ADVERTORIAL
Η μαμά λείπει σε επαγγελματικό ταξίδι και αυτό από μόνο του κάνει το σπίτι να λειτουργεί διαφορετικά. Ο Γιάννης μένει μόνος με την κόρη τους και, ξαφνικά, ανακαλύπτει πόσα πράγματα κάνουν οι άνθρωποι «από συνήθεια» χωρίς να το καταλαβαίνουν. Πόσα μικρά κομμάτια της καθημερινότητας δεν γράφονται ποτέ σε λίστα, γιατί κάποιος άλλος τα έχει ήδη αποθηκευμένα στο μυαλό του.
Το πρώτο βράδυ, όλα κυλούν αξιοπρεπώς. Μακαρόνια, λίγο τριμμένο τυρί, μια σειρά παίζει στο background, πιάτα στον νεροχύτη που «θα πλυθούν μετά» (ή και όχι). Νωρίς το πρωί, το σπίτι αρχίζει να δείχνει τον αληθινό του χαρακτήρα. Ένα σακίδιο μένει μισάνοιχτο, ένα μπουφάν ξεμένει πάνω σε μια καρέκλα, ένα σημείωμα στο ψυγείο μένει αδιάβαστο. Και κάπου ανάμεσα σε όλα, ένας μπαμπάς προσπαθεί να κρατήσει τον ρυθμό μιας «κανονικής» μέρας, χωρίς να το κάνει θέμα.
Αυτήν την εβδομάδα, ο Γιάννης κινείται όπως κινούνται όσοι κουβαλούν στα χέρια τους κάτι αληθινά πολύτιμο. Και βαρύ! Πιο προσεκτικά, αλλά και γρήγορα, με λίγη παραπάνω οργάνωση και προσοχή. Έχει γίνει άνθρωπος της λίστας. Ψωμί, φρούτα, γάλα, τοστ, σακούλες σκουπιδιών, απορρυπαντικό. Τα ξέρει αυτά. Είναι η καθημερινότητα που χωράει στο μυαλό του, γιατί μοιάζει με όλα τα άλλα.
Η έξτρα πληροφορία έρχεται την τρίτη μέρα, κάπου το απόγευμα, ενώ είναι ήδη έξω για δουλειές.
«Μπαμπά, μπορείς να πάρεις σερβιέτες;»
Δεν έχει emoji, εξηγήσεις, ούτε κεφαλαία. Ένα απλό request, κάτι αντίστοιχο με το «πάρε ψωμί», μόνο που δεν μοιάζει καθόλου με ψωμί, όταν το διαβάζεις πρώτη φορά ως ο άνθρωπος που πρέπει να το φέρει.
Ο Γιάννης κοντοστέκεται στο πεζοδρόμιο. Δεν νιώθει αμηχανία με τον κλασικό τρόπο. Νιώθει αυτό που νιώθεις όταν συνειδητοποιείς ότι έχεις κενό γνώσης σε κάτι που είναι βασικό — όχι θεωρητικά, αλλά πρακτικά. Απαντάει αμέσως.
«Οκ. Ποιες;»
Η απάντηση έρχεται με φωτογραφία. Μια συσκευασία που του φαίνεται σαν όλες τις άλλες, αλλά και σαν καμία από αυτές την ίδια στιγμή. «Αυτές», γράφει η κόρη του από κάτω. Και κάπως έτσι, χωρίς πολλά πολλά, του δίνει την πληροφορία που κάνει την αποστολή αυτή λίγο πιο απλή.
Στα Lidl της γειτονιάς, μπαίνει με τη λίστα στο μυαλό και με ένα νέο item που, για πρώτη φορά δεν είναι τόσο «αυτονόητο». Οι διάδρομοι είναι φωτεινοί, τα ράφια τακτοποιημένα, ο κόσμος κινείται με το γνώριμο, βιαστικό του tempo. Ο Γιάννης παίρνει τα κλασικά και μετά κάνει αυτό που κάνουν συνήθως όσοι ψάχνουν κάτι που δεν έχουν ξαναπάρει ποτέ: κόβει ταχύτητα.
Στέκεται μπροστά στο ράφι των προϊόντων περιόδου και νιώθει, για λίγα δευτερόλεπτα, ότι διαβάζει ξένη γλώσσα. Μέγεθος, απορροφητικότητα, «night», «normal», «long», λέξεις που υπόσχονται διαφορετικές λύσεις, αλλά για εκείνον δεν φαίνεται να εξηγούν και πολλά. Κοιτάει την οθόνη του κινητού, συγκρίνει με τη φωτογραφία, πιάνει μια συσκευασία, την ξαναδιαβάζει, παίρνει τη σωστή.
Και κάπου εκεί κάνει την πρώτη του μικρή παρατήρηση. Οι τιμές. Είναι μόνιμα χαμηλότερες. Σαν να έχει γίνει μια διόρθωση σε κάτι που όλοι θεωρούσαν δεδομένο. Δεν περιπλέκει αυτήν τη σκέψη ιδιαίτερα. Το συλλογίζεται απλά. «Α, καλό αυτό! Βοηθάει».
Δεν βγαίνει από το κατάστημα σαν να έλυσε κάποιο κοινωνικό ζήτημα. Βγαίνει σαν μπαμπάς που έκανε μια στάση και πήρε κάτι που χρειαζόταν να έχει στο σπίτι η οικογένειά του. Και αυτή, τελικά, είναι η πιο μοντέρνα εκδοχή της φροντίδας. Δεν αποτελεί κάτι δραματικά μεγάλο, δεν είναι ούτε ηρωισμός. Η φροντίδα πρέπει να είναι πάντα απλή και κυρίως λειτουργική.
Στο σπίτι, αφήνει τις σακούλες στον πάγκο. Η κόρη του εμφανίζεται με δύο κάλτσες ανόμοιες μεταξύ τους, πρώτο σημάδι ελαφριάς έλλειψης οργάνωσης στο σπίτι και απουσίας της μαμάς, και αρχίζει να ψάχνει.
«Τα πήρες;»
«Τα πήρα».
«Τα σωστά;»
«Τα σωστά. Με φωτογραφία-οδηγό και όλα».
Εκείνη γελά και παίρνει τη συσκευασία χωρίς να την κρύψει, χωρίς να τη στριμώξει κάτω από το μανίκι της. Την τοποθετεί στο ντουλάπι του μπάνιου όπως θα έβαζε οτιδήποτε άλλο. Ο Γιάννης παρατηρεί αυτήν την κανονικότητα με μια μικρή ικανοποίηση.
Αργότερα, ενώ τρώνε κάτι πρόχειρο, η κουβέντα πάει -χωρίς ιδιαίτερο λόγο- στα μαθηματικά. Σε ΦΠΑ και μειώσεις. «Θυμάμαι παλιά, που η μαμά έλεγε ότι οι σερβιέτες κοστίζουν πιο πολύ απ’ όσο θα έπρεπε, λες και είναι προαιρετικό», λέει η κόρη. Ο Γιάννης δεν απαντά αμέσως. Του φαίνεται περίεργο που τώρα τις έβαλε απλώς στο καλάθι μαζί με τα υπόλοιπα της εβδομάδας, χωρίς δεύτερη σκέψη. Σαν κάτι δεδομένο. «Είναι από τα βασικά!» απαντά τελικά ο ίδιος.
Η ισότητα δεν έρχεται πάντα με μεγάλες δηλώσεις. Είναι και οι μικρές διορθώσεις που μπαίνουν στην πράξη. Στο ράφι. Στην τιμή.
Το ταξίδι της μαμάς τελειώνει, οι ρόλοι επιστρέφουν, το σπίτι ξαναβρίσκει τον γνώριμο ρυθμό του. Αλλά ο Γιάννης κρατάει από εκείνη την εβδομάδα ένα νέο είδος που μόλις προστέθηκε στα «αυτονόητα». Η φροντίδα δεν χρειάζεται να ψιθυρίζεται. Δεν κρύβεται και δεν χρυσοπληρώνεται. Και όταν υπάρχουν επιλογές που την κάνουν πιο προσβάσιμη, τότε αυτό που μένει δεν χωράει συζητήσεις. Είναι η καθημερινότητα που γίνεται λίγο πιο δίκαιη.
Και κάπου εκεί, στο κάτω μέρος της απόδειξης, ανάμεσα σε γάλα, μήλα και ψωμί, ο Γιάννης βλέπει μια λέξη που του φαίνεται ξαφνικά πολύ συγκεκριμένη: «Siempre». Σαν υπενθύμιση ότι κάποια πράγματα έχουν διάρκεια και δεν είναι καν θέμα επιλογής. Είναι αυτονόητα. Για όλες.