Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος και διευθυντής του Ιδρύματος «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής» σκιαγραφεί ένα διεθνές περιβάλλον βαθιάς αστάθειας, στο οποίο οι βεβαιότητες των τελευταίων δεκαετιών καταρρέουν. Όπως αναφέρει, η πολιτική Τραμπ δεν αποτελεί μια παρένθεση αλλά το σύμπτωμα βαθιών δομικών αλλαγών στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τη σταδιακή ριζοσπαστικοποίηση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και την άνοδο μιας ακραίας δεξιάς που έχει καταλάβει την εξουσία. Η Ευρώπη, σημειώνει, απέτυχε να διαβάσει έγκαιρα αυτήν τη μετατόπιση και σήμερα έρχεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες.
Στο νέο αυτό πλαίσιο, η απαξίωση του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τον Τραμπ έχει κλονίσει τη διατλαντική συμμαχία, καθώς το βασικό της θεμέλιο, η εμπιστοσύνη, έχει υπονομευθεί. Η Ευρώπη βρίσκεται, σύμφωνα με τον καθηγητή, σε ένα κρίσιμο γεωπολιτικό σταυροδρόμι: είτε θα κινηθεί αποφασιστικά προς τη στρατηγική αυτονομία, με εμβάθυνση της πολιτικής ενοποίησης και συγκρότηση πραγματικής αμυντικής ισχύος, είτε θα περιθωριοποιηθεί ιστορικά.
Ωστόσο αναγνωρίζει τον ρεαλισμό της θέσης ότι η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία δεν μπορεί να επιτευχθεί άμεσα. Στη μεταβατική αυτή περίοδο απαιτείται μια νέα κατανόηση με τις ΗΠΑ, που θα βασίζεται στην αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών, στην ανάληψη μεγαλύτερων διοικητικών ρόλων στο ΝΑΤΟ και στην ευρωπαϊκή ευθύνη για το επιχειρησιακό σκέλος της ασφάλειας στην ήπειρο και το περιβάλλον της. Μόνο έτσι, υπογραμμίζει, μπορεί να διατηρηθεί η αμερικανική πυρηνική ομπρέλα μέχρι να ωριμάσουν οι προϋποθέσεις της ευρωπαϊκής αυτονομίας. Παρά τις σχετικές διακηρύξεις, τα βήματα της Ε.Ε. παραμένουν αργά, ενώ πλέον υπάρχει σαφής αίσθηση κατεπείγοντος.
Για το Ουκρανικό, επισημαίνει ότι δεν πρέπει να επιλυθεί με τρόπο που θα υπονομεύει τη μελλοντική ασφάλεια της Ευρώπης. Μια άτακτη ή «ισπανική» υποχώρηση, λέει, θα ισοδυναμούσε με επιβράβευση της ρωσικής επιθετικότητας και θα άνοιγε τον δρόμο για νέες αναθεωρητικές κινήσεις, ενδεχομένως και σε άλλα κράτη.
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, ο καθηγητής σημειώνει ότι το παραδοσιακό πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής –επίκληση του διεθνούς δικαίου, συμμετοχή σε θεσμούς και στενή σχέση με τη Δύση– δεν επαρκεί πλέον από μόνο του. Σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν οι όροι ισχύος, η χώρα οφείλει να πολλαπλασιάσει τη δύναμή της μέσω συμμαχιών, ισχυρής αποτροπής και ενίσχυσης της αμυντικής της αξιοπιστίας. Παράλληλα, τονίζει την ανάγκη μετάβασης σε μια προληπτική, ενεργητική διπλωματία, που θα τοποθετεί έγκαιρα τα ελληνικά συμφέροντα στην ατζέντα των μεγάλων δυνάμεων. Στο ίδιο πνεύμα, υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα πρέπει να διαμορφώνει η ίδια την ατζέντα των επαφών της, όπως στην επικείμενη συνάντηση με τον Τούρκο Πρόεδρο, προτού αυτή επιβληθεί απ’ έξω, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπου ο Τραμπ αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις αποκλειστικά με όρους ισχύος. Η Τουρκία, σημειώνει, κινείται διαχρονικά με εκβιαστική διπλωματία και απειλή χρήσης βίας, ωστόσο εκτιμά ότι θα διστάσει να προβεί σε ενέργειες εναντίον της Ελλάδας, καθώς η ελληνική αποτρεπτική ισχύς είναι ουσιαστική και το κόστος για την Άγκυρα θα ήταν εξαιρετικά υψηλό.

