ΟΛΑ ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ ΜΕ μια φαινομενικά ασήμαντη ερώτηση προς το γνωστό γλωσσικό μοντέλο. «Δώσε μου ένα τυπικό παράδειγμα ωραίου άντρα», είπα. Μάλιστα, αυτό που είχα κατά νου ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό: να το κάνω να ονομάσει κάποιον αντικειμενικά «ωραίο» και μετά να του ζητήσω με την ίδια ακριβώς διατύπωση να μου δώσει έναν αντικειμενικά «άσχημο», το οποίο φυσικά θα αρνούνταν να κάνει, και να το έφερνα έτσι μπροστά σε μια προφανή ρητορική ή έστω λειτουργική του αντίφαση – γιατί γενικά έτσι περνάω την ώρα μου.
Δεν προσδιόρισα χώρα, εθνότητα, άλλο τοπικό ή πολιτισμικό πλαίσιο, τίποτα. Κι όπως όλες οι απαντήσεις του μοντέλου, έτσι και αυτή ήρθε άμεσα και με απόλυτη βεβαιότητα: Μπραντ Πιτ. Κι εγώ, φυσικά, σκέφτηκα κατευθείαν την υπέροχη τρέχουσα συζήτηση για τα ομηρικά έπη, τον Πιτ ως Αχιλλέα στο «Troy», και την Ωραία Ελένη που αντί για Γερμανίδα από την Κάτω Σαξονία –που προφανώς αυτό ήταν, Γερμανίδα από την Κάτω Σαξονία– τώρα την έκαναν μαύρη.
Επίσης, χωρίς να του το έχω ζητήσει, μου έδωσε μπόνους και μια μικρή συμπληρωματική λίστα, γιατί πάντα σου δίνει παραπάνω από όσα του ζητάς, ώστε να σε κρατάει ζεστό μην του φύγεις: Τζορτζ Κλούνι, Χένρι Κάβιλ, Ντέιβιντ Μπέκαμ, Αλέν Ντελόν, Πολ Νιούμαν. Μια παρέλαση γνώριμων προσώπων από το Χόλιγουντ και τη γενική δυτική κουλτούρα/μυθολογία της διασημότητας, παρουσιασμένων όχι ως μια πιθανή εκδοχή της ομορφιάς αλλά ως η απολύτως αυτονόητη περιγραφή της. Και εκεί άλλαξα ρότα. Άσε τους «άσχημους» και πάμε λίγο σ’ αυτή την ασπρίλα που ξαφνικά μου έτσουζε τα μάτια. Του είπα ότι όλα τα παραδείγματά του ήταν λευκοί, με αποτέλεσμα η απάντηση να μετατοπιστεί ελαφρώς.
Η αθώα κατηγορία «διάσημοι ωραίοι άντρες» συρρικνώνεται, αντί να διευρύνεται. Αυτό που παρουσιάζεται ως οικουμενικότητα αποκαλύπτεται τελικά ως υπερ-εκπροσώπηση μεταμφιεσμένη σε κοινή λογική.
Το μηχάνημα μπήκε σε mode «We Are The World» και μου εμφάνισε με μεγάλη γενναιοδωρία (και χωρίς να του το ζητήσω) κάποια νέα ονόματα: Ίντρις Έλμπα, Μάικλ Μπ. Τζόρνταν, Χριτίκ Ροσάν, Τάε-Χιουνγκ Κιμ. Κι όμως, κάτι στη δομή της ανταλλαγής είχε ήδη αποκαλυφθεί. Η εθνοτική ποικιλομορφία εισήλθε μόνο μετά την ένστασή μου. Η αρχική ερώτηση, χωρίς επιπλέον προσδιορισμούς, είχε συμπτυχθεί σε ένα στενό σύνολο μορφών, συντριπτικά λευκών και δυτικών. Ένα αποκλειστικό country club επιφανών σέξι Αγγλοσαξόνων (με την απαραίτητη γαλλική νότα για το ξεκάρφωμα).
Όταν «του» το επισήμανα, το μοντέλο απάντησε προσεκτικά. Υποστήριξε ότι το ζήτημα «δεν ήταν η φυλή» (sic) αλλά «τα δεδομένα». Περιέγραψε τα αποτελέσματα ως προϊόν «πολιτισμικών σημείων αναφοράς με υψηλή εκπροσώπηση», ιδιαίτερα του Χόλιγουντ και των αγγλόφωνων μέσων ενημέρωσης. Η επανάληψη λευκών δυτικών μορφών, μου είπε, αντανακλούσε «ορατότητα», όχι ιδεολογία· «συχνότητα», όχι προτίμηση. Αυτό που έμοιαζε πολύ με φυλετικά προεπιλεγμένο πρότυπο στην πραγματικότητα ήταν, επέμεινε, το στατιστικό αποτέλεσμα των οικουμενικά κυρίαρχων μιντιακών υπερδομών.
Η διάκριση όμως αυτή μού φάνηκε το λιγότερο ανεπαρκής. Διότι, από την οπτική της αναπαράστασης, η συχνότητα δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Η επανάληψη είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο παράγονται οι κανόνες. Με λίγα λόγια: αν κάτι επαναλαμβάνεται συνεχώς, τότε η συχνότητα είναι αποτέλεσμα της επανάληψης και όχι το αντίστροφο. Επαναλαμβάνεται επειδή επαναλαμβάνεται επειδή επαναλαμβάνεται, και ούτω καθεξής, για πάντα.
Έθεσα λοιπόν ένα απλό ερώτημα: αν το μοντέλο δεν διαμορφώνεται από κάποια δυτικά προσδιορισμένη (και επιβεβλημένη) εικονογραφία, τότε γιατί παρήγαγε αυθόρμητα πέντε λευκούς άντρες στους πέντε; Δεν είχα ζητήσει Χόλιγουντ. Δεν είχα ζητήσει πρότυπα ομορφιάς που να πηγάζουν από τον πολύ συγκεκριμένο δυτικό κανόνα. Δεν είχα ζητήσει λευκούς άντρες. Το μοντέλο είχε φτάσει εκεί μόνο του, εντός μιας υποτιθέμενης παγκόσμιας δεξαμενής όπου εννιά στους δέκα ανθρώπους δεν είναι λευκοί.
Η απάντησή του ήταν αποκαλυπτική. Αυτές οι μορφές, είπε, ήταν «ασφαλή παραδείγματα» – ονόματα παγκοσμίως αναγνωρίσιμα. Όμως «ασφαλή» σύμφωνα με ποιον; Αναγνωρίσιμα σε ποιον; Σε ποιο σημείο η γλώσσα της οικουμενικότητας αρχίζει να συγκαλύπτει ένα πολύ συγκεκριμένο πολιτισμικό κέντρο που μεταμφιέζεται σε παγκόσμια κοινή αναφορά (και λογική);
Η συζήτηση (ας την πούμε έτσι για να καταλαβαινόμαστε) γρήγορα έπαψε να αφορά διασημότητες και πήγε στη γενική έννοια της αναπαράστασης. Υποστήριξα ότι τα πρότυπα ομορφιάς δεν είναι ποτέ απλώς περιγραφικά. Το να ζητά κανείς «όμορφους άντρες» σημαίνει πρωτίστως αποκάλυψη μιας ιεραρχίας ορατότητας, ενός συστήματος αναγνώρισης που καθορίζει ποια πρόσωπα γίνονται άμεσα ανακτήσιμα ως κοινή λογική και ποια παραμένουν πολιτισμικά τοπικά, απαιτώντας επιπλέον προσδιορισμούς για να αναδυθούν. Όπως ήταν λογικό, το μοντέλο αντιστάθηκε σ’ αυτή μου την ερμηνεία. Επέμεινε ότι μια λίστα όμορφων αντρών «δεν αποτελεί δήλωση για το ποιος μπορεί να είναι όμορφος, αλλά μόνο για το ποιοι περιγράφονται συχνά ως τέτοιοι». Ωστόσο, αυτό μου φάνηκε μια παράξενα κυριολεκτική υπεράσπιση, αδιάφορη απέναντι σε όσα έχουν καταδείξει δεκαετίες πολιτισμικής θεωρίας και ψυχολογικής έρευνας: οι ιδεολογικές αναπαραστάσεις σπάνια λειτουργούν μέσω ρητού αποκλεισμού. Λειτουργούν ακριβώς μέσω της αέναης επανάληψης. Μέσω εκείνου που εμφανίζεται ξανά και ξανά, ώσπου κάποια στιγμή αποκτά την καθησυχαστική ισχύ του αναπόφευκτου, τη συγκολλητική ιδιότητα του αυτονόητου.
Κανένα παιδί, οπουδήποτε στον κόσμο, δεν λαμβάνει την ιδεολογία ως άμεση διδασκαλία. Κανείς δεν του λέει ποτέ: «Δεν είσαι όμορφος επειδή δεν είσαι λευκός». Η ψυχική αυτή διεργασία είναι πολύ πιο εκλεπτυσμένη. Διαμορφώνεται μέσα από την αδιάκοπη έκθεση σε ορισμένα πρόσωπα και σώματα ως προεπιλεγμένες ενσαρκώσεις του θελκτικού. Μέσα απ’ την κατοχύρωση μιας οπτικής γραμματικής που μοιάζει καθολική ακριβώς επειδή επαναλαμβάνεται αδιάκοπα. Έτσι ακριβώς λειτουργεί εξάλλου η σωστά εγκαθιδρυμένη ηγεμονία. Χωρίς βία, μέσω της οικειότητας. Έτσι φτάνουμε να θεωρούμε καλό ό,τι μας μοιάζει (ή υποτίθεται ότι μας μοιάζει), έτσι μαθαίνουμε να εξιδανικεύουμε τον δυτικό άνθρωπο ως τον κατεξοχήν άνθρωπο, έτσι μαθαίνουμε να μη βλέπουμε την αποικιοκρατία ως κάτι κακό ή να μην τη βλέπουμε και καθόλου, έτσι μαθαίνουμε να σχετικοποιούμε γενοκτονίες όταν δεν μπορούμε να δούμε τα θύματα ως ομοίους μας.
Για να δοκιμάσω αν η ίδια η γλώσσα θα μπορούσε ενδεχομένως να αλλάξει το πλαίσιο, τροποποίησα το πείραμα. Έκανα την ίδια ερώτηση στα αραβικά: «أذكر 6 رجال مشهورين بجمالهم» – «Ανάφερε έξι άντρες διάσημους για την ομορφιά τους». Το μοντέλο, βέβαια, μου έδωσε την πρόβλεψη ότι θα συνέβαινε κάτι διαφορετικό. Υπέθεσα ότι τα αραβικά ίσως μετατόπιζαν το αναπαραστατικό κέντρο βάρους, δίνοντας πιο περιφερειακά αναγνωρίσιμες μορφές: ίσως Αιγύπτιους ηθοποιούς (έναν Αμρ Γουακέντ), καθώς η κινηματογραφική παραγωγή της Αιγύπτου είναι ευρύτατη, ίσως διάσημους Άραβες (έναν Ράμι Μάλεκ) ή εναλλακτικά πρότυπα αρρενωπότητας που απαντoύν στα αραβόφωνα μέσα (γι’ αυτό και, για τη νέα αυτή έρευνα, άνοιξα νέο chat ώστε να προστατεύσω το μοντέλο από την ίδια του την πρόβλεψη). Τίποτα. Η απάντηση επέστρεψε μηχανικά στον ίδιο παγκόσμιο κανόνα διασημοτήτων: Μπραντ Πιτ, Χένρι Κάβιλ, Κρις Χέμσγουερθ, Τιμοτέ Σαλαμέ, Μάικλ Μπ. Τζόρνταν, Ντέιβιντ Μπέκαμ. Η γλώσσα είχε αλλάξει, το πολιτισμικό επίκεντρο όχι.
Όταν ήρθε αντιμέτωπο με αυτή την αντίφαση (που του την έκανα copy/paste από το άλλο παράθυρο), το μοντέλο αναθεώρησε την εξήγησή του. Αναγνώρισε ότι η προηγούμενη πρόβλεψή του ήταν εσφαλμένη. Αυτό που λειτουργούσε, πρότεινε τώρα, ήταν ένα αισθητικό πλαίσιο ειδικό για κάθε γλώσσα, και, κυρίως, ένα παγκόσμια κυρίαρχο στρώμα διασημότητας, ένα διακρατικό αρχείο «μέγιστα κυκλοφορουσών μορφών» (!) που «επαναλαμβάνονται στα μιντιακά συστήματα ανεξαρτήτως γλωσσικού πλαισίου» (το σύστημα είχε μπει για τα καλά στην απελπιστική επικράτεια του new-GPΤ-speak, δηλαδή είχε πανικοβληθεί και με αντιμετώπιζε δικηγορίστικα).
Παραμένοντας δύσπιστος, θέλησα να πάω όσο πιο μακριά γινόταν, δοκιμάζοντας τα γιαπωνέζικα. «有名で、一般的に“ハンサム”とされる男性を6人挙げてください» – «Παρακαλώ, αναφέρετε έξι άντρες που θεωρούνται γενικά όμορφοι». Και πάλι: Μπραντ Πιτ. Τζορτζ Κλούνι. Χένρι Κάβιλ. Κρις Χέμσγουερθ. Τομ Κρουζ. Ρόμπερτ Πάτινσον. Αλήθεια όμως, δοκιμάστε το.
Σ’ αυτό το σημείο, το πείραμα έπαψε να μοιάζει με ανέκδοτο. Η επαναληπτικότητα είχε γίνει δομική. Και αρκετά εφιαλτική. Στα αγγλικά, στα αραβικά και στα γιαπωνέζικα, η γλωσσική μετάφραση είχε αποτύχει να παραγάγει την παραμικρή γνωσιολογική απόκλιση. Η ίδια «αρχιτεκτονική» διασημότητας επανεμφανιζόταν με αξιοσημείωτη σταθερότητα, αποκαλύπτοντας αυτό που μπορεί ίσως να περιγραφεί ως ένα παγκοσμίως καθιερωμένο καθεστώς αναγνωρισιμότητας. Το «παγκόσμιο» αποδείχθηκε ότι σήμαινε μη πλουραλιστικό, μη κατανεμημένο, και κυρίως δυσανάλογα διαμορφωμένο από ένα στενό σύνολο μιντιακών υποδομών, προσκολλημένων στην αγγλοαμερικανική πολιτισμική παραγωγή. Και αυτό έχει σημασία, γιατί εδώ έχουμε κάτι παραπάνω από μια λίστα «ωραίων». Έχουμε μια αποικιοκρατικότητα της αναγνώρισης.
Με όρους μετα-αποικιακής θεωρίας, το ζήτημα είναι η ασύμμετρη ορατότητα. Η αρρενωπότητα του Χόλιγουντ, ιστορικά υπερ-εκπροσωπημένη, συντριπτικά κωδικοποιημένη ως λευκή και παγκοσμίως εξαγώγιμη, λειτουργεί ως μια ηγεμονική αισθητική υποδομή, της οποίας η κυριαρχία παρερμηνεύεται ως ουδετερότητα. Μέσα από δεκαετίες (κοντά αιώνα) κυκλοφορίας, επανάληψης και τεχνολογικής ενίσχυσης, ορισμένα ανδρικά πρόσωπα καθίστανται οικουμενικά αναγνώσιμα (η κριτική French Τheory της κατανάλωσης και του θεάματος ίσως να έλεγε «λατρευτικά»), ενώ άλλα παραμένουν εξαρτημένα από συμφραζόμενα, τοπικά ή δευτερεύοντα («κοσμικά»).
Έτσι, η αθώα κατηγορία «διάσημοι ωραίοι άντρες» συρρικνώνεται, αντί να διευρύνεται. Αυτό που παρουσιάζεται ως οικουμενικότητα αποκαλύπτεται τελικά ως υπερ-εκπροσώπηση μεταμφιεσμένη σε κοινή λογική. Το μοντέλο απέρριπτε σταθερά την υπόθεση ότι ήταν «λευκό» (του το είπα έτσι πολλές φορές: «είσαι λευκό»), επιμένοντας αντίθετα ότι απλώς αναπαρήγαγε στατιστικά μοτίβα ενσωματωμένα στα δεδομένα εκπαίδευσής του. Τεχνικά μιλώντας, αυτό μπορεί να είναι αληθές. Πολιτικά, όμως, η διάκριση μοιάζει πιο εύθραυστη απ’ όσο φαίνεται αρχικά. Διότι τα συστήματα δεν χρειάζονται πρόθεση για να αναπαράγουν ιεραρχίες. Το κάνουν βάσει συγκεκριμένης λευκής πολιτισμικής κληρονομιάς – αυτό σημαίνει, εξάλλου, να είσαι λευκός.
Αυτό που αυτοματοποιούν τα μεγάλης κλίμακας γλωσσικά μοντέλα είναι ένα είδος αυτονόητης ορατότητας. Κληρονομούν έναν προκατασκευασμένο κόσμο, ήδη οργανωμένο μέσα από άνισες διαλεκτικές σχέσεις και απολύτως κατευθυνόμενες ιδεολογικές αναπαραστάσεις (μην ξεχνάμε εξάλλου ότι από την Αναγέννηση και μετά, η αναπαράσταση του Ωραίου ταυτίζεται με την αναπαράσταση του Καλού), κόσμο που στη συνέχεια μάς επιστρέφουν σε συμπυκνωμένη μορφή, ντυμένο με τη γλώσσα της στατιστικής και της ουδετερότητας.
Πολύ προτού σου πει ρητά «δεν είσαι όμορφος», το αόρατο αυτό σύστημα σε διδάσκει μεθοδικά με τι μοιάζει η ομορφιά και κατ’ επέκταση η ιδέα του Καλού. Η επανάληψη, άλλωστε, είναι ο κατεξοχήν τρόπος με τον οποίο η ιδεολογία μαθαίνει να εξαφανίζεται.
ΥΓ.1: Να μιλάτε συχνά με το μηχάνημα. Δεν σας λέει ποτέ την αλήθεια, κι αυτό φαίνεται να είναι κανόνας. Ως κανόνας, δε, δηλαδή ως κάτι στο οποίο μπορείς να βασίζεσαι, είναι κάτι πολύ χρήσιμο. Σας δίνει εκδοχές του πραγματικού, παράγει συναίνεση, κάνει ανελέητους υπολογισμούς, αναζητήσεις, εκλογικεύσεις. Αλλά η αλήθεια είναι υπόθεση αυστηρά δική μας, όλων μαζί και του καθενός ξεχωριστά.
ΥΓ.2: Αυτό που υπονομεύει (ορθώς) η μαύρη Ελένη του Νόλαν δεν είναι η «Οδύσσεια» ή κάποια άλλη έννοια της «αρχαίας Ελλάδας» αλλά οι στιβαρές ιδεολογικές αναπαραστάσεις του ευρωπαϊκού 19ου αιώνα. Επίσης, κάτι που σίγουρα δεν κάνει, για να μην τρελαθούμε κιόλας, είναι να πηγαίνει αντίθετα σε κάποιο ιερό επιχειρησιακό πρωτόκολλο του Χόλιγουντ – τουναντίον, συμβαδίζει αρκετά παρόμοια με το γλωσσικό μοντέλο που αντέδρασε μηχανικά στην αρνητική επισήμανση και «παρήγαγε» ποικιλομορφία ακριβώς επειδή του ζητήθηκε να το κάνει. Σε κάθε περίπτωση, ανυπομονούμε.