ΕΝΑΣ ΦΙΛΟΣ ΜΕ ΝΕΑΡΟ ΓΙΟ, ο οποίος πηγαίνει αρκετά συχνά στο γήπεδο (όπως έκανε κι ο πατέρας του κάποτε), ταξιδεύοντας μέχρι και το εξωτερικό για την ομάδα του, μου εξομολογήθηκε χθες, σα να μαρτυρά κάτι απόκρυφο, πόσο τον τρόμαξε η σκέψη ότι όχι μόνο θα μπορούσε να βρεθεί το παιδί του στη θέση των επτά νεκρών οπαδών του ΠΑΟΚ αλλά και ότι μετά θα γινόταν άλλο ένα επιφανές όνομα στο ηρώο των πεσόντων «για την ομάδα», άλλο ένα πανό στο πέταλο των οργανωμένων, άλλος ένας οσιομάρτυρας της οπαδικής αίρεσης. Και μου το έλεγε χαμηλόφωνα, σα να δήλωνε κάτι περίεργο και αμφιλεγόμενο, σα να ένιωθε ότι στρεφόταν ενάντια στο κοινό αίσθημα και στο πένθιμο και ηρωικό κλίμα που επιβλήθηκε μετά την είδηση του πολύνεκρου τροχαίου στη Ρουμανία.
Τα αδικοχαμένα «αετόπουλα» έγιναν ανεύθυνα «πρεζάκια», που, όπως κατά κόρον γράφτηκε, «ευτυχώς που έπεσαν πάνω σε νταλίκα και δεν πήραν μαζί τους καμιά αθώα οικογένεια».
Πένθιμο ναι, βαρύ σίγουρα, ηρωικό όμως γιατί; Ίσα-ίσα που τα παιδιά αυτά βρήκαν σε τόσο νεαρή ηλικία, τον πιο άδοξο, άδικο και μάταιο θάνατο. «Επέστρεψαν» όμως σαν εθνικοί ήρωες που έπεσαν στο πεδίο της μάχης, με όλο το ανάλογο τελετουργικό. Για κάποιο λόγο, αν σκοτωθείς σε μετακίνηση που έχει να κάνει με αγώνα της ομάδας σου, δεν είσαι πλέον κοινός θνητός όπως τα υπόλοιπα θύματα πολύνεκρων τροχαίων ατυχημάτων, αλλά έχεις αναληφθεί στο πεδίο των συμβόλων και των μύθων.
Των μύθων της κουλτούρας του σκληρού οπαδισμού, η οποία έδωσε έξτρα περιεχόμενο και συγκινησιακή αιχμή στην κάλυψη της τραγωδίας από τα μέσα, η οποία διανθίστηκε από την αναμετάδοση συνθημάτων όπως «θέλω τον δικέφαλο στον τάφο μου απάνω» και «αδέλφια ζείτε εσείς μας οδηγείτε» (παρότι εν προκειμένω μοιάζει μάλλον ατυχής η χρήση του ρήματος «οδηγώ»).
Μετά όμως από την δημοσίευση των αποτελεσμάτων της τοξικολογικής εξέτασης που διενέργησαν οι ρουμανικές αρχές, σύμφωνα με την οποία – και με κάθε επιφύλαξη – «διαπιστώθηκε η παρουσία δύο ψυχοδραστικών ουσιών, συγκεκριμένα κάνναβης και κοκαΐνης, ενώ επίσης, επιβεβαιώθηκε και η παρουσία αλκοόλ στο αίμα του οδηγού» του μοιραίου βαν, το αφήγημα (στο διαδίκτυο τουλάχιστον, αν όχι ακόμα στα κανάλια) άλλαξε άρδην και με τον πιο προσβλητικό για τη μνήμη των άτυχων εκδρομέων, τρόπο.
Από την αγιοποίηση περάσαμε στον κανιβαλισμό. Τα αδικοχαμένα «αετόπουλα» έγιναν ανεύθυνα «πρεζάκια», που, όπως κατά κόρον γράφτηκε, «ευτυχώς που έπεσαν πάνω σε νταλίκα και δεν πήραν μαζί τους καμιά αθώα οικογένεια». Το κοινό δίκασε. Η ηθικολογία χτύπησε κόκκινο. Ο θρήνος έγινε κατάρα και η τραγωδία παραβολή με σκληρό δίδαγμα. Και τα παιδιά που χάθηκαν στον ρουμάνικο αυτοκινητόδρομο, από ήρωες έγιναν παραδείγματα προς αποφυγή, χάνοντας και πάλι την ανθρώπινη υπόστασή τους.