ΣΤΗΝ ΠΙΟ ΑΠΟΤΟΜΗ καμπή του δρόμου, το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο απεσταλμένος της εφημερίδας «Ακρόπολις» στο μέτωπο του Ισπανικού Εμφυλίου Αριστείδης Αγγελόπουλος βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπο με ένα κοπάδι βόδια.
«Θα προτιμούσαμε ισαρίθμους κομμουνιστάς ωπλισμένους. Μας επιτίθενται, κουτουλάνε τα τζάμια και τη μηχανή, απειλούν να ξεσχίσουν το καπώ, να τρυπήσουν τις πόρτες, να μας αναποδογυρίσουν. Ο σωφέρ βλαστημά την τύχη του και τον βοδηλάτη, που τσακίζεται ο κακομοίρης να τα βάλει σε πειθαρχία με μια μικρή βεργούλα. Ματαίως. Τα βόδια δεν εσπούδασαν στο στρατό για να ξέρουν από πειθαρχία, αγνοούν δε παντελώς τας διεθνείς διατάξεις της τροχαίας. Καθυστέρησις ένα τέταρτο».
Τελικά ο ορίζοντας άνοιξε, καθώς κατέβαιναν ολοταχώς έναν κάμπο καταπράσινο. Πιο κάτω, χωράφια φρεσκοοργωμένα, ενώ στο βάθος διαγράφονταν αμυδρά μερικά υψώματα... Μπήκαν κατόπιν στο Μπούργκος, την πρωτεύουσα της Eθνικής Ισπανίας.
Ο κόσμος χειροκροτούσε, καθώς το νεκρικό άρμα πήγαινε για να σύρει τον ταύρο στην υπόγεια στοά και οι βοηθοί έριχναν ροκανίδια στις μικρές λίμνες από αίμα. Η τραγωδία έληξε για να επαναληφθεί αμέσως με θύμα άλλον ταύρο.
Στο Μπούργκος, εκεί όπου η «εθνική κυβέρνησις του νέου ισπανικού κράτους απεφάσισε να εγκαταστήση ονομαστικώς την έδρα της», εκτός από τ’ άλλα φαινόμενα, ο Αριστείδης Αγγελόπουλος είχε την τύχη να δει και ταυρομαχίες.
«Εδώ γίνονται οι πιο άγριες ταυρομαχίες της Ισπανίας. Διατρέφουν έξω στους αγρούς ταύρους ειδικώς για το αγώνισμα και η “γκαναντερία” –η ράτσα να πούμε– των ταύρων του Μπούργκος πάντοτε ξεχωρίζει για την αγριότητά της».
Τον χειμώνα δεν γίνονταν κανονικά ταυρομαχίες, εκείνη τη χρονιά όμως κατ’ εξαίρεση παρατάθηκε η περίοδος και γίνονταν κάθε Κυριακή, για «πατριωτικούς σκοπούς». Για να τις παρακολουθήσει, ο απεσταλμένος της εφημερίδας «Ακροπόλις» έπρεπε να τσαλαπατηθεί με όλο τον κόσμο, νέους, γέρους, φαντάρους, κορίτσια, παιδιά, έναν κόσμο παρδαλό, ανυπόμονο και νευρικό, που τον έσπρωχνε δεξιά-αριστερά για να μπει στο στάδιο, ενώ μασούσε αδιάκοπα πασατέμπο, τον έφτυνε κατάμουτρα και συγχρόνως του πατούσε το πόδι χωρίς να νοιαστεί να του ζητήσει συγγνώμη.
Ο πατριωτικός σκοπός του θεάματος έκανε τον κόσμο να τρέχει κατά χιλιάδες στο ειδικό κυκλικό στάδιο, την ταυρομαχική «αρένα» – μικρογραφία ποδοσφαιρικού γηπέδου με ξύλινες εξέδρες. Το σπρώξιμο και το τσαλαπάτημα του κόσμου συνεχίζονταν και μέσα στην αρένα, γιατί είχε πια ξεχειλίσει. Περίμενε μάλιστα ώρες πολλές για ν’ αρχίσει το θέαμα, «ένα θέαμα με μεγαλοπρέπεια μεσαιωνική –όπως πιστεύουν οι Ισπανοί–, ένα θέαμα κτηνώδες, όπως ασφαλώς θα το κρίνη ένας πολιτισμένος άνθρωπος».
Η ταυρομαχία αρχίζει
Η ταυρομαχία άρχισε με σαλπίσματα και παρέλαση του ταυρομαχικού προσωπικού, ντυμένου στο βελούδο, με πλουμιστές μπέρτες μεταξωτές, σιρίτια χρυσά κι ασημένια, και τους ψεύτικους ώμους κάτω από τ’ αστραφτερά πλατιά κοστούμια. Ένα μεγάφωνο έπαιζε τον «επαναστατικό ύμνο» (τον ύμνο των εθνικιστών) και στο τέλος ακούστηκε η κραυγή της ταυρομαχικής λεγεώνας: «Αρίμπα Εσπάνια!».
Στις κινήσεις και στις ρεβεράντζες των ταυρομάχων κυριαρχούσε αέρας μεσαιωνικού δογματισμού, ο κόσμος όμως αγωνιούσε, περιμένοντας τον ταύρο, που ξεπήδησε κάποτε –αφού απήλθε το προσωπικό– από μια μικρή σιδερένια πορτούλα και στάθηκε στη μέση του στίβου, ρίχνοντας υπερήφανες ματιές γύρω στα πλήθη.
Οι δυο «τορεαντόρ» (οι κυρίως ταυρομάχοι δηλαδή) αιχμαλώτισαν το βλέμμα του, κινώντας κόκκινες σημαίες απέναντί του.
«Εκνευρίζεται αμέσως, μουγκρίζει, σκάβει το χώμα με τις οπλές του και ορμά προς την κόκκινη παντιέρα σαν ηλεκτρόπληκτος. Λίγο ακόμη και τα κέρατά του, που ανεμίζουν πολύχρωμες κορδελίτσες, θα χωθούν στις σάρκες του ταυρομάχου».
Εκείνος, την τελευταία στιγμή, ξεφεύγει με ελαφρό πήδημα προς τα πλάγια, ενώ τώρα ο ταύρος μαγνητίζεται από τη σημαία του άλλου «τορεαντόρ» και ορμά προς τα εκεί, κερατίζοντας τον αέρα. Το επικίνδυνο αυτό παιχνίδι συνεχίζεται κάμποσο και ο κόσμος ενθουσιάζεται κάθε φορά που ο ταύρος, καλπάζοντας προς όλες τις κατευθύνσεις, απειλεί να ξεσκίσει τους «τορεαντόρ».
Φαίνεται ότι το κόκκινο χρώμα θάμπωσε τα μάτια του, ώστε να μη βλέπει τίποτε άλλο εκτός απ’ αυτό. Ζαλίστηκε ίσως, γιατί τώρα οι «τορεαντόρ» με τις παντιέρες τον παρασύρουν προς την άκρη του στίβου, την οποία περιτρέχουν δύο «πικαντόρς» καβάλα σε παλιάλογα.
Οι «πικαντόρς» κρατούσαν μικρά δόρατα, τις «πίκας», και τα μάτια των αλόγων ήταν φραγμένα για να μη βλέπουν τον ταύρο και τρομοκρατούνται. Ο πρώτος «πικαντόρ» προσπαθούσε τώρα να ξεφύγει από το κεράτισμα του ταύρου, ενώ συγχρόνως του κάρφωνε την πίκα στην πλάτη. Αίματα ξεπηδούσαν και το μαύρο δέρμα του ταύρου λαμποκοπούσε, καθώς στριφογύριζε και τινάζονταν αγριεμένος, προσπαθώντας ν’ απαλλαγεί από το δόρυ, χωρίς να το καταφέρνει.
Μούγκριζε, το στόμα του έβγαζε αχνούς και ορμούσε προς τον άλλον «πικαντόρ». Εκείνος δεν πρόλαβε να καρφώσει την πίκα του. Ανατράπηκε, ενώ τ’ άλογό του σφάδαζε στο χώμα ξεκοιλιασμένο. Ο «πικαντόρ» ποδοπατιόταν, ενώ ο κόσμος ούρλιαζε.
Το θέαμα έφτασε στο ζενίθ της αγριότητάς του, καθώς οι «τορεαντόρ» προσπαθούσαν με τα κόκκινα πανιά να παρασύρουν τον ταύρο προς την άλλη μεριά του στίβου. Σκοπός ήταν να δώσουν καιρό σ’ ένα πρόχειρο άρμα να σύρει το ξεκοιλιασμένο άλογο σε μια υπόγεια στοά και στους βοηθούς να σηκώσουν τον «πικαντόρ», που λαβώθηκε και κούτσαινε.
Οι «τορεαντόρ» στο μεταξύ ασχολούνταν με το να καρφώνουν αγκίστρια με βέργες στην πλάτη του δυστυχισμένου ζώου. Κρέμονταν οι σάρκες του στις πλάτες, το αίμα έτρεχε και πιτσιλούσε τον στίβο. Κι όμως, η αιμορραγία δεν φαινόταν να τον κλονίζει. Αγέρωχος κάλπαζε δεξιά, αριστερά. Τιναζόταν και μούγκριζε. Τότε επενέβησαν οι δυο «ματαντόρες» για την τελική φάση της ταυρομαχίας, όπως ανήγγειλε ένας κήρυκας κατόπιν σαλπίσματος.
«Οι “ματαντόρες”, που λέγονται στην ταυρομαχική γλώσσα και “εσπάντας”, κρατούν φαρδιά σπαθιά, σαν γιαταγάνια, στο χέρι. Ο ταύρος τούς υποδέχεται με επέλαση. Μια στιγμή το σπαθί αστράφτει στο φως και χώνεται στις σάρκες του ταύρου. Χιλιολαβωμένος, με δόρατα, αγκίστρια, σπαθιά καρφωμένα στην ράχη του, ο ταύρος λυσσά ακόμη. Η παλληκαριά του σε καταπλήσσει. Άλλη σπαθιά. Δεν λυγά, δεν γονατίζει. Γκρεμίζεται ξαφνικά μονοκόμματος. Ο τελευταίος “ματαντόρ”, που του έδωσε την τελική σπαθιά, πατά τώρα στην ράχη του υπερήφανος –φαίνεται– για το κατόρθωμά του».
Ο κόσμος χειροκροτούσε, καθώς το νεκρικό άρμα πήγαινε για να σύρει τον ταύρο στην υπόγεια στοά και οι βοηθοί έριχναν ροκανίδια στις μικρές λίμνες από αίμα. Η τραγωδία έληξε για να επαναληφθεί αμέσως με θύμα άλλον ταύρο.
Η σχολή που δίδαξε τα κτηνώδη ένστικτα
Ο «ντουνιάς αυτός της κάθε ηλικίας και της κάθε προελεύσεως» ωρυόταν στις πιο κρίσιμες στιγμές της «κτηνώδους κρεουργίας του ζώου». Σε μία από τις τρεις τέτοιες ταυρομαχίες που παρακολούθησε ο επιφορτισμένος με τη δημοσιογραφική κάλυψη του Ισπανικού Εμφυλίου, απεσταλμένος της «Ακροπόλις», πρωταγωνιστούσε ένας «τορέρος», αρχάριος ταυρομάχος. Ο ταύρος, μολονότι ήταν τριετής «ανουβιλάντας», δηλαδή έφηβος, κεράτισε τόσο δυνατά τον δήμιό του, που τον πέταξε πέντε μέτρα μακριά. Ο «τορέρος» αποχώρησε με σπασμένο χέρι, υπό την άγρια γκρίνια των θεατών... «Έχασε ασφαλώς την καριέρα του στο ταυρομαχικό επάγγελμα».
«Οπωσδήποτε, οι τρεις ταύροι ξεψύχησαν σήμερα λεβέντικα, αφού έβαψαν το στίβο με το αίμα των», σχολίασε, οδεύοντας προς το τέλος της αφήγησής του, ο Αριστείδης Αγγελόπουλος.
«Οι δυστυχείς εδέχθησαν υπερήφανα τον άνισο αγώνα. Όσο για τους θεατάς, αυτοί αφηγούντο αργότερα στα μπαρ και τα καφενεία του Μπούργκος, με ιδιαίτερη ευχαρίστησι και απάθεια, τον τρόπο του τεμαχισμού των ταύρων σε φίλους των που δεν έτυχε να παρακολουθήσουν το θέαμα. Κανένας δεν παρατηρείται να δείχνη αποτροπιασμό σε αυτή την κτηνώδη συζήτησι. Και διερωτάσαι δικαίως:
Γιατί η ταυρομαχία να μη είναι η σχολή που εδίδαξε τα κτηνώδη ένστικτα στον υπερήφανο και ιπποτικό τούτο λαό;
Γιατί να μη είναι το αίτιο κι η αφορμή τόσων ανθρωπίνων κτηνωδιών; Ο Ισπανός, από τα παιδικά του χρόνια, χάρις στο θέαμα της ταυρομαχίας, συνήθισε το αίμα...»