασμός που επεκράτησε ήλλαξε διά μιας την όψιν της συνοικίας. Πριν από πέντε-έξι ακόμη χρόνια η Κυψέλη δεν ήτο υπολογίσιμος ως συνοικία των Αθηνών. Δεν είχε καν τακτικήν και υποφερτήν συγκοινωνίαν, επνίγετο στη σκόνη και έδιδε την εντύπωσιν ενός άνευ σκαψίματος χώρου, όπου κανείς δεν ημπορούσε να βρει μιαν άκρη. Ακόμη δεν είχε γίνει η πλατεία του τέρματος της οδού Κυψέλης, ο δε ανοικτός χώρος εκείνου του μέρους, με την κοίτην του μικρού χειμάρρου που επερνούσε απ’ εκεί, έδιδε μιαν αθλίαν εικόνα, ώστε η εντύπωσις που εσχημάτιζε κανείς για τη συνοικίαν ολόκληρον δεν ήτο καλή.
Τι μεταβολή όμως τα τελευταία πέντε χρόνια! Ο ασουλούπωτος και ανοικτός εκείνος χώρος έγινε με μια καλή προσπάθεια μια από τις καλλίτερες πλατείες των αθηναϊκών συνοικιών, και ο σχετικός εξωραϊσμός του κεντρικού αυτού μέρους επέδρασε τόσον πολύ εις τη γενικήν εκ της συνοικίας αποκομιζομένην εντύπωσιν, ώστε η Κυψέλη ήλλαξε διά μιας. Τώρα είναι μια συνοικία γεμάτη πρόοδο και ζωή, μια από τις ωραιότερες και πιο μοντέρνες συνοικίες της νέας πόλεως, όλη γεμάτη φως, ήλιο και υγεία».
Οι ανάγκες της Κυψέλης
Παρ’ όλα αυτά, η Κυψέλη βρισκόταν ακόμη στο στάδιο της εξέλιξής της. Το αντιλαμβανόταν αυτό κανείς με την πρώτη ματιά που θα έριχνε στη συνοικία. Η Κυψέλη είχε πλήθος μοντέρνων σπιτιών, μονοκατοικιών για κάθε γούστο. Της έλειπαν όμως ακόμα πάρα πολλά πράγματα ώστε να θεωρείται μια καθ’ όλα άρτια συνοικία.
«Επιβάλλεται πρωτίστως να σκυροστρωθούν και να ασφαλτοστρωθούν ωρισμένοι δρόμοι. Διότι η Κυψέλη, από απόψεως ασφαλτοστρώσεως δρόμων, έρχεται ίσως μεταξύ των τελευταίων αθηναϊκών συνοικιών. Αυτή η αθλία κατάστασις της κεντρικής οδού Κυψέλης μαρτυρεί ότι ουδέποτε επεδείχθη ενδιαφέρον για την κατάστασιν των δρόμων της συνοικίας από τους αρμοδίους. Η οδός Κυψέλης, με την παραταθείσαν επί μακρόν επισκευήν της τροχιοδρομικής γραμμής και τα αναχώματα καθ’ όλην την έκτασίν της, έγινε αδιάβατος σχεδόν. Όσον αφορά τους άλλους δρόμους, δεν ευρίσκονται και αυτοί εις καλλιτέραν κατάστασιν».
Πολλοί μάλιστα είχαν ανασκαφεί από τους τροχούς των φορτωμένων κάρων που, κινούμενα προς όλες τις κατευθύνσεις, μετέφεραν επί χρόνια οικοδομικά υλικά, και ήταν γι’ αυτό στρωμένοι με παχύτατο στρώμα σκόνης, το οποίο με το παραμικρό φύσημα ανέμου σηκώνονταν σαν σύννεφο που έπνιγε τη συνοικία. Αντιθέτως, η σκόνη αυτή τον χειμώνα γινόταν λάσπη και καθιστούσε αδιάβατο κάθε δρόμο της Κυψέλης. Το χειρότερο ήταν ότι, με τις συνηθισμένες τον χειμώνα καταιγίδες, ύστερα από κάθε δυνατή βροχή, όλη αυτή η λάσπη παρασυρόταν στις κεντρικές λεωφόρους και οδούς της πόλης όπου κινούνταν αυτοκίνητα και τροχοφόρα.
Πεζοδρόμια, φως, καθαριότητα
«Γι’ αυτό η σκυρόστρωσις και ιδίως η ασφαλτόστρωσις των δρόμων της Κυψέλης είναι συγχρόνως και μια γενικωτέρα ανάγκη της πρωτευούσης. Το κακόν θα ήτο μικρότερον, εάν υπήρχαν τουλάχιστον πεζοδρόμια. Αλλά το ζήτημα των πεζοδρομίων είναι τόσο μεγάλο, όπως το κατάντησε η ελληνική γραφειοκρατία, ώστε δεν πρέπει να περιμένουμε τίποτε, αν δεν ξεσηκωθεί μια παναθηναϊκή διαμαρτυρία για το ζήτημα αυτό. Ευτυχώς, ότι το πρώτο καλό σημάδι εφάνη στον ορίζοντα. Ο νεοϊδρυθείς σύνδεσμος των “πεζοδρομιοπαθών” είναι μια καλή αρχή και θα φέρει καλά αποτελέσματα ως προσπάθεια, αν γίνει κοινή υπόθεσις όλων των Αθηναίων, αφού κατήντησαν οι Αθηναίοι να πληρώνουν φόρους πεζοδρομίων χωρίς να έχουν καν πεζοδρόμια».
Ο φωτισμός των δρόμων επίσης ήταν ένα ζήτημα που δεν επιδεχόταν πλέον παρελκύσεις. Στη συνοικία της Κυψέλης προ παντός, οι περισσότεροι δρόμοι ήταν βυθισμένοι στο σκοτάδι ή φωτίζονταν ελάχιστα, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι των πλέον απόκεντρων ιδίως δρόμων της συνοικίας να κατατσακίζονται, αν δεν είχε φεγγάρι, για να φτάσουν στα σπίτια τους.
«Τέλος, μένει το ζήτημα της καθαριότητος, του καταβρέγματος και της συγκοινωνίας. Διά την καθαριότητα πρέπει να δοθεί ιδιαιτέρα προσοχή κατά την θερινή περίοδο που διατρέχουμε, διότι είναι γνωστοί οι κίνδυνοι οι προερχόμενοι εκ της παραμελήσεως της καθαριότητος της πόλεως. Το κατάβρεγμα των δρόμων επίσης εις την Κυψέλη είναι απαραίτητο να πυκνωθεί και να επεκταθεί εις όλους τους δρόμους, για τους λόγους που ανωτέρω αναφέρομεν. Όσον αφορά τη συγκοινωνία, επιβάλλεται πλέον άνευ χρονοτριβής η πύκνωσίς της, διότι αφ’ ης άρχισαν αι επισκευαί της οδού Κυψέλης, η συγκοινωνία της ωραίας συνοικίας χωλαίνει εις απίστευτον βαθμόν και προκαλεί δικαίως την αγανάκτηση των κατοίκων για τη βραδύτητα με την οποίαν εκτελείται».