Μπορεί το «Μυστικό μου λουλούδι» να ήταν η άλλη ταινία του Αλμοδόβαρ που είχε τη συγγραφή σε εξέχοντα και καταλυτικό ρόλο με αφορμή το δράμα της Μαρίσα Περέδες, αλλά οι «Πικρές Γιορτές» μοιάζουν συμπληρωματικότερες, σε ύφος και θεματική, του ημι-αυτοβιογραφικού «Πόνος και Δόξα», εκεί όπου ο χαρακτήρας του Αντόνιο Μπαντέρας, ένας σκηνοθέτης που μοιάζει με τον ίδιο τον Ισπανό δημιουργό, βυθίζεται στις τύψεις και τις προσωπικές αναμνήσεις για να βρει την όψιμη συγχώρεση.
Το «Amarga Navidad», πεισματικά θλιμμένο στον απόηχο των Χριστουγέννων που υπάρχουν σε ένα θολό φόντο, μπλέκει δυο ιστορίες σε μία με μαεστρία στις προθέσεις, αν και όχι πάντα με τη φυσική άνεση που μας έχει συνηθίσει ο Αλμοδόβαρ στις περισσότερες από τις 23 προηγούμενες ταινίες του. Στην πρώτη ιστορία, ένας σκηνοθέτης, ο Ραούλ (ο Αργεντινός Λεονάρντο Σμπαράλια), πασχίζει να ολοκληρώσει ένα σενάριο τοποθετημένο χρονικά το 2004, το οποίο ξεδιπλώνεται σταδιακά στην οθόνη παράλληλα με την αφήγηση, ενώ η έμπιστη φίλη και συνεργάτιδά του, Μόνικα (Αϊτάνα Σάντσεζ-Γκιχόν), φεύγει από κοντά του για να συμπαρασταθεί στην άρρωστη φίλη της.
Ο Αλμοδόβαρ ερευνά τα πονηρά κίνητρα, την ηθική ενός καλλιτέχνη που βάζει την προέκταση του εγώ του πάνω απ’ όσους τον εμπνέουν και τον στηρίζουν, ουσιαστικά αδιαφορώντας αν τους τραυματίζει.
Στο σενάριο του Ραούλ η πρωταγωνίστρια Έλσα είναι επίσης σκηνοθέτιδα, cult όπως αυτοαποκαλείται, και υποφέρει από ημικρανίες και κρίσεις πανικού, γι’ αυτό και προσωρινά νοσηλεύεται σε νοσοκομείο. Τη συνοδεύει πάντα ο εραστής της, πυροσβέστης και στρίπερ, τον οποίο γνώρισε τυχαία σε ένα μπατσελορέτ και χρησιμοποίησε σε ένα από τα διαφημιστικά που είχε γυρίσει στο παρελθόν – για εσώρουχα! Ο Μπονιφάσιο είναι το συναισθηματικό της αποκούμπι, πάντα παρών για να ανακουφίσει τις αγωνίες της, όπως ακριβώς και ο στωικός και συνετός σύντροφος του Ραούλ.
Ένα σοβαρό πρόβλημα ανακύπτει στη στέρεα σχέση του Ραούλ με τη Μόνικα, όταν εκείνη θεωρεί πως παραβίασε την ιδιωτική της ζωή, συμπεριλαμβάνοντας προσωπικά της θέματα στο σενάριό του – και του το λέει κατάμουτρα, θέτοντας τη φιλία τους σε αμφισβήτηση. Διανύει ο Αλμοδόβαρ δημιουργική κρίση και είναι ο πρώτος που παραδέχεται πως ένας καταξιωμένος καλλιτέχνης τινάζει την εμπιστοσύνη με τους οικείους του στον αέρα για χάρη μιας καλής ιστορίας – ή ακόμα χειρότερα, μιας πιθανής επιτυχίας; Αυτό μας καλεί να πιστέψουμε με την ταινία που φιλοδοξεί να κερδίσει επιτέλους τον Χρυσό Φοίνικα που οι Κάννες δεν του έχουν ποτέ απονείμει.
Ουδέν μεμπτόν στην αυτομυθοπλασία – άλλωστε είναι μια τεχνική που συνηθίζεται από παλιά σε πιο λανθάνουσα μορφή, αν και πιο πρόσφατα μελετάται ως ιδιαίτερη περίπτωση σε αντίστιξη με την αυτοβιογραφία. Ο Αλμοδόβαρ ξεφεύγει από τις συγκρίσεις με το δικό του έργο και ερευνά τα πονηρά κίνητρα, την ηθική ενός καλλιτέχνη που βάζει την προέκταση του εγώ του πάνω απ’ όσους τον εμπνέουν και τον στηρίζουν, ουσιαστικά αδιαφορώντας αν τους τραυματίζει. Κομψές και μελαγχολικές, οι «Πικρές Γιορτές» χάνουν σε ατμόσφαιρα από το υπερβολικό exposition και το traffic των προσώπων που το συνθέτουν, αλλά κερδίζουν σε ενέργεια και δράμα όσο πλησιάζουν στο ανοιχτό, περισσότερο σαν πληγή παρά ως αμφιβολία, φινάλε του.
Το τρέιλερ της ταινίας