Όταν η αρχιτέκτονας και φωτογράφος Λίλη Τσίγκου, σε πρόσφατο ταξίδι της στη Γουατεμάλα, βρέθηκε στον καθολικό ναό Iglesia Parroquial Santiago Apóstol της πόλης Santiago Atitlán αντίκρισε έκπληκτη ένα ιερό-βωμό αφιερωμένο σε έναν Δυτικό άντρα. Τα χαρακτηριστικά του ήταν διαφορετικά από της πλειονότητας του ντόπιου πληθυσμού των Μάγιας. Αυτό της προκάλεσε μεγάλη περιέργεια, αλλά ούτε ο ξεναγός που είχε προσλάβει η παρέα της ούτε κανένας άλλος δεν την είχε προετοιμάσει γι’ αυτό. Τελικά, θα μάθαινε ότι επρόκειτο για τον Αμερικανό ιεραπόστολο και ιερέα Στάνλεϊ Ρόδερ που δολοφονήθηκε το 1981 εν μέσω εμφυλίου και που ο Πάπας Φραγκίσκος ανακήρυξε άγιο.
Το πολύχρωμο ταξίδι στη Γουατεμάλα, ιδίως στα σύνορα με το Μεξικό, της χάρισε πολλές ενδιαφέρουσες εικόνες που σχετίζονταν με την παράδοση των Μάγιας, όπως και πληροφορίες κυρίως αναφορικά με τις λατρευτικές συνήθειές τους, ένα μείγμα αρχέγονων παγανιστικών εθίμων ενταγμένων στο χριστιανικό εθιμοτυπικό: καθολικοί ναοί χτισμένοι επάνω στα απομεινάρια πανάρχαιων πυραμίδων-ιερών τόπων, φωτιές-λιβάνισμα με το αρωματικό κοπάλ, απομεινάρια παμπάλαιων τελετουργικών που ωστόσο συναντάς σε όλες τις θρησκείες από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η «συνάντηση» όμως με τον λευκό άγιο την προσγείωσε στη σύγχρονη πραγματικότητα και στις πολιτικές περιπέτειες του πρόσφατου παρελθόντος της χώρας, όπου ο εμφύλιος διήρκεσε τρεις δεκαετίες.
Η βία, η διαφθορά, η καταπίεση, οι δολοφονίες, οι εξαφανίσεις πολιτών, έκαναν αναπόδραστα τους πιο ειλικρινείς και συνεπείς στις χριστιανικές διδαχές ιερωμένους να συστρατευτούν με επαναστάτες και απελευθερωτικά κινήματα.
Φέρνοντας στον νου τις πρόσφατες μνήμες από το ταξίδι της, θυμάται: «Όταν είδα μέσα στην εκκλησία του Santiago Atitlán να λατρεύουν έναν Δυτικό λευκό άντρα, ξανθό και γαλανομάτη, εντυπωσιάστηκα κι αναρωτήθηκα πώς ήταν δυνατό να υπάρχει ένας τέτοιος άγιος εκεί μέσα. Τράβηξα κάποιες φωτογραφίες με το κινητό μου, αλλά την ιστορία του την ανακάλυψα αργότερα. Επρόκειτο για τον Στάνλεϊ Ρόδερ, όπως ήταν το όνομά του, με καταγωγή από την Οκλαχόμα των ΗΠΑ, και αυτό που μου έκανε ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το γεγονός ότι, παρόλο που είχε πληροφορηθεί ότι ήταν στόχος και ήξερε ότι οι αντεπαναστάτες δεν αστειευόντουσαν, καθώς είχαν δολοφονήσει άλλους δέκα ιερείς στην περιοχή εκείνο το διάστημα, δεν εγκατέλειψε την ενορία του. Η δράση του ήταν αξιοσημείωτη καθώς είχε μεταφράσει στην τοπική γλώσσα την Καινή Διαθήκη και είχε ιδρύσει μέχρι και νοσοκομείο. Όταν δολοφονήθηκε, οι ντόπιοι ζήτησαν από τους δικούς του να τους παραδώσουν την καρδιά του ώστε να την τοποθετήσουν στην Αγία Τράπεζα της εκκλησίας, δηλαδή εκεί όπου τυχαία ανακάλυψα τον βωμό τον αφιερωμένο σε αυτόν».
— Βέβαια, πληροφορηθήκατε και τα σχετικά με τη δολοφονία του επισκόπου Gerardi που συνέβη σχεδόν δύο δεκαετίες μετά. Αυτό πρέπει να σας σόκαρε ακόμα περισσότερο.
Μεταξύ 1960 και 1996 διάφοροι επιχειρηματικοί όμιλοι φιλικά προσκείμενοι στην κρατική εξουσία και ιδιωτικές πολυεθνικές εταιρείες, προκειμένου να αποκτήσουν τον έλεγχο της καλλιεργήσιμης γης, ώθησαν σε φυγή πάνω από ένα εκατομμύριο του τοπικού πληθυσμού σε όλη τη χώρα. Εξαφανίστηκαν ή εκτελέστηκαν γύρω στους διακόσιους χιλιάδες ανθρώπους, κυρίως Μάγιας. Ο Gerardi υπήρξε ακτιβιστής και για μεγάλο χρονικό διάστημα υπερασπίστηκε τα δικαιώματα των ντόπιων, ενώ πρωταγωνίστησε σε δίκες εναντίον της κυβέρνησης γι’ αυτήν τη γενοκτονία. Λίγο πριν από τον θάνατό του, σε έκθεσή του κατέγραψε όλες τις βιαιότητες και τα εγκλήματα, κινητοποιώντας τον μηχανισμό της τοπικής Καθολικής Εκκλησίας. Αποτέλεσμα αυτών των πράξεων ήταν ότι ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου δύο μέρες αφότου κατέθεσε την έκθεση. Οι δρόμοι της πρωτεύουσας έως και σήμερα είναι γεμάτοι από φωτογραφίες εξαφανισμένων ατόμων.
— Πώς υιοθέτησαν οι Μάγιας τον χριστιανισμό;
Ο καθολικισμός επεβλήθη διά της βίας σε όλη τη Νότια Αμερική, συμπεριλαμβανομένης της Γουατεμάλας, για τον έλεγχο των τοπικών πληθυσμών από τους κατακτητές. Σιγά σιγά, από τον 15ο αιώνα έως και σήμερα υπήρξε μια ώσμωση μεταξύ παμπάλαιων παγανιστικών λατρευτικών τελετών και αντίστοιχων του καθολικισμού. Αυτό συνέβη εν μέρει επειδή στο μυαλό των πιστών η μεγάλη θεότητα για το στάρι έχει κοινά στοιχεία με τη μορφή του Χριστού, καθώς και οι δύο θυσιάστηκαν για το καλό της ανθρωπότητας‧ και πολύ περισσότερο επειδή στην πρόσφατη ιστορία της χώρας υπήρξαν φωτισμένοι εκπρόσωποι του καθολικισμού που υπερασπίστηκαν τα δικαιώματα αυτών που η Καθολική Εκκλησία είχε έρθει για να ελέγξει. Η πολύ σπάνια, αλλά εκρηκτική εμφάνιση αυτών των φωτισμένων εκπροσώπων ενός από τους πιο ισχυρούς οργανισμούς του κόσμου εκπλήρωσε έναν σκοπό που η Εκκλησία θεωρεί ως θεμέλιο της ύπαρξής της, την υποστήριξη των αδυνάτων. Το τίμημα ήταν μεγάλο, πολλοί από τους φωτισμένους εκπρόσωπους πλήρωσαν με τη ζωή τους αυτήν τη διαφοροποίηση.
— Στις φωτογραφίες παρατηρείται η συνύπαρξη παγανιστικών εθίμων με χριστιανικά σύμβολα.
Ορισμένες σημαντικές λατρευτικές τελετές των Μάγιας χαρακτηρίζονται από συγκεκριμένες διαδικασίες λατρείας του καθολικισμού από τον 16ο αιώνα έως σήμερα. Πολλές εκκλησίες έχουν χτιστεί πάνω σε πυραμίδες στην κορυφή των οποίων υπήρχαν ιερά των Μάγιας, άρα οι πιστοί ακολουθούν τα ίδια βήματα με το παλιό τυπικό λατρείας. Επίσης, στις αυλές των εκκλησιών και στο εσωτερικό τους πραγματοποιούνται τελετές με φωτιές, γύρω από τις οποίες χορεύουν τελετάρχες κουνώντας σείστρα, καίνε λιβάνια και αρωματικές ουσίες, το κοπάλ, ένα είδος φυσικής ρητίνης, ενώ παράλληλα το κοινό παρακολουθεί, σταυροκοπιέται, προσεύχεται, ρίχνει πέταλα λουλουδιών και τοποθετεί στον χώρο κεριά. Ο τοπικός πληθυσμός πιέστηκε από τους κατακτητές να ασπασθεί τον καθολικισμό, αλλά ταυτόχρονα αντιστοίχισε τους καθολικούς αγίους με παραδοσιακές θεότητες και λατρευτικές διαδικασίες, προκειμένου να διατηρήσει την πνευματικότητα και τα σύμβολα των Μάγιας με νέα φόρμα. Άλλωστε, οι Μάγιας φαίνεται πως αντιστοίχισαν το βασικό σύμβολο της θρησκείας τους, το δέντρο της ζωής, με το βασικό σύμβολο της χριστιανικής πίστης, τον σταυρό. Στην περίπτωση μάλιστα της φυλής Lacandón, τα τελευταία μέλη της οποίας ζουν απομονωμένα από όλους τους υπόλοιπους Μάγιας στα σύνορα με το Μεξικό, παμπάλαια έθιμα έχουν προσαρμοστεί στη χριστιανική λατρεία, όπως το τρύπημα των αυτιών με αγκάθια μέχρι να στάξει αίμα επάνω στο κοπάλ την ώρα των τελετουργιών τους. Οι τοπικοί ηγέτες της Καθολικής Εκκλησίας στη Γουατεμάλα έδειξαν την απαραίτητη ευελιξία και ανοχή και το αποτέλεσμα τούς δικαίωσε, αφού η καθολική πίστη και οι παραδόσεις των Μάγιας μέσα από τη σύγκλιση κατάφεραν να επιβιώσουν. Αυτή η σύγκλιση είναι πολύ σημαντική στις μέρες μας που τα πάντα αποκλίνουν.
Μάγιας και καθολικισμός: Γενοκτονία και συγκρητισμός
Καθώς σε πολλές πλευρές της Λατινικής Αμερικής πολιτική και θρησκεία ήρθαν σε ρήξη, μερικοί πεφωτισμένοι ιερωμένοι που θέλησαν να υπερασπιστούν το δίκαιο των αγροτών και των λαϊκών στρωμάτων γενικότερα εξοντώθηκαν. Οι δολοφονίες ιερωμένων στη Γουατεμάλα, μία χώρα ο λαός της οποίας ταλαιπωρήθηκε από έναν φρικτό εμφύλιο πόλεμο που διήρκεσε από το 1960 έως το 1993, είναι πάρα πολλές. Ο Αμερικανός ιερέας και ιεραπόστολος Στάνλεϊ Ρόδερ (1935 -1981) άφησε πίσω του, εν έτει 1968, την ασφάλεια της εύπορης πατρίδας του και καθώς τον απασχολούσε το γεγονός ότι η ακραία φτώχεια και ο ρατσισμός προκαλούσαν τόσο πόνο, ταξίδεψε στη νοτιοδυτική Γουατεμάλα όπου εγκαταστάθηκε στα υψίπεδα της λίμνης Atitlán. Εκεί, έμαθε να μιλάει την τοπική προφορική διάλεκτο των Μάγιας, Tzʼutujil, μια παραλλαγή της κύριας γλώσσας τους χωρίς αλφάβητο, στην οποία μετέφρασε την Καινή Διαθήκη. Παράλληλα, παρέδιδε μαθήματα γλώσσας και μαθηματικών από τον τοπικό ραδιοσταθμό. Αλλά η κατάσταση δεν ήταν εύκολη για τη φτωχική κοινότητα των Tzʼutujil και σταδιακά τα πράγματα χειροτέρευαν. Αρχές της δεκαετίας του 1980 άντρες της πολιτοφυλακής που δρούσαν στην περιοχή κατέστρεψαν το ραδιοσταθμό, δολοφόνησαν το διευθυντή του, ενώ ιερείς της κοινότητας εξαφανίζονταν μυστηριωδώς. Παρόλο που ο Ρόδερ προειδοποιήθηκε ότι το όνομά του ήταν σε μια λίστα υποψηφίων για εξόντωση, δεν πτοήθηκε. Για χάρη των πιστών αρνήθηκε να φύγει και να σωθεί. Δολοφονήθηκε με δύο σφαίρες στο κεφάλι στις 28 Ιουλίου 1981. Η σορός του επεστράφη στη γενέθλια πόλη του, την Οκλαχόμα, για να ταφεί, αλλά η καρδιά του τοποθετήθηκε στο Ιερό του ναού Iglesia Parroquial Santiago Apóstol στο Santiago Atitlán, εκεί όπου είχε αφήσει και την τελευταία του πνοή.
Ένα άλλο θύμα, περίπου δύο δεκαετίες αργότερα, ήταν ο επίσκοπος Juan José Gerardi Conedera. Επρόκειτο για έναν ιερέα που αρχικά υπηρέτησε σε διάφορες πόλεις της υπαίθρου όπως και στην πρωτεύουσα της Γουατεμάλας, και το 1967 χειροτονήθηκε επίσκοπος του Verapaz, όπου έδωσε μεγάλη σημασία στην προστασία του γηγενούς πληθυσμού των Μάγιας. Ένα από τα πράγματα που έκανε ήταν να βοηθήσει στη διάδοση της γλώσσας τους, ιδρύοντας δύο ραδιοσταθμούς που μιλούσαν την τοπική διάλεκτο. Μεταξύ 1980 και 1983, όσο ήταν επίσκοπος του Quiché, εκατοντάδες Μάγιας, καθολικοί ιερείς και δάσκαλοι κατηχητικών δολοφονήθηκαν. Μετά από μία δημόσια του κριτική του καθεστώτος επί ξένου εδάφους τού απαγορεύτηκε η είσοδος στη χώρα και δεν του επετράπη να επιστρέψει πριν από το 1982, οπότε έπεσε το στρατιωτικό καθεστώς. Το 1984, όταν τοποθετήθηκε στη δεύτερη σημαντικότερη θέση στην Αρχιεπισκοπή της Γουατεμάλας προχώρησε στην ίδρυση ενός γραφείου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, προσφέροντας βοήθεια σε ανθρώπους που είχαν πέσει θύματα παραβίασής τους. Αμέσως μετά τη λήξη του εμφυλίου η κυβέρνηση τού ανέθεσε τη σύνταξη ενός φακέλου για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, που θα βασιζόταν στην περισυλλογή ντοκουμέντων για τα γεγονότα του εμφυλίου.
Στις 26 Απριλίου 1998 ο επίσκοπος Gerardi παρέδωσε στη δημοσιότητα την αναφορά του με τίτλο «Guatemala: Nunca más« («Γουατεμάλα: Ποτέ ξανά»), όπου αποκαλυπτόταν ότι το 80% των δολοφονιών συνδεόταν με το καθεστώς και την οικονομική ελίτ. Δύο ημέρες μετά, στις 28 Απριλίου 1998, στις 10 το βράδυ, δέχτηκε άγριο ξυλοδαρμό από παρακρατικούς μέσα στο γκαράζ της ενορίας του San Sebastian όπου λειτουργούσε. Το πρόσωπό του είχε τόσο πολύ αλλοιωθεί από τη σφοδρότητα των χτυπημάτων με τσιμεντένια πλάκα που ήταν αγνώριστο. Οι εκτελεστές εντοπίστηκαν και καταδικάστηκαν μαζί με έναν ιερέα που θεωρήθηκε συνεργός στον φόνο· πολλοί από τους γείτονές του, σε μια άκρως υποβαθμισμένη περιοχή με περιθωριοποιημένα άτομα και εμπόρους ναρκωτικών, άνθρωποι φοβισμένοι που δήλωσαν ότι δεν άκουσαν τίποτα τα επόμενα χρόνια πέθαναν. Το Βατικανό και ο Πάπας Φραγκίσκος χαρακτήρισαν τον Gerardi «μάρτυρα», ανοίγοντας τον δρόμο για μελλοντική αγιοποίησή του.
Το κίνημα «Θεολογία της απελευθέρωσης» της Λατινικής Αμερικής
Ο επίσκοπος Gerardi ήταν ένας συνειδητοποιημένος πολιτικά ιερωμένος και ανήκε στο κίνημα της Liberation Theology, σε αντίθεση με τον ιεραπόστολο Στάνλεϊ Ρόδερ που αρκούνταν στην πίστη του και ήταν ενάντιος σε κάθε μορφή βίας. Αλλά τι αυτή η «Θεολογία της Απελευθέρωσης», όπως έχει αποδοθεί ως όρος στα ελληνικά; Στην πολύπαθη ιστορία της Λατινικής Αμερικής και στη δίνη της πολιτικής διαφθοράς και βίας που διέτρεξε σχεδόν όλες τις χώρες που την απαρτίζουν, η Liberation Theology ξεχώρισε προσφέροντας ελπίδα στους λαούς ως ένα θεολογικό κίνημα του οποίου οι πρώτες αναλαμπές εντοπίζονται τη δεκαετία του 1960 και που κορυφώθηκε τη δεκαετία του 1980. Αποτελεί τη χριστιανική προσέγγιση των λαϊκών κινητοποιήσεων για δικαιοσύνη και απελευθέρωση των καταπιεσμένων. Είναι ένας όρος που συνδέθηκε με τους καθολικούς θεολόγους και τους ιερωμένους της Λατινικής Αμερικής, αν και στην πορεία χρησιμοποιήθηκε για μια σειρά ανάλογων περιπτώσεων σε διάφορες πολύπαθες πλευρές του κόσμου όπου οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες είναι ακραίες. Αφορά όλους όσοι περιθωριοποιούνται λόγω της κοινωνικής τους τάξης, της φυλής, της εθνικότητας, φυσικά και λόγω φύλου.
Οι πρώτες θεωρίες άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους στους κόλπους του καθολικισμού τη δεκαετία του 1960, σε ευθεία αναφορά με την πολιτική τρομοκρατία, την εκμετάλλευση και τις ακραίες οικονομικές ανισότητες των χωρών της Λατινικής Αμερικής. Θεολόγοι που δραστηριοποιήθηκαν πολιτικά, όπως ο Frei Betto και ο Leonardo Boff από τη Βραζιλία, ο Gustavo Gutiérrez από το Περού και οι Ιησουίτες Juan Luis Segundo από την Ουρουγουάη και Jon Sobrino, Βάσκος, ήταν οι πρώτοι που τόλμησαν να μιλήσουν και να υπερασπιστούν μια «προνομιακή πρόταση για τους φτωχούς», βάζοντας τα θεμέλια για μια ιδεολογική επανάσταση στον χώρο της χριστιανικής πίστης.
Αναπόφευκτα, τα θεωρητικά θεμέλια του κινήματος βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό στη μαρξιστική θεωρία, καταγγέλλοντας την ανισότητα και την ταξική καταπίεση. Ωστόσο, η Θεολογία της Απελευθέρωσης δεν υιοθέτησε πλήρως τον μαρξισμό. Η χρήση εννοιών όπως «ταξική πάλη» και «καπιταλισμός» προκάλεσε σφοδρές εσωτερικές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους εκπροσώπους της Εκκλησίας. Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ και η Συνοδική Επιτροπή για τη Διδασκαλία της Πίστης του Βατικανού, με επικεφαλής τον καρδινάλιο Τζόζεφ Ράτσινγκερ (μετέπειτα Πάπα Βενέδικτο XVI που αναγκάστηκε να παραιτηθεί υπό τη σκιά σκανδάλων), επέκριναν το κίνημα, θεωρώντας ότι είναι σε υπερβολικό βαθμό πολιτικοποιημένο και ευθυγραμμισμένο με τις κομμουνιστικές ιδεολογίες. Τα γεγονότα και οι πολιτικές εξελίξεις, όμως, σε χώρες όπως η Νικαράγουα, το Ελ Σαλβαδόρ, η Βραζιλία, δεν άφηναν περιθώριο για πιο μετριοπαθείς αναγνώσεις.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, με αποκορύφωμα τη δεκαετία του 1990, η βία, η διαφθορά, η καταπίεση, οι δολοφονίες και οι εξαφανίσεις πολιτών έκαναν αναπόδραστα τους πιο ειλικρινείς και συνεπείς στις χριστιανικές διδαχές ιερωμένους να συστρατευτούν με επαναστάτες και απελευθερωτικά κινήματα. Η θεολογία της απελευθέρωσης επηρέασε τα πολιτικά και κοινωνικά κινήματα σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, αποτελώντας κινητήρια δύναμη για την ενθάρρυνση των εκκλησιαστικών κοινοτήτων των λαϊκών στρωμάτων (Comunidades Eclesiales de Base), οι οποίες κινητοποίησαν περιθωριοποιημένα κομμάτια του πληθυσμού για να υποστηρίξουν αγροτικές μεταρρυθμίσεις, εργασιακά δικαιώματα και εν τέλει τη δημοκρατική διακυβέρνηση των χωρών τους. Μέσα σε μερικά χρόνια, θρησκευτικές κοινότητες σε πολλές περιπτώσεις αποτέλεσαν χώρους πολιτικής ευαισθητοποίησης, επιδιώκοντας και διεκδικώντας θεμελιώδεις αλλαγές μέσω χριστιανικών πρακτικών. Στο Ελ Σαλβαδόρ, όπου η θεολογία της απελευθέρωσης είχε ιδιαίτερη επιρροή, προσωπικότητες όπως ο αρχιεπίσκοπος Όσκαρ Ρομέρο έγιναν σύμβολα της αντίστασης ενάντια στα στρατιωτικά καθεστώτα και στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ξεκινώντας λοιπόν από τη δεκαετία του 1960, ως αντίδραση στη φτώχεια και την κοινωνική αδικία, το κίνημα έγινε στη συνέχεια γνωστό με τον όρο που δανείστηκε από τον τίτλο του εμβληματικού βιβλίου «A Theology of Liberation» (Μια θεολογία της απελευθέρωσης) που έγραψε το 1971 ο ιερέας Gustavo Gutiérrez, έργο από το οποίο εμπνεύστηκαν και ενίσχυσαν τη δική τους στάση οι θεολόγοι Boff, Sobrino και Segundo. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι από τις χώρες και τις κοινωνίες της Νότιας Αμερικής σύντομα το κίνημα μεταπήδησε στη Βόρεια Αμερική, δηλαδή στις εύρωστες οικονομικά ΗΠΑ, επηρεάζοντας μέρος του ευαγγελικού κινήματος και αρκετούς καθολικούς επισκόπους και οδηγώντας, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, λόγω της ταύτισής του με τη μαρξιστική θεωρία, σε μία επίθεση (προειδοποίηση) της Συνοδικής Επιτροπής για τη Διδασκαλία της Πίστης του Βατικανού. Ο καρδινάλιος Ράτσινγκερ, αν και αναγκάστηκε να δηλώσει ότι η έκφραση Θεολογία της Απελευθέρωσης «από μόνη της είναι ένας απολύτως έγκυρος όρος», απέρριψε ορισμένες μορφές της επειδή εστίαζαν στη θεσμοθετημένη ή συστημική αμαρτία, ενώ παράλληλα ταύτιζαν την ιεραρχία της Καθολικής Εκκλησίας στη Νότια Αμερική με μέλη της ανώτερης τάξης των προνομιούχων που καταπίεζε τους αυτόχθονες πληθυσμούς.
Το έργο και η αποστολή αρκετών εκπροσώπων της Θεολογίας της Απελευθέρωσης έχουν αναγνωριστεί και οι ίδιοι έχουν τιμηθεί. Ο Frei Betto επιλέχθηκε από την UNESCO για να παραλάβει το 2013 ειδικό βραβείο στην Κούβα για το σύνολο της «συνεισφοράς του στην οικοδόμηση μιας οικουμενικής κουλτούρας της ειρήνης, της κοινωνικής δικαιοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική». Ο Leonardo Boff, παρόλο που έχει δεχτεί αυτό που ο ίδιος αποκάλεσε «θρησκευτική τρομοκρατία» από κύκλους του Βατικανού ώστε να σιωπήσει, προσκαλείται συχνά από σημαντικά πανεπιστήμια να διδάξει και αποτελεί μια προσωπικότητα σεβαστή από συνοδοιπόρους και αντιπάλους. Ο Gustavo Gutiérrez, ο οποίος πέθανε τον Οκτώβριο του 2024 σε ηλικία 96 ετών, έτυχε μνημειώδους κηδείας στη Λίμα του Περού, την οποία ακολούθησαν χιλιάδες πιστοί, ενώ ο Πάπας Φραγκίσκος απηύθυνε χαιρετισμό μέσω βίντεο.