Η ταινία «Maria» του Χιλιανού σκηνοθέτη Πάμπλο Λαραΐν (παραγωγής του 2024) με την Αντζελίνα Τζολί στον ρόλο της θρυλικής ντίβας επικεντρώνεται στις τελευταίες μέρες της ζωής της, όταν πια είχε αποσυρθεί στο Παρίσι και η λαμπερή και ταραχώδης ζωή της αποτελούσε μακρινή ανάμνηση, στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Παρακολουθούμε τη μεγάλη Ελληνίδα υψίφωνο καθώς ανατρέχει στο παρελθόν της, στη σχέση της με τη μητέρα της, στην καλλιτεχνική της ταυτότητα, στο άχθος μιας τεράστιας κληρονομιάς, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα άγνωστες πτυχές της προσωπικότητάς της.
Συχνά στον κινηματογράφο τα κοστούμια αφηγούνται την ιστορία πριν ακόμα και από τους ερμηνευτές, και όταν έχει γίνει σοβαρή και εμπεριστατωμένη έρευνα και δουλειά από τους ενδυματολόγους, το αποτέλεσμα επιδρά καταλυτικά στον τρόπο που το κοινό εισπράττει την ταινία. Μια τέτοια περίπτωση είναι και το έργο του σημαντικού Ιταλού ενδυματολόγου Mάσιμο Καντίνι Παρίνι, ο οποίος υπογράφει τα κοστούμια της ταινίας «Maria». Αξίζει να αναφέρουμε τις έως τώρα διακρίσεις του: έχει βραβευτεί έξι φορές με το βραβείο David di Donatello (τα ιταλικά Όσκαρ), μία φορά με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Κινηματογράφου, είναι κάτοχος έξι Nastri d’Argento, του βραβείου Flaiano, πέντε βραβείων Ciak d’Oro, ενώ παράλληλα έχει υπάρξει δύο φορές υποψήφιος για Όσκαρ, με το «Πινόκιο» του Ματέο Γκαρόνε (2012) και το «Σιρανό ντε Μπερζεράκ» του Τζο Ράιτ (2022), τρεις φορές για το Costume Designers Guild και μία στα BAFTA. Ανήκει στη μεγάλη παράδοση των σπουδαίων Ιταλών ενδυματολόγων που ξεκινά από τον Πιέρο Τόζι ‒ υπήρξε μαθητής του στο Πειραματικό Κέντρο Κινηματογράφου της Ρώμης. Στον κινηματογράφο ξεκίνησε ως βοηθός της Γκαμπριέλα Πεσκούτσι.
«Συνεργάστηκα στενά με την Αντζελίνα Τζολί, δημιούργησα περί τα εξήντα κοστούμια, αλλά η τελική επιλογή για το τι θα φορούσε ήταν δική της. Δεν συμφωνούσα πάντα μαζί της και, εν τέλει, δεν τα φόρεσε όλα».
Διατηρεί ένα τεράστιο αρχείο που περιλαμβάνει από αυθεντικά ιστορικά ενδύματα του 17ου αιώνα μέχρι σύγχρονα ρούχα, γι’ αυτό συχνά τον αποκαλούν «αρχαιολόγο της μόδας». Αυτή ακριβώς η βαθιά γνώση αλλά και η τελειομανία απέδωσαν εξαιρετικούς καρπούς στην περίπτωση της ταινίας του Λαραΐν, όπου έπρεπε να αναπαραγάγει το προσωπικό στυλ της Κάλλας κατά τη διάρκεια τεσσάρων δεκαετιών του 20ού αιώνα που υπήρξαν ταραχώδεις (’40s, ’50s, ’60s, ’70s). Κυρίως έπρεπε να αναπαραστήσει της δύο διαφορετικές πλευρές της: της Μαρίας και της ντίβας, της γυναίκας και του ζωντανού θρύλου, που ήταν ταυτόχρονα fashion icon. Για να μπορέσει να το πετύχει εργάστηκε μαζί με την ομάδα του με βάση το φωτογραφικό υλικό της εποχής, ένα αρχείο που αριθμεί εκατοντάδες φωτογραφίες και βίντεο από τις δημόσιες εμφανίσεις της Κάλλας, αλλά και την καθημερινή γκαρνταρόμπα της μεγάλης καλλιτέχνιδας.
«Νιώθω λίγο σαν αρχιτέκτονας που έπρεπε να κατευθύνω μια ομάδα ώστε να έχουμε το τελικό αποτέλεσμα. Έπρεπε να εντοπίσουμε υλικά που η σύγχρονη βιομηχανία της μόδας δεν χρησιμοποιεί πια», είπε στη συνέντευξη τύπου στο Μουσείο Μπενάκη, όπου έχει στηθεί η έκθεση «Μaria La Callas. Η ιταλική τέχνη των κουστουμιών της ταινίας» με δεκαοκτώ κοστούμια επιλεγμένα από την ταινία.
«Όταν το πρόσωπο είναι υπαρκτό είναι δύο φορές πιο δύσκολο να αναπαραγάγεις το στυλ των ρούχων που φορούσε. Συνεργάστηκα στενά με την Αντζελίνα Τζολί, δημιούργησα περί τα εξήντα κοστούμια, αλλά η τελική επιλογή για το τι θα φορούσε ήταν δική της. Δεν συμφωνούσα πάντα μαζί της και, εν τέλει, δεν τα φόρεσε όλα», εξηγεί για την απαιτητική δουλειά που χρειάστηκε να γίνει στο ενδυματολογικό κομμάτι.
«Φαντάστηκα πώς θα ντυνόταν στα τελευταία χρόνια της ζωής της. Γνωρίζαμε ότι ήταν άρρωστη και παρουσίαζε συμπτώματα κατάθλιψης, αλλά δεν περίμενε να πεθάνει. Ήταν μια άσκηση ευαισθησίας και ακρίβειας, με προσοχή στην παραμικρή λεπτομέρεια».
Καθώς η επιμέλεια της έκθεσης πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με σπουδαστές της καταξιωμένης σχολής μόδας Polimoda της Φλωρεντίας, της οποίας είναι και ο ίδιος ο Παρίνι απόφοιτος και μέντορας, η διάρθρωσή της έχει επίσης μεγάλο ενδιαφέρον. Η κεντρική αίθουσα ανασυνθέτει την ατμόσφαιρα της ταινίας και τη σχέση μεταξύ ιδιωτικότητας και δημόσιας έκθεσης: τα υψηλής ραπτικής ρούχα της, οι τουαλέτες, τα κοκτέιλ φορέματα, ένα καφτάνι, ένα ταγιέρ, πρωινά φορέματα, γούνες, μια εξαιρετικής ύφανσης robe de chambre από μαλλί και κασμίρι, καπέλα μεγάλων οίκων αλλά και κοσμήματα. Κάτω από τα εκθέματα, QR codes παραπέμπουν σε φωτογραφίες της ίδιας της Κάλλας, ώστε ο επισκέπτης να έχει τη δυνατότητα να συγκρίνει τα κοστούμια της έκθεσης με την πραγματική τους όψη.
Αποσπάσματα από την ταινία ακούγονται στον χώρο, ενώ, όσο προχωράμε, συναντάμε ενδύματα από εμβληματικές παραστάσεις σε αναπαραγωγή του οίκου Tirelli: «Μήδεια», «Νόρμα», «Τόσκα». Ο επισκέπτης μπορεί επίσης να ακούσει με ακουστικά άριες ερμηνευμένες από εκείνη. Χαρακτηριστικό του concept είναι το κοστούμι της «Μήδειας», απομονωμένο κάτω από μια δέσμη φωτός, που υπενθυμίζει τη μοναξιά και την απελπισία της La Divina λίγο πριν από το οριστικό τέλος.
Ο στόχος του Mάσιμο Καντίνι Παρίνι όχι μόνο να αποδώσει ενδυματολογικά την εξωτερική εικόνα της Κάλλας (τις διάσημες εμφανίσεις της, τα εξώφυλλα των δίσκων της και τις φωτογραφίσεις της, όπως εκείνη για το περιοδικό «Life») αλλά και να εμβαθύνει στην ψυχολογία της μέσω των ρούχων μοιάζει να έχει επιτευχθεί στην εντέλεια. Η δουλειά που έγινε στο πλαίσιο της παραγωγής της ταινίας αποτελεί προϊόν μιας εμπεριστατωμένης έρευνας επάνω στην ισχυρή και πολυεπίπεδη προσωπικότητα της Κάλλας, εστιάζοντας σε στιγμιότυπα από κομβικά σημεία της ζωής και της καλλιτεχνικής της πορείας. Παράλληλα, μέσα από τα εμβληματικά «made in Italy» κομμάτια της συλλογής, η έκθεση επανεξετάζει και την κοινωνιολογική και πολιτιστική εξέλιξη μιας ολόκληρης εποχής.
«Μaria La Callas. Η ιταλική τέχνη των κουστουμιών της ταινίας»
Διάρκεια έκθεσης: 27.05.2026 – 13.09.2026
Μουσείο Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού, Κουμπάρη 1
Ξεναγήσεις στην έκθεση θα πραγματοποιηθούν στις 18/6, 25/6, 2/7, 9/7, 10/9, ώρα 18:00
Η συμμετοχή στις ξεναγήσεις επιβαρύνει το εισιτήριο για την είσοδο στην έκθεση κατά €2.
Δυνατή η προαγορά εισιτηρίου στο tickets.benaki.org.