«Ο ΕΦΕΥΡΕΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΣΜΟΣ, που πνέει από το ένα άκρο της Υφηλίου έως το άλλο, ήταν επόμενο να μη αφήσει ασυγκίνητους και τους Έλληνες. Ταμπουρωμένοι οι περισσότεροι εξ αυτών σε πρόχειρα εργαστήρια και με σύνεργα πρωτόγονα τις περισσότερες φορές, σκύβουν με ατσαλένια θέληση, για να φέρουν εις πέρας μία νέα εφεύρεση, μία εκπληκτική επινόηση».
Μεταξύ εκείνων, λοιπόν, γράφει τον Σεπτέμβρη του 1937 η εφημερίδα «Ακρόπολις», και ο νεαρότατος Λυραντωνάκης, που ζήλεψε τη δόξα του Ικάρου. Το δεκαπεντάχρονο Κρητικόπουλο είχε παρουσιαστεί τότε μπροστά στον αρχηγό της κυβέρνησης παρουσιάζοντάς του την εφεύρεσή του και εξηγώντας του ότι με αυτήν μπορεί να πετά στον αέρα με πτέρυγες και με μηχάνημα δικής του επινόησης. Ο πρωθυπουργός, κατόπιν τούτου, φρόντισε ο νέος να μεταφερθεί στην Αθήνα και να εισαχθεί στη Σιβιτανίδειο Σχολή, όπου ο Λυραντωνάκης, λαμβάνοντας ειδική άδεια και μόρφωση, τελειοποίησε την εφεύρεσή του.
Επωφελούμενος των διακοπών της Σιβιτανιδείου, ο νέος Ίκαρος αποφάσισε να εκτελέσει μία δοκιμαστική πτήση με την καταπληκτική εφεύρεσή του. Χιλιάδες κόσμου συγκεντρώθηκαν στο λιμάνι των Χανίων για να παρακολουθήσουν το πείραμα του Λυραντωνάκη.
Ο τρόμος όλων εντάθηκε τη στιγμή που είδαν τον Λυραντωνάκην να πέφτει, μπλεγμένος καθώς ήταν με το πτητικό του μηχάνημα, στη θάλασσα. Ευτυχώς όμως για τον νεαρό εφευρέτη, μία βάρκα έσπευσε εκεί όπου κατέπεσε και τον ανέσυρε σώο.
Το θαρραλέο Κρητικόπουλο, παρουσιάζοντας την εφεύρεσή του και βέβαιο ότι «η πρώτη του πτήσις θα εστέφετο υπό επιτυχίας, ανήλθεν εις τον φάρον των Χανίων και από εκεί, ως άλλος Κλεμ Σον, ερρίφθη εις το κενόν. Ο πνέων σφοδρός άνεμος όμως και ο κακός υπολογισμός, ως προς το εκτίναγμα του νέου Ικάρου από τον φάρον, ολίγον έλειψαν να εξαποστείλουν εις τας αιωνίας μονάς τον Λυραντωνάκην. Το παριστάμενον πλήθος είδε με τρόμον τον Λυραντωνάκην να πίπτει με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς την θάλασσαν».
— Γλιτώστε τον! Θα πνιγεί!, φώναζαν κατατρομαγμένες οι γυναίκες, που παρακολουθούσαν με καρδιοχτύπι το καταπληκτικό πείραμα.
— Πάει το παιδί!, έλεγαν άλλοι εκ των παρισταμένων.
Ο τρόμος όλων εντάθηκε τη στιγμή που είδαν τον Λυραντωνάκην να πέφτει, μπλεγμένος καθώς ήταν με το πτητικό του μηχάνημα, στη θάλασσα. Ευτυχώς όμως για τον νεαρό εφευρέτη, μία βάρκα έσπευσε εκεί όπου κατέπεσε και τον ανέσυρε σώο.
«Μη νομίσετε ότι η πρώτη του αυτή αποτυχία απεθάρρυνε τον Λυραντωνάκην. Μόλις τον μετέφεραν εις την ξηράν, έσπευσε να δηλώσει ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τας προσπαθείας του· εντός δε της εβδομάδος θα πετάξει πάλιν, ελπίζων ότι τη φορά αυτή το πείραμά του θα επιτύχει και θα λάβει επαξίως τον τίτλον του νέου Ικάρου. Το ευχόμεθα!».
Επτά χιλιάδες ευρεσιτεχνίες
Έναν μήνα αργότερα, η ίδια εφημερίδα θα επανέλθει στο θέμα του εφευρετικού οργασμού, καθώς «επτά ολόκληρες χιλιάδες ευρεσιτεχνίες έχουν αναγνωριστεί ως εκμεταλλεύσιμες μέχρι σήμερα». Έτσι τουλάχιστον λέγανε, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Απ. Χατζηνικολάου, τα σχετικά χαρτιά του αρμόδιου τμήματος του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας.
«Επτά χιλιάδες Έλληνες, την ώρα που εμείς ίσως γλεντούμε, αυτοί σπάζουν το κεφάλι τους και ασχολούνται για να μας προσφέρουν μια ζωή ανετότερη και πιο ευχάριστη».
Εκεί που έδειχνε όμως περισσότερο ζήλο ο Έλληνας ήταν στις στρατιωτικές και χημικές εφευρέσεις. «Εάν δε αφαιρέσει κανείς μερικές εξ αυτών, αι περισσότεραι είναι άξιαι ιδιαιτέρας προσοχής».
Ο Διονύσιος Σπιντζόπουλος, αρχιτεχνίτης σαγματοποιός στην Εφορία Υλικού Πολέμου, είχε ανακαλύψει μία πλήρη πολεμική ιπποσκευή, η οποία και αγοράστηκε από το κράτος αντί 300.000 δραχμών. Επρόκειτο για μια πολεμική ιπποσκευή, πλήρους εξάρτυσης, «κατά τρόπον ώστε να δίδεται περισσοτέρα ευχέρεια και εις τον αναβάτην και εις τον ίππον».
Ένας αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού με το επίθετο Ζόγκας εφηύρε τορπίλη, η οποία, εκτινασσόμενη, δεν άφηνε φυσαλίδες και έτσι δεν γινόταν αντιληπτή από τον εχθρό. Αγοράστηκε από το κράτος αντί 1.500.000 δραχμών.
Ο Ιάκωβος Ξενάκης, μηχανικός που διέμενε στην Αμερική, εφηύρε επίσης ένα «ειδικό σύστημα αλεξιπτώτου με περισσοτέραν ασφάλειαν».
Στο ίδιο τμήμα υποβάλλονταν άφθονα συστήματα και τρόποι βελτίωσης της σκευής αλουμινίου, καθώς ήταν είδος «απαραίτητον διά τας στρατιωτικάς ανάγκας ενός κράτους».
Το Ελληνικό Δημόσιο διέθετε περίπου 120.000.000 δραχμές κάθε χρόνο για την εισαγωγή εκ του εξωτερικού θειικού χαλκού (γαλαζόπετρας).
«Το ελληνικόν δαιμόνιον, ως φυσικόν, δεν ημπορούσε να μείνει ασυγκίνητον προ του κολοσσιαίου αυτού αριθμού των εκατομμυρίων και, είχε δεν είχε, ανεκάλυψεν έναν τρόπον. Δεν γλιτώνουμε πάντως καθ’ ολοκληρίαν το ποσόν αυτό επί του παρόντος· το περιορίζουμε όμως εις το ήμισυ».
Έτσι ο μηχανολόγος Καρ. Γκουντρώ, βρήκε σύνθετο πέτρωμα και μέθοδο, με την οποία θα επιτυγχάνονταν η κατασκευή του θειικού χαλκού στην Ελλάδα.
«Εκεί που το ελληνικό δαιμόνιο έδειξε όλη του την δύναμη»
«Κοντά εις τας σοβαράς ευρεσιτεχνίας υπάρχουν βέβαια και άλλες που δεν ημπορούν να καταλάβουν αξιολόγον θέσιν επί του παρόντος. Όχι διότι δεν έχουν τη σημασίαν, αλλά επειδή τα μέσα εις την χώραν μας είναι περιορισμένα. Ωστόσο δεν υπάρχει πράγμα που εμείς το νομίζουμε αδύνατον και να μη βρίσκεται το αντιφάρμακόν του μέσα σ’ αυτό το τμήμα του Υπουργείου της Εθνικής Οικονομίας».
Για παράδειγμα, κάποιος ανακάλυψε την «ανεξίτηλον γραβάταν». Ήταν δηλαδή μια κανονική γραβάτα με μόνη τη διαφορά ότι ήταν δερμάτινη.
«Ο αιών μας, ως γνωστόν, είναι αιών της πρακτικότητος και εργασίας. Αι γυναίκες μας έχουν πολυάριθμες ασχολίες...», γι’ αυτό ο κύριος Θεοδωρίδης ανακάλυψε το «επικολλώμενον κομβίον». Ένα είδος συνηθισμένου κουμπιού, δηλαδή, το οποίο τοποθετούνταν στο σακάκι χωρίς τη βοήθεια του αναχρονιστικού μέσου της βελόνας και της κλωστής.
Κάποιος άλλος ανακάλυψε το φάρμακο κατά των λωποδυτών και την πατέντα του κατέθεσε στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. Ήταν ένα κλειδί που θα λειτουργούσε με κουμπιά. «Όσα δωμάτια έχουμε σπίτι μας, τόσους αριθμούς θα έχει και το κλειδί. Με την ανάλογον δε πίεσιν ειδικού κομβίου θα μετατρέπεται και θα ανοίγομεν το δωμάτιον που επιθυμούμεν».
Οι πρωτότυπες ιδέες δεν είχαν τελειωμό, αφού αναρίθμητες άλλες σπουδαίες πατέντες είχαν κατατεθεί, όπως «το μετάλλινον περιστροφικόν όργανον αυτομάτου λήψεως μεμονωμένης οδοντογλυφίδος. Θα καταλάβατε περίπου περί τίνος πρόκειται. Του λοιπού θα λείψουν από τα εστιατόρια τα ακαλαίσθητα εκείνα βαζάκια όπου τοποθετούνται αι οδοντογλυφίδες, εφ’ όσον τις περισσότερες φορές τις βρίσκουμε ακάθαρτες και εκτεθειμένες σε χίλια δυο μικρόβια. Το περί ού ο λόγος μετάλλινον περιστροφικόν όργανον αυτομάτου λήψεως μεμονωμένης οδοντογλυφίδος, δι’ ειδικής κινήσεως, θα μας δίδει την οδοντογλυφίδα μεμονωμένην, καθαράν και άνευ κόπου».
Αλλά εκεί που το ελληνικό δαιμόνιο έδειξε όλη του τη δύναμη και συνδύασε την καλαισθησία με την οικονομία, ήταν στην κατασκευή ρεβέρ και άλλων εκτεθειμένων στη φθορά μερών της ενδυμασίας, από κυτταρινοειδή πάστα.
«Από εδώ και εις το εξής δεν έχουν φόβον τα ρούχα μας. Ο γιακάς, τα μανίκια και όλα τα εκτεθειμένα εις φθοράν μέρη του πανταλονίου μας θα προφυλάσσονται με την θαυματουργόν αυτήν πάσταν, η οποία ή θα έχει το χρώμα του υφάσματος ή θα είναι διαφανής, όπως το σελιλόιντ».
Στα καφενεία επίσης οι θαμώνες θα πίνανε τον καφέ τους ήσυχοι. Ο θόρυβος από τις πούλιες και τα ζάρια στο τάβλι θα εξουδετερωνόταν ολοσχερώς, καθώς είχε ανακαλυφθεί το αθόρυβο τάβλι. Μια ευρεσιτεχνία υποσχόταν ότι θα μπορούσε να κατασκευάζεται από μια ειδική πάστα, όπως και όλα του τα εξαρτήματα, πούλια και ζάρια.
«Όπως είπαμε, λοιπόν, παραπάνω, επτά χιλιάδες Έλληνες έχουν σήμερα στα χέρια των δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Και όσων μεν αι εφευρέσεις είναι πρακτικαί και εκμεταλλεύσιμοι, κάτι γίνεται. Κοντά σ’ αυτές όμως υπάρχουν μέθοδοι και συστήματα που θεωρητικώς ανατρέπουν το σύμπαν. Το αεικίνητον, το ρομπότ τηλεοράσεως, η φυματίωσις, ο καρκίνος, όλα έχουν τους Έλληνας εφευρέτας των, οι οποίοι θεωρητικώς αποδεικνύουν την τελειότητα της εφευρέσεώς των. Σ’ αυτά όμως τα ζητήματα τον λόγον έχει πάντοτε η επιστήμη, η οποία δεν εννοεί τίποτε να παραδεχθεί τις περισσότερες φορές».