ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΜΕΡΕΣ συγκεντρώνονται υπογραφές με σκοπό να παρέμβει το υπουργείο Πολιτισμού και να προστατεύσει τη χρήση της Μουριάς ως καφενείου.
Έχουν πετύχει στο παρελθόν παρόμοιες προσπάθειες, κι αυτό αξίζει να το θυμόμαστε όταν αρχίζουμε να παραδινόμαστε σε μια ολοκληρωτική και υπνωτιστική παραίτηση. Την ίδια στιγμή, όμως, πρέπει να μην ξεχνάμε πως συνήθως η αγορά παίρνει αυτό που θέλει, γιατί τα πάντα υποκλίνονται μπροστά στις επιθυμίες της. (Δηλαδή στην «αποδοτικότητα» της επένδυσης. Και δεν έχω καμία αμφιβολία πως η γαστροταβέρνα που ίσως διαδεχθεί τη Μουριά, διατηρώντας στη θέση της βέβαια με νοσταλγική/ειρωνική διάθεση την ταμπέλα του καφενείου, θα βγάζει περισσότερα χρήματα κάθε μήνα).
Ο κινηματογράφος Ιντεάλ υπήρξε η τελευταία μεγάλη συλλογική μας απογοήτευση αυτού του είδους· αλλά το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά αθηναϊκό. To Antico Caffè Greco, το πλέον ιστορικό καφέ της Ρώμης, έκλεισε μετά από απόφαση των ιδιοκτητών το 2025. Το κλείσιμο ακολούθησε, πάντως, τη μετατροπή του καταστήματος σε τουριστική ατραξιόν, η οποία είχε ήδη απομακρύνει τη συνηθισμένη του πελατεία, αντικαθιστώντας τη με επισκέπτες που θεωρητικά ήθελαν να συναναστραφούν την πελατεία αυτή. Το παραπάνω παράδειγμα μάς δείχνει καταρχάς πως δεν γίνεται μια ολόκληρη πόλη να μετατρέπεται σε αξιοθέατο και να υπάρχουν την ίδια στιγμή «νησίδες αυθεντικότητας» και, δεύτερον, πως η χρήση ενός χώρου μπορεί να παραμένει η ίδια ενώ ο ουσιαστικός του χαρακτήρας αλλάζει δραματικά.
Όσοι ζούμε και δουλεύουμε σε αυτή την πόλη χρειαζόμαστε τους χώρους μας. Όπως τους θέλουμε και τους θυμόμαστε εμείς, όχι όπως τους φαντάζεται μια εκδοχή της τουριστικής βιομηχανίας η οποία (στην καλύτερη) μάς ανέχεται ως κομμάτι του τουριστικού σκηνικού και της εμπειρίας.
Ακόμα και τα θερινά σινεμά, το πιο επιτυχημένο παράδειγμα «προστατευόμενης χρήσης», μετασχηματίζονται όσο η Αθήνα μετατρέπεται σε τουριστικό παράδεισο: μετατρέπονται, ειδικά στο κέντρο, σε «εμπειρίες» που λίγο θυμίζουν τους χώρους όπου οι εργαζόμενοι της πόλης ξεκουράζονταν τις ζεστές νύχτες μετά τη δουλειά ή το Σαββατοκύριακο. Η χρήση μένει ίδια, η λειτουργία αλλάζει σταδιακά.
Δεν μπορείς να κρατήσεις ζωντανό ένα «αυθεντικό» καφενείο, όταν οι «αυθεντικοί» του θαμώνες εξορίζονται από την ευρύτερη περιοχή. Η Μουριά νομοτελειακά είτε θα άλλαζε (θα γινόταν ένα μετα-καφενείο δηλαδή) είτε θα έκλεινε. Το πρόβλημα της Μουριάς είναι το ευρύτερο πρόβλημα της Αθήνας· ακόμα κι αν το μαγαζί σωθεί, ακόμα κι αν κρατήσει τον χαρακτήρα του, η αίσθηση πως οι «παλιοί» χώροι της πόλης πολιορκούνται δεν θα υποχωρούσε καθόλου. Η ένταση θα μεταφερόταν απλώς παραδίπλα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπερασπιζόμαστε τα ιστορικά μαγαζιά στις γειτονιές μας – κάθε άλλο. Αποδεικνύει πως τα έχουμε ανάγκη, ακόμα και απλώς ως σημεία αναφοράς μέσα στο αστικό περιβάλλον που γύρω μας αλλάζει. O Kevin Lynch στο «Image of the City» περιγράφει το πώς οι κάτοικοι των πόλεων σχηματίζουν έναν «νοητικό χάρτη» του περιβάλλοντός τους, χρησιμοποιώντας ορισμένα σημεία στον χώρο για να προσανατολιστούν. Καταστήματα όπως είναι η Μουριά δεν χρειάζεται να τα επισκέπτεσαι για να έχουν αξία, κάποιες φορές αρκεί να μπορείς να τα κοιτάξεις, ώστε να αναγνωρίσεις το σημείο όπου βρίσκεσαι (Χαριλάου Τρικούπη και Καλλιδρομίου γωνία), να προσανατολιστείς στον αστικό χώρο και χρόνο. Και να σκεφτείς πως, όσο κι αν η Αθήνα μετασχηματίζεται, εσύ και η μνήμη σου εξακολουθείτε να έχετε μια θέση εδώ, η πόλη ανήκει και σε σένα.
Στην ουσία, βέβαια, η πόλη δεν ανήκε στους κατοίκους της ποτέ. Η διαφορά ήταν πως κάποτε η βασικότερη πλουτοπαραγωγική δύναμη του κέντρου της Αθήνας (όπως και της Ρώμης, του Παρισιού, και κάθε άλλης πόλης που σήμερα υποβιβάζεται και παίρνει τον ρόλο ενός σκηνικού για τις διακοπές του Άλλου) ήταν οι κάτοικοί της. Τα σπίτια, οι χώροι διασκέδασης, τα καφενεία, τα σινεμά, οι ταβέρνες ήταν αυτά που χρειαζόμασταν ώστε να δουλεύουμε καλύτερα· ήταν τα μέρη όπου μπορούσαμε να ξοδεύουμε επίσης το πλεονάζον εισόδημά μας. Τώρα που το «παραγωγικό μοντέλο» έχει αλλάξει, το χρήμα δεν το φέρνει τόσο η εργασία των κατοίκων του κέντρου (όσων τουλάχιστον δεν εργάζονται με οποιονδήποτε τρόπο στη βιομηχανία του τουρισμού) αλλά οι ίδιοι οι χώροι, όπου ξοδεύεται το διαθέσιμο εισόδημα των επισκεπτών. Αυτό που έχει συμβεί τώρα είναι πως οι κάτοικοι, η διασκέδασή τους, η μνήμη τους ως κοινότητας ωθούνται στο περιθώριο, γιατί η παρουσία τους δεν είναι πια τόσο αναγκαία.
Αυτό μας οδηγεί σε μια σειρά παράδοξων καταστάσεων: το να χρειάζονται υπογραφές για να σωθεί ένα καφενείο θα ήταν αδιανόητο κάποια χρόνια πριν. Κυρίως, όμως, πληθαίνουν οι φορές που γίνεται ξεκάθαρο το πόσο μικρή δύναμη έχουμε ώστε να επηρεάσουμε όσα συμβαίνουν στα μέρη που ζούμε.
Ξαφνικά, μας προσφέρεται μια διαφωτιστική στιγμή, καθώς συνειδητοποιούμε ότι χώροι που έχουμε συνδέσει με τη συλλογική μνήμη (και επομένως αποτελούν αληθινά «μνημεία», με την ουσιαστικότερη σημασία της λέξης) υπάγονται και αυτοί στους ψυχρούς κανόνες της ιδιοκτησίας, απέναντι στην οποία –συνήθως– δεν έχουμε καμία ισχύ. Και ακόμα και όσοι στην καθημερινότητα τους το αρνούνται, και επιλέγουν να κοιτάζουν αλλού, αντιλαμβάνονται πως τα πάντα βρίσκονται στα χέρια της αγοράς, και καμία σημασία (κάτω από τις συνθήκες που ζούμε σήμερα) δεν έχουν οι επιθυμίες ή τα νεύρα μας. Αν δεν μας αρέσει, «να τα μαζέψουμε και να φύγουμε». Δεν μας έχουν ανάγκη, η πόλη υποτίθεται –στην πραγματικότητα δεν είναι βέβαια έτσι– θα λειτουργούσε και χωρίς εμάς και την γκρίνια μας.
Όσοι ζούμε, όμως, και δουλεύουμε σε αυτή την πόλη χρειαζόμαστε τους χώρους μας. Όπως τους θέλουμε και τους θυμόμαστε εμείς, όχι όπως τους φαντάζεται μια εκδοχή της τουριστικής βιομηχανίας η οποία (στην καλύτερη) μάς ανέχεται ως κομμάτι του τουριστικού σκηνικού και της εμπειρίας – ως εκείνους που θα μιλάνε ελληνικά για να μπορούν να τους ακούνε οι τουρίστες.
Γι’ αυτό πρέπει να προσπαθήσουμε να κρατήσουμε ανοιχτή τη Μουριά, και την κάθε Μουριά. Γιατί χωρίς διαχρονικά σημεία αναφοράς, η Αθήνα θα γίνει μια μάζα κτιρίων όπου θα είναι αδύνατον να προσανατολιστούμε, χωρικά και χρονικά. Δεν θα μπορούμε πια να θυμηθούμε τίποτα, δεν θα μπορείς πια «να κάτσεις εκεί που θα καθόταν ο παππούς σου». Τότε η πόλη θα έχει μετατραπεί ολοκληρωτικά σε προϊόν. Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να προσπαθήσουμε να το εμποδίσουμε με όλες μας τις δυνάμεις.