Τέσσερις και πλέον δεκαετίες είχε να ανεβεί στο Εθνικό Θέατρο το τελευταίο έργο του Τσέχοφ. Ο Έκτορας Λυγίζος σαν να μας είχε προετοιμάσει γι’ αυτόν τον «Βυσσινόκηπό» του με τις προηγούμενες δουλειές του: η ματιά του είναι πάντα φρέσκια και σοβαρή, με όποιο θεατρικό είδος και αν καταπιάνεται, από την αρχαία τραγωδία μέχρι τη φάρσα. Για τον Τσέχοφ έψαξε μια ισορροπία μεταξύ της τραγωδίας που καραδοκεί και της ελαφράδας και της παιδικότητας που έχουν οι άνθρωποι όταν περνάνε τις τελευταίες μέρες τους στον παράδεισο.

 

Τα δυο ξεπεσμένα αδέλφια, η Λιούμπα (Αμαλία Μουτούση) και ο Γκάγεφ (Γιάννης Κλίνης), χάνουν το πατρικό τους σπίτι και τον τεράστιο βυσσινόκηπό τους, πληρώνοντας αμαρτίες, σπατάλες και την επιπολαιότητα της τάξης τους, που κάποτε στήριζε τα πλούτη της στους δουλοπαροίκους, οι οποίοι έχουν ελευθερωθεί πια. Γύρω τους μια μικρή στρατιά από υπηρέτες, κόρες, ψυχοκόρες, υπαλλήλους και γείτονες τούς αγκαλιάζει, θαυμάζοντάς τους παράλληλα, ξέροντας ότι οι δεσμοί που τους δένουν έρχονται από μακριά. Ανάμεσά τους και ο Λοπάχιν (Έκτορας Λυγίζος), παιδί κι αυτός δουλοπάροικων, που χάρη στη φιλοδοξία και τη σκληρή του δουλειά έχει γίνει πια πλούσιος. Αυτός τελικά θα αγοράσει τον Βυσσινόκηπο και θα κόψει τα πανέμορφα δέντρα του για να κάνει οικόπεδα για παραθεριστές.

 

Η Βένα Γεωργακοπούλου και ο Χρήστος Παρίδης διαβάζουν, ο καθένας με τον τρόπο του, την παράσταση του Εθνικού, θυμούνται τους «Βυσσινόκηπους» που έχουν δει και ξεφυλλίζουν τη θαυμάσια μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη.