«ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΘΑΝΑΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ. Ολίγα λεπτά μετά το μεσονύκτιον ο Βαρθολομαίος Βαντσέττι και ο Νικόλαος Σάκκο δεν θα υπάρχουν πλέον», έγραφε το –με καθυστέρηση μιας ημέρας– ρεπορτάζ της «Εσπερινής» στις 24 Αυγούστου 1927.
«Ο ηλεκτρισμός, η μεγαλειωδεστέρα αυτή από τας εφευρέσεις του ανθρώπου, πρόκειται να χρησιμοποιηθή διά να αποστερήση της ζωής δύο ανθρώπους... Αθώους ή ενόχους;».
Στις μεγαλουπόλεις των ουρανοξυστών, στις κωμοπόλεις, στα χωριά, στους απομονωμένους συνοικισμούς, παντού σε όλη την επικράτεια των Ηνωμένων Πολιτειών, η αγωνία για την τύχη των δύο καταδίκων κατείχε ολόκληρο τον πληθυσμό, ανεξαρτήτως τάξης, γένους, ηλικίας.
Η νεοϋορκέζικη εφημερίδα της ελληνικής ομογένειας «Ατλαντίς» έγραφε: «Οι Σάκκο και Βαντσέττι είχον καταδικασθή εις θάνατον διά τον φόνον του ταμίου εργοστασίου τινός της Μπραίηντρη και του βοηθού του, την 15ην Απριλίου του 1920. Αμφότεροι επέμειναν μέχρι τέλους ότι ήσαν αθώοι του εγκλήματος δι’ ο κατεδικάσθησαν εις θάνατον».
Στη Βοστόνη, την πρωτεύουσα της Πολιτείας της Μασαχουσέτης, όπου επρόκειτο να παιχτεί η τελευταία πράξη του δράματος, το λαϊκό συλλαλητήριο υπέρ των καταδίκων «ολίγον έλειψε να μετατραπή εις αληθινήν εξέγερσιν
Μαζί τους ήταν και ο Πορτογάλος κατάδικος Τσελεστίνος Μαδέιρος, που είχε καταδικασθεί σε θάνατο και για τον φόνο ενός ταμία τράπεζας το 1924. Ο Μαδέιρος είχε ομολογήσει ότι αυτός και τα μέλη της συμμορίας του είχαν διαπράξει «τον διπλούν μετά ληστείας φόνον, δι’ ον ο Σάκκο και ο Βαντσέττι κατεδικάσθησαν εις θάνατον».
Σύμφωνα με την «Εσπερινή», τα ονόματα Σάκο και Βαντσέτι είχαν γίνει σύμβολα. Το θέμα δεν άφηνε κανέναν αδιάφορο και δύο αντίθετες τάσεις διαμορφώνονταν: «Οι συντηρητικοί, οι νομοταγείς, οι πιστοί εις τας παραδόσεις τα προφέρουν όχι με μένος, αλλά με οίκτον. Οι δύο κατάδικοι πρέπει να αποθάνουν, διά να ικανοποιηθή η δικαιοσύνη, η οποία πρέπει πάντοτε να είναι υπεράνω των ανθρωπίνων αδυναμιών, υπεράνω των προσωπικών συμπαθειών ή αντιπαθειών... Υπάρχουν όμως και οι άλλοι, οι φίλοι των καταδίκων, οι ομοϊδεάται των, οι ριζοσπαστικοί, οι ευαίσθητοι, οι ανθρωπισταί, οι οποίοι εις την ετοιμαζομένην θανατικήν εκτέλεσιν βλέπουν ένα στυγερόν δικαστικόν έγκλημα. Και αισθάνονται την υποχρέωσιν να διαμαρτυρηθούν με όλας τας δυνάμεις των, να ματαιώσουν την αναπόφευκτον θανάτωσιν των δύο Ιταλών αναρχικών».
Συλλαλητήρια στις πόλεις των ΗΠΑ
Βράδιαζε. Οι δρόμοι γέμιζαν από πλήθη ανδρών, γυναικών και παιδιών, που κατευθύνονταν προς την Πλατεία της Ένωσης, όπου επρόκειτο να γίνει συλλαλητήριο υπέρ των καταδίκων. Η τεράστια πλατεία της Νέας Υόρκης δεν άργησε να γεμίσει ασφυκτικά. Χιλιάδες λαού είτε είχαν ήδη συγκεντρωθεί είτε εξακολουθούσαν να καταφθάνουν από όλες τις κατευθύνσεις. Το θέαμα του πλήθους ήταν επιβλητικό.
Η αστυνομία αδυνατούσε να συγκρατήσει την ορμή των διαδηλωτών και λίγο λίγο οι στοίχοι των αστυφυλάκων αναγκάζονταν να διευρύνουν τον χώρο που είχε αρχικώς οριστεί για το συλλαλητήριο και να αποσυρθούν στις παρόδους της πλατείας, ενώ κατέφθασαν και νέες ενισχύσεις της αστυνομικής δύναμης μαζί με τμήματα έφιππων αστυφυλάκων.
«Δεν πρέπει όμως να φανή περίεργον ότι τα επεισόδια δεν είναι παρά αραιότατα. Η αστυνομία της Νέας Υόρκης δεν έχει μαθητεύσει εις τας Αθήνας. Οι διαδηλωταί αφίνονται ελεύθεροι να εκφράσουν τας γνώμας των, έστω και αν αι γνώμαι αύται είναι αντίθετοι προς τας κυβερνητικάς αποφάσεις. Η υποχωρητικότης της αστυνομίας είναι πράγματι αξιοθαύμαστος. Οι ρήτορες της συγκεντρώσεως αφίνονται ελεύθεροι να ομιλήσουν, τα πλήθη ημπορούν ελευθέρως να διαμαρτυρηθούν κατά της θανατικής εκτελέσεως των δύο Ιταλών».
Τέλος, υποβλήθηκε στους συγκεντρωμένους το ψήφισμα προς την κυβέρνηση, το οποίο επιδοκιμάστηκε διά βοής από το πλήθος και έπειτα το συλλαλητήριο άρχισε να διαλύεται.
Συλλαλητήρια παρόμοια έλαβαν χώρα και σε όλες τις άλλες πόλεις της Αμερικής. Στη Βοστόνη, την πρωτεύουσα της Πολιτείας της Μασαχουσέτης, όπου επρόκειτο να παιχτεί η τελευταία πράξη του δράματος, το λαϊκό συλλαλητήριο υπέρ των καταδίκων «ολίγον έλειψε να μετατραπή εις αληθινήν εξέγερσιν».
«Μη σκοτώσετε τον μπαμπά μας»
Η τελευταία ελπίδα για τη σωτηρία των καταδίκων ήταν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Μασαχουσέτης. Όταν και αυτό απέρριψε για άλλη μία φορά την αίτηση για αναθεώρηση της δίκης, «οι φίλοι των δύο καταδίκων εσκέφθησαν, ως ύστατον μέσον, να δοκιμάσουν να συγκινήσουν το ανθρώπινον αίσθημα του κυβερνήτου Φούλλερ. Ο άκαμπτος ούτος εκτελεστής του Νόμου εκώφευσεν εις τας επικλήσεις των εργατών και των φιλελευθέρων, εις τας διαμαρτυρίας τόσων οργανώσεων και προσωπικοτήτων όλου του κόσμου. Θα έμενεν όμως ασυγκίνητος και εις τας ικεσίας δύο αθώων παιδίων; Τα δύο τέκνα του καταδίκου Σάκκο, η μικρά Ινές και ο μικρότερος Ντάντε, γονυπετή, εζήτησαν με δάκρυα εις τους οφθαλμούς και με συμπεπλεγμένας χείρας την απονομήν χάριτος εις τον πατέρα των. Ο κυβερνήτης τα εκοίταξε με συμπάθειαν και δεν έδωκε καμμίαν απάντησιν... Οι παριστάμενοι εις την συγκινητικήν αυτήν σκηνήν έκλαιον. Εχάνετο και η τελευταία ελπίς διά τους δύο δυστυχείς».
Η ακαμψία του Κυβερνήτη οδήγησε τους φίλους των Ιταλών αναρχικών στην απόγνωση και δεν έμενε «δι’ αυτούς άλλο μέσον παρά η απειλή αντιποίνων». Οι αναρχικοί της Νέας Υόρκης, με ανώνυμες επιστολές, γνωστοποιούσαν ότι έχουν αποφασίσει, στην περίπτωση που εκτελεστεί η θανατική απόφαση, να ανατινάξουν στον αέρα δεκαπέντε δημόσια μέγαρα και εκκλησίες. Κατόπιν τούτου, η αστυνομία έλαβε έκτακτα μέτρα, αυξάνοντας τη φρουρά των απειλούμενων κτιρίων.
«Η παραμονή της εκτελέσεως υπήρξεν ημέρα εξαιρετικώς νευρική», θα γράψει η εφημερίδα «Ελληνική». «Οι κατάδικοι, γνωρίζοντες πλέον ότι ουδεμία ελπίς σωτηρίας απέμενεν, εφρόντισαν να τακτοποιήσουν όλας τας υποθέσεις των, να κανονίσουν ακόμη πάσαν σχέσιν, την οποίαν είχαν με τον κόσμον τούτον».
Ο Σάκο αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ημέρας του στη σύνταξη μίας μακράς επιστολής προς τον πατέρα του. Σε αυτήν ο ατυχής μελλοθάνατος διαβεβαίωνε για μία ακόμη φορά ότι είναι αθώος για το έγκλημα, για το οποίο υπέφερε επί επτά ολόκληρα χρόνια. Έγραψε και μια επιστολή στον μικρό γιο του, λίγες μόλις ώρες πριν από την εκτέλεση. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τη μετάφραση της εφημερίδας «Ελληνική», έγραφε:
«Έσο γενναίος, αντί να κλαίης. Μη λησμονής ποτέ να βοηθής τους αδυνάτους, οι οποίοι ζητούν βοήθειαν, και να υπερασπίζης τους καταδιωκομένους, διότι αυτοί είναι οι καλύτεροι φίλοι σου. Είναι σύντροφοί σου, οι οποίοι επολέμησαν και έπεσαν, όπως ο Μπάρτο και όπως ο πατήρ σου, και εθανατώθησαν διότι ηγωνίσθησαν διά την ελευθερίαν όλων των πτωχών εργατών».
Η μέρα της εκτέλεσης
«Το έγκλημα εγένετο», θα γράψει την επόμενη μέρα η εφημερίδα «Ελληνική». «Από χθες ένα στίγμα ανεξίτηλον αμαυρώνει την αμερικανικήν Δικαιοσύνην και η ζωή δύο αθώων υπήρξε διά τον αμερικανικόν εγωισμόν κάτι που δεν ελήφθη υπ’ όψιν, εφ’ όσον επρόκειτο να ικανοποιηθή ένα πείσμα. Οι δύο νεκροί της Βοστώνης (διά τον Μαδέιρος δεν γίνεται λόγος, αφού αυτός ήτο ένοχος) δεν εκέρδισαν μόνον την συμπάθειαν ολοκλήρου της πολιτισμένης ανθρωπότητος, αλλά έγιναν και σύμβολα των αδικουμένων αδυνάτων. Εις το εξής, τα δύο θύματα ανήκουν εις την ανθρωπότητα, της οποίας θα συμβολίζουν τον αγώνα κατά της αδικίας και του πείσματος της βίας».
Η εκτέλεση έγινε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της Δευτέρας προς την Τρίτη. Στις 8:40 το βράδυ, οι Σάκο και Βαντσέτι, καθώς και ο Μαδέιρος, ειδοποιήθηκαν από τον διευθυντή της φυλακής ότι επρόκειτο να πεθάνουν. Και οι τρεις αντέδρασαν με διαμαρτυρίες στην αναγγελία του επικείμενου θανάτου τους. Ο Σάκο παρέδωσε στον δεσμοφύλακα μερικές επιστολές που είχε γράψει και τον παρακάλεσε να τις ταχυδρομήσει. Ο Βαντσέττι είπε:
– Οφείλομεν να υποταγώμεν εις το αναπόφευκτον.
«Αμφότεροι διεμαρτυρήθησαν δραστηρίως υπέρ της αθωότητός των και εξηκολούθησαν διαμαρτυρόμενοι μέχρι της τελευταίας στιγμής».
Μία ώρα πριν από την καθορισμένη για την εκτέλεση στιγμή έγινε ένα ύστατο διάβημα προς τον Κυβερνήτη Φούλερ από τη σύζυγο του Σάκο και την αδελφή του Βαντσέτι. Το διάβημα αυτό «επέβη εις μάτην», και στις 11:25 μ.μ. ο ένας εκ των συνηγόρων των καταδίκων βρέθηκε στη φυλακή για να αποχαιρετήσει τους μελλοθάνατους. Παρουσία του ιερέως της φυλακής, των δεσμοφυλάκων και των λοιπών αρμοδίων υπαλλήλων, του συνηγόρου και ενός δημοσιογράφου, κατευθύνθηκαν στα κελιά των μελλοθανάτων. Ο δικηγόρος ζήτησε να του επιτραπεί να συνομιλήσει μία τελευταία φορά με τους πελάτες του, αλλά ο Κυβερνήτης αρνήθηκε κατηγορηματικά. Τα μεσάνυχτα ο αβάς εξόρκισε τους καταδίκους να εξομολογηθούν και να μεταλάβουν. Συνάντησε όμως άρνηση και αποσύρθηκε.
Η εκτέλεση του Μαδέιρος
Ο Μαδέιρος, ο οποίος είχε κοιμηθεί ήσυχα, οδηγήθηκε πρώτος στο «δωμάτιον των νεκρών». Η ηλεκτρική έδρα είχε ετοιμαστεί. «Εξ ολοκλήρου μεταλλική, διά να εξασφαλίση το ανώτατον όριον επαφής, αποτελείται από πλήθος αρπάγων και ονύχων». Σε μικρή απόσταση είχαν παραταχθεί οι ορισμένοι από τον νόμο μάρτυρες της εκτέλεσης: λίγοι δεσμοφύλακες, υπάλληλοι, δημοσιογράφοι.
Εν μέσω νεκρικής σιγής, η σιδηρά θύρα του μοιραίου δωματίου άνοιξε για να εισέλθει ο κατάδικος και έκλεισε. Ο Μαδέιρος οδηγήθηκε στην «έδραν, ερρίφθη επ’ αυτής και εντός ολίγων στιγμών προσεδέθη τόσον στερεώς, ώστε δεν ηδύνατο πλέον να κινηθή. Ουδεμία κραυγή, ουδεμία λέξις εξήλθε από το στόμα του, το οποίον συνεσπάτο εις φρικώδεις μορφασμούς. Οι κρόταφοί του ήσαν περίρρυτοι εξ ιδρώτος. Όλα ήσαν έτοιμα. Ο δήμιος Έλλιοτ έστρεψε τον διακόπτην. Το σώμα του καταδίκου υπέστη σφοδρόν κλονισμόν και, μέσα εις τα δεσμά του, αι χείρες συνεστράφησαν, ενώ αι φλέβες εξωγκώθησαν μέχρι διαρρήξεως. Το σώμα του ηλεκτροπληγέντος εφαίνετο σαν να έβραζεν εσωτερικώς. Ήτο ακριβώς μεσονύκτιον και 2 λεπτά».
Στις 12:09 η διοχέτευση του ηλεκτρικού ρεύματος διακόπηκε και ο ιατρός Μπούργκενς διαπίστωσε επισήμως τον θάνατο. Το πτώμα του Μαδέιρος μεταφέρθηκε και οι δεσμοφύλακες πήγαν να φέρουν τον δεύτερο κατάδικο.
Η εκτέλεση των αθώων
Οδηγήθηκε τότε στον χώρο της εκτέλεσης ο Νικόλαος Σάκο. Προτού ανέβει στην ηλεκτρική έδρα, είπε:
– Αποθνήσκω διά την αναρχίαν, διά την ησυχίαν της συζύγου μου, του τέκνου μου και όλων των φίλων μου.
Κατόπιν προσήλθε στην έδρα και ενώ οι δεσμοφύλακες καταγίνονταν με την εργασία της πρόσδεσης, αυτός ψιθύρισε.
– Χαίρε, μητέρα μου…
Έκλεισε τότε τα μάτια και οι δεσμοφύλακες του έσφιξαν το χέρι. Λίγα δευτερόλεπτα προτού ο δήμιος Έλιοτ στρέψει τον ηλεκτρικό διακόπτη, ο Σάκο αναφώνησε:
– Ζήτω η αναρχία!
«Η μεταβίβασις του ηλεκτρικού ρεύματος επήλθε κεραυνοβόλος και το σώμα του Σάκκο συνεκλονίσθη ολόκληρον. Ο ιατρός Μπούργκενς διεπίστωσεν επισήμως τον θάνατον μετά δέκα λεπτά».
Η θλιβερή τελετή επαναλήφθηκε τότε με πανομοιότυπο τρόπο και τρίτη φορά. Ενώ κατευθυνόταν στον τόπο της εκτέλεσης, ο Βαρθολομαίος Βαντσέτι αναφώνησε με δυνατή φωνή:
– Κύριοι, θέλω να σας είπω ότι είμαι αθώος. Ουδέποτε διέπραξα κανένα έγκλημα, αλλ’ ενίοτε ημάρτησα. Σας ευχαριστώ δι’ όλα όσα εκάματε δι’ εμέ. Είμαι εντελώς αθώος παντός εγκλήματος, όχι μόνον αυτού, το οποίον με κατηγορούν· επαναλαμβάνω ότι είμαι εντελώς αθώος. Συγχωρώ εκείνους οι οποίοι μου έκαμαν κακό.
«Δεν προσέθεσε τίποτε άλλο. Μετά δευτερόλεπτα η εκτέλεσις ήρχισε. Ο ιατρός Μπούργκενς διεπίστωσε τον θάνατον κατά το μεσονύκτιον και 26 λεπτά».
Κατά το διάστημα εκείνο, η σύζυγος του Σάκο και η αδελφή του Βαντσέτι βρίσκονταν μαζί, περιστοιχιζόμενες από τα παιδιά της πρώτης.
«Όταν εσήμανεν η μοιραία ώρα οι θρήνοι εδιπλασιάσθησαν. Η Λουΐτζια Βαντσέττι, η οποία έσφιγγεν εις το χέρι της ένα μικρόν σταυρόν, έπεσε γονυκλινής και προσηυχήθη, ενώ η Ρόζα, η σύζυγος του Σάκκο και ελευθέρα εις την σκέψιν, έκλαυσεν υπέρ εκείνου, μόνη, χωρίς ρητορείαν, χωρίς ελπίδα. Όταν τα τρία πτώματα μετεφέρθησαν από το δωμάτιον των εκτελέσεων, εξητάσθησαν παρά των ιατρών. Κατόπιν μετεφέρθησαν εις το νεκροτομείον διά την αυτοψίαν.
Κι έτσι έληξεν η τραγωδία των δύο αθώων, οι οποίοι επλήρωσαν με την ζωήν των τον εγωιστικόν εθνικισμόν της Αμερικής».