Είδαμε ξανά τις επτά «Επικίνδυνες Αποστολές» μέσα σε μια μέρα

Είδαμε ξανά όλες τις «Επικίνδυνες Αποστολές» και γράφουμε γι’ αυτές Facebook Twitter
Στις ταινίες ο Κρουζ συνεχίζει να τρέχει και να αποτελεί σύμβολο αιώνιας νιότης. Αν δεν γερνά αυτός, βλέπεις, τότε ίσως να μη γερνάμε κι εμείς μαζί του – τι, όχι;
0

Μετά από πολυετή γυρίσματα και καθυστερήσεις, φτάνει (επιτέλους) στις αίθουσες το τελευταίο κεφάλαιο των «Επικίνδυνων Αποστολών», το «Μission Impossible: The Final Reckoning». Πίσω στα ‘90s, όταν είχε πρωτοανακοινωθεί το εγχείρημα, έμοιαζε να αποτελεί κυνικό προϊόν του trend κινηματογραφικών μεταφορών τηλεοπτικών σειρών της εποχής του. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα εξελισσόταν στην καλύτερη σειρά ταινιών δράσης των καιρών μας.

Το αξιοπερίεργο είναι ότι κάθε «Mission: Impossible» φέρει τo στίγμα του δημιουργού του, διαφέρει από τα άλλα, τουλάχιστον μέχρι να αναλάβει ο ΜακΚουόρι τα ηνία και να θεμελιώσει μια συνταγή, η οποία, φυσικά, έχει τη δική του σφραγίδα. Κεντρικό πρόσωπο, συνδετικός κρίκος και ύπατος αρμοστής αυτών των περιπετειών είναι ο Τομ Κρουζ. Στις ταινίες ο Κρουζ συνεχίζει να τρέχει –όπως όλοι μας;– και να αποτελεί σύμβολο αιώνιας νιότης, παρέχοντάς μας το απαραίτητο boost, όποτε επιχειρούμε να φέρουμε εις πέρας σωματικά tasks που φαίνεται να ξεπερνούν τις δυνάμεις μας, αλλά και μια απαραίτητη ένεση νεανικής ενέργειας. Αν δεν γερνά αυτός, βλέπεις, τότε ίσως να μη γερνάμε κι εμείς μαζί του – τι, όχι;

To προσωπικό ρίσκο, η γνώση ότι εκτελεί την κασκάντα ο ίδιος ο σταρ με κίνδυνο της ζωής του, ανασταίνει ερωτήματα τύπου «μα πώς το γύρισαν;» ή «μα καλά, είναι παλαβός, πώς μπόρεσε να το κάνει αυτό;», τα οποία έχουν πεθάνει από τότε που το CGI μπήκε για τα καλά στην κινηματογραφική μας πραγματικότητα.

Τα επικίνδυνα stunts που εκτελεί ο Κρουζ αυτοπροσώπως, πέρα από συγκρίσεις με τον Μπάστερ Κίτον, που ίσως να αφορούν μια πιο περιορισμένη (μα τόσο εκλεκτή) μερίδα σινεφίλ, κατορθώνουν με την αναλογικότητά τους και την προσωπική εμπλοκή του σταρ να επαναφέρουν μια χαμένη αρετή του σινεμά της υπερπαραγωγής: την αίσθηση του δέους. To προσωπικό ρίσκο, η γνώση ότι εκτελεί την κασκάντα ο ίδιος ο σταρ με κίνδυνο της ζωής του, ανασταίνει ερωτήματα τύπου «μα πώς το γύρισαν;» ή «μα καλά, είναι παλαβός, πώς μπόρεσε να το κάνει αυτό;», τα οποία έχουν πεθάνει από τότε που το CGI μπήκε για τα καλά στην κινηματογραφική μας πραγματικότητα.

Για τις ανάγκες του παρόντος, είδαμε ξανά τις επτά προηγούμενες ταινίες του franchise μέχρι σήμερα και γράψαμε γι’ αυτές. Άλλο που δεν θέλαμε, χαρά μας να το κάνουμε με οποιαδήποτε αφορμή. Αν όλα τα σύγχρονα μπλοκμπάστερ δράσης ακολουθούσαν το παράδειγμα των «Επικίνδυνων Αποστολών», θα ήμασταν πολύ πιο ευτυχισμένοι σινεφίλ. 

«Mission: Impossible» του Μπράιαν Ντε Πάλμα

Είδαμε ξανά όλες τις «Επικίνδυνες Αποστολές» και γράφουμε γι’ αυτές Facebook Twitter
Αν βλέπουμε στην εικόνα του Τομ Κρουζ σήμερα έναν action hero, σε αυτήν εδώ την ταινία οφείλεται.

Είχε προηγηθεί, φυσικά, το «Top Gun», μα εκείνο εντάσσεται περισσότερο στο κεφάλαιο «Ατίθασα Νιάτα» της φιλμογραφίας του πρωταγωνιστή. Αν βλέπουμε στην εικόνα του Τομ Κρουζ σήμερα έναν action hero, σε αυτήν εδώ την ταινία οφείλεται, που, όχι τυχαία, αποτέλεσε την παρθενική του προσωπική παραγωγή, το σημείο που πήρε ο ίδιος την καριέρα του στα χέρια του. Και έκανε πολύ καλά να αναθέσει τη σκηνοθεσία στον Μπράιαν Ντε Πάλμα. Ο πιο «βρoμιάρης» εκ των πέντε γενειοφόρων που άλλαξαν το αμερικανικό σινεμά στα ’70s, είχε ήδη μια επιτυχημένη μεταφορά τηλεοπτικής σειράς στο ενεργητικό του, το «Untouchables», και διέθετε μια φιλμογραφία που υποδείκνυε (και αποδείκνυε) ότι θα μπορούσε εύκολα να στήσει ένα βιρτουόζικο κατασκοπικό θρίλερ μαζικού κοινού, αν χρειαζόταν. 

Mε μια πρώτη πράξη που τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια των φαν της σειράς –κάποιοι εξοργίστηκαν– ο Ντε Πάλμα γύρισε, ουσιαστικά, το δικό του «North by Northwest», με έναν ήρωα που πέφτει θύμα τυπικής χιτσκοκικής παρεξήγησης, προσπαθεί να καθαρίσει το όνομά του και μπλέκει σε απανωτές, ασταμάτητες δύσκολες καταστάσεις. Καθώς στενεύει ο κλοιός, βρίσκεσαι να τρως τα νύχια σου και να αναρωτιέσαι πώς θα ξεμπλέξει, ενώ ταυτόχρονα εύχεσαι να μπλέξει ακόμα περισσότερο γιατί… περνάς υπέροχα. Βάλε και που το σάουντρακ φέρει την υπογραφή του Ντάνι Έλφμαν, του ανθρώπου στον οποίο απευθύνεσαι αν θέλεις ένα score σαν του Μπέρναρντ Χέρμαν, βάλε και που ντύνουν τον Τομ Κρουζ σαν τον Κάρι Γκραντ στη σκηνή του τρένου, διάολε, το χιτσκοκικό πρότυπο είναι ολοφάνερο. 

To soundtrack της πρώτης ταινίας

Όταν κυκλοφόρησε το φιλμ, η πλοκή των Ρόμπερτ Τάουνι και Ντέιβιντ Κεπ είχε θεωρηθεί εξεζητημένη και ακαταλαβίστικη –δεν είναι, αν προσέχεις–, μα έτσι κι αλλιώς μεγαλύτερη σημασία είχαν τα set-pieces. Έστω κι αν φαινομενικά δεν μοιάζει με καμία ταινία που ακολούθησε –ίσως το «Rogue Nation» να φέρνει περισσότερο σε αυτό– πρακτικά, πέρα από την απαραίτητη χιτσκοκική αναφορά, το «Mission: Impossible» συστήνει και θέτει τις βάσεις για την αιχμή του δόρατος του franchise: τα καλοστημένα, εφευρετικά και εξωφρενικά set-pieces. Η σκηνή της κλοπής της NOC λίστας, όπου μια στάλα ιδρώτα χωρίζει τον κρεμάμενο Τομ Κρουζ από τη σύλληψη, είναι από τις πιο αξιομνημόνευτες της δεκαετίας. Μοναδικό μας παράπονο η απουσία του «You, me and World War 3» του Gavin Friday από την ταινία, αν και υπάρχει στο επίσημο OST που κυκλοφόρησε τότε. 

«Μission: Impossible II» του Τζον Γου

Είδαμε ξανά όλες τις «Επικίνδυνες Αποστολές» και γράφουμε γι’ αυτές Facebook Twitter
Ο Τομ Κρουζ με τον Τζον Γου στα γυρίσματα της ταινίας.

Ο Ρόμπερτ Τάουνι επιστρέφει στο σενάριο και συνεχίζει χιτσκοκικά, επικαλούμενος ευθέως το «Notorious», ο Τζον Γου, όμως, είναι θιασώτης της εικόνας, οπότε η ίντριγκα υποχωρεί μπρος σε ένα χαρακτηριστικό δείγμα του σινεμά που έκανε εκείνη την εποχή ο Ασιάτης δημιουργός. Αναμφίβολα, η πιο ερεθισμένη ταινία του franchise –«who told you I’m decent?», ρωτά όλο νόημα η Νιούτον τον Κρουζ– με τον Γου να ενσωματώνει το ερωτικό παιχνίδι στις σκηνές δράσης ή ακόμα και να το ταυτίζει: χαρακτηριστική η κόντρα με τα αυτοκίνητα ανάμεσα στους δυο εραστές, που συμβολίζει το αδυσώπητο φλερτ ανάμεσά τους, το οποίο θα τους οδηγήσει κυριολεκτικά και μεταφορικά στο χείλος του γκρεμού. 

Τα περιστέρια του Τζον Γου είναι και πάλι εδώ, ενώ η ελεύθερη αναρρίχηση του Τομ Κρουζ αποτελεί μια πρώιμη εκδοχή της προσωπικής, επικίνδυνης κασκάντας που θα γινόταν ο εμπορικός πόλος έλξης του franchise από το τέταρτο μέρος και έπειτα. Εμφανίζεται για λίγο και ο Άντονι Χόπκινς ως Μ, αν υποθέσουμε ότι ο Ίθαν Χαντ είναι ο Μποντ της υπόθεσης. Το ιερό τέρας της υποκριτικής ξέρει να παίζει την αμφισημία στα δάχτυλα –δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τις προθέσεις του–, η μεγάλη σκηνή που μοιράζονται στην ταινία, δε, είναι η μοναδική όπου κάποιος υποσκελίζει τον Αμερικανό σταρ στην οθόνη. Θα θέλαμε να ξαναδούμε τον Χόπκινς και στις επόμενες ταινίες, αλλά με την εξαίρεση του Άλεκ Μπόλντουιν, που εμφανίστηκε σε δυο ταινίες, ο κινηματογραφικός Ίθαν Χαντ αλλάζει τους προϊσταμένους του σαν τα (σχεδόν) πάντα κομψά πουκάμισά του. 

«Μission: Impossible III» του Tζέι Τζέι Έιμπραμς

Είδαμε ξανά όλες τις «Επικίνδυνες Αποστολές» και γράφουμε γι’ αυτές Facebook Twitter
Eδώ γεννιέται ο μεγάλος έρωτας του Ίθαν Χαντ για την Τζούλια (Μισέλ Μόναχαν), που θα ξαναδούμε στο μέλλον.

Συνοπτικά, το μαύρο πρόβατο της σειράς. Πιο αναλυτικά, αφού φλέρταρε ανεπιτυχώς με τον Φίντσερ και τα έσπασε με τον Τζο Κάρναχαν, ο Κρουζ παρέδωσε το τιμόνι των «Αποστολών» στον ανερχόμενο «Μίδα» της τηλεόρασης, τον Τζέι Τζέι Έιμπραμς, κι εκείνος έκανε αυτό που γνώριζε καλύτερα εκείνη την εποχή: έφερε την τηλεόραση στο σινεμά. Με τη δράση συμπυκνωμένη στο κέντρο του κάδρου, διαρκή κοντινά, αναρίθμητα κοντρ-πλονζέ –ίσως γι’ αυτό να δείχνει η πιο ματαιόδοξη στιγμή του Κρουζ στο franchise, ενώ δεν είναι–, αδικαιολόγητη σοβαροφάνεια και μελόδραμα τηλεοπτικών καταβολών, ο Έιμπραμς καταφέρνει –γιατί περί κατορθώματος πρόκειται– να «μικρύνει» το θέαμα. Βάλε κι εκείνο το απωθητικό πρασινομπλέ φίλτρο που έβλεπες σε μεγάλο μέρος σινεμά και τηλεόρασης εκείνη την περίοδο, το οποίο θυμίζει το χρώμα που παίρνουν ξεχασμένα από καιρό φαγητά που ανακαλύπτεις καθαρίζοντας το ψυγείο, λογάριασε και το χαοτικό μοντάζ και την πλήρη απουσία γεωγραφίας των σκηνών δράσης και καταλαβαίνεις γιατί ήταν η μόνη ταινία που μας δυσκόλεψε πολύ να την ολοκληρώσουμε σε αυτό τον μαραθώνιο επαναληπτικών προβολών. 

Παρηγοριά η σεκάνς στο Βατικανό, κρίμα κι άδικο που ο τεράστιος Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν ατύχησε να εμφανίζεται σε αυτή την ταινία, κρατάμε και ότι εδώ γεννιέται ο μεγάλος έρωτας του Ίθαν Χαντ για την Τζούλια (Μισέλ Μόναχαν), που θα ξαναδούμε στο μέλλον. Επίσης, εμφανίζεται για πρώτη φορά ο Σάιμον Πεγκ ως μέλος της ομάδας. O Βρετανός κωμικός είναι σταθερά επανερχόμενος συνεργάτης του Ίθαν Χαντ, τον ξεπερνά σε συμμετοχές μόνο ο Βινγκ Ρέιμς, το μοναδικό μέλος της αρχικής ομάδας που δεν έκατσε ποτέ στον πάγκο, από την πρώτη μέχρι την τελευταία ταινία.

«Mission: Impossible – Ghost Protocol» του Μπραντ Μπερντ

Μα ο Μπραντ Μπερντ του «Iron Giant», τoυ «Incredibles» και του «Ratatouille»; Τι out of the box επιλογή σκηνοθέτη είναι αυτή; Κι όμως, ειδικά η πλανοθεσία (!) του «Ratatouille» ήταν να γλείφεις τα δάχτυλά σου. Η πρώτη σπουδαία απόφαση του Μπραντ Μπερντ ήταν να επαναφέρει το fun στοιχείο. Από μια απόδραση μετά ξυλοφορτώματος υπό τους ήχους του «Ain’t that a Kick in the Head» του Ντιν Μάρτιν, μέχρι εμπνεύσεις παρμένες κατευθείαν από το σύμπαν του Τεξ Έιβερι και των Looney Tunes –ο αντιπερισπασμός στο Κρεμλίνο– και αναφορές στο… «Κόκκινο Μπαλόνι» του Λαμορίς, η ταινία είναι, πραγματικά, η χαρά του αποδραστικού σινεμά, του σινεφιλικού κλεισίματος του ματιού και της παλαβομάρας. 

Αδιαμφισβήτητο highlight της είναι η μακροσκελής σεκάνς που ξεκινά με μια κοψοχολιαστική αναρρίχηση στο Μπουρτζ Χαλίφα, το ψηλότερο κτίριο στον κόσμο, και τελειώνει με μια καταδίωξη εν μέσω αμμοθύελλας. Η σκηνή της αναρρίχησης στο κτίριο εισάγει για τα καλά το στοιχείο που θα αποτελέσει το σημείο αναφοράς του franchise από εδώ και στο εξής: τα επικίνδυνα stunts που εκτελεί ο ίδιος ο Τομ Κρουζ, ο οποίος σε κάθε ταινία θα προσπαθεί να κάνει κάτι ακόμα πιο εξωφρενικό, επαναφέροντας, όπως γράψαμε και στην εισαγωγή, τη χαμένη αίσθηση του δέους. 

Να αναφέρουμε, επίσης, ότι πρακτικά είναι η πρώτη ταινία στην οποία η υπόλοιπη ομάδα έχει τόση σημασία και συμμετοχή –η προηγούμενη έκανε κάποια βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά παρέμεινε προσωποκεντρική– και ότι, παρά την παιχνιδιάρικη δράση και την έμφαση στα set-pieces, υπάρχει χώρος και για το ανθρώπινο στοιχείο, καθώς και μια συγκινητική κατακλείδα όπου, συν τοις άλλοις, ενισχύεται το ομαδικό πνεύμα που διέπει και τις επόμενες «Αποστολές». Για μας παραμένει η καλύτερη ταινία του franchise, αλλά με σοβαρό ανταγωνισμό από την αμέσως επόμενη. 

«Μission: Impossible – Rogue Nation» του Κρίστοφερ ΜακΚουόρι

Ο ΜακΚουόρι, που τα έχει βρει εδώ και χρόνια με τον Τομ Κρουζ και φτιασίδωσε λίγο και το σενάριο της προηγούμενης ταινίας, αναλαμβάνει το franchise και επαναφέρει το στοιχείο του θρίλερ, υποστηρίζοντάς το πρωτίστως σεναριακά, με διαρκείς ανατροπές και διαλογικά μπρα ντε φερ, τα οποία δεν ξέρεις πού θα καταλήξουν. Εδώ ο πράκτορας Ίθαν Χαντ βρίσκει τη δική του Spectre, που ονομάζεται Syndicate, και τον Μπλόφελντ του στο πρόσωπο ενός ανατριχιαστικού Σον Χάρις. Η μονομαχία του με έναν μεγαλόσωμο μπράβο πάνω από τη σκηνή της Όπερας της Βιέννης θυμίζει αντίστοιχες σκηνές του Ρότζερ Μουρ με τον «Σαγόνια» – η γενικότερη διάθεση μπορεί να σοβαρεύει λίγο σε σχέση με το «Ghost Protocol», μα ευτυχώς το χιούμορ δεν χάνεται. Και τα δάνεια δεν τελειώνουν εδώ. 

Η σχετική βιεννέζικη σεκάνς στην όπερα αποτελεί ευθεία αναφορά στο χιτσκοκικό «Man who knew too much». Επίσης, η Ρεμπέκα Φέργκιουσον, η εντυπωσιακή νέα προσθήκη, ονομάζεται Ίλσα. Στη γνωριμία της με τον Ίθαν Χαντ το χτένισμά της παραπέμπει στην Ίνγκριντ Μπέργκμαν, με την οποία φέρει εμφανή ομοιότητα. Ακόμα κι αν υπάρχει κάποιος που θεωρεί τα παραπάνω συμπτώσεις, οι δύο χαρακτήρες θα συναντηθούν ξανά στην «Καζαμπλάνκα», για να μην υπάρχει ίχνος αβεβαιότητας. Από αυτά και μόνο, γνωρίζεις και ότι το (πλατωνικό) ρομάντζο τους δεν θα ευδοκιμήσει, μόνο που αυτήν τη φορά δεν είναι η Ίλσα που θα ανέβει στο αεροπλάνο στο τέλος. Τουλάχιστον εδώ δεν πρόκειται για αποχαιρετισμό, αλλά περισσότερο για υποσχετική δικαιοπραξία. 

Λαμπρά.

«Μission: Impossible – Fallout» του Κρίστοφερ ΜακΚουόρι

Αν σε κάτι διαφέρει ο Ίθαν Χαντ από πολλούς (υπερ)ήρωες δράσης της μεγάλης οθόνης, είναι ότι για αυτόν η απώλεια μια ζωής και ενός εκατομμυρίου ζωών δεν έχει καμία διαφορά, η ζημία είναι ισοδύναμη. Συμψηφισμοί, συμβιβασμοί και εκπτώσεις δεν χωρούν, ο Χαντ θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι του ώστε να σώσει και τον ένα και τους ένα εκατομμύριο ανθρώπους που κινδυνεύουν. Προς αυτή την κατεύθυνση δείχνει η ηθική του πυξίδα και στο «Fallout» γίνεται περισσότερο σαφές από ό,τι σε κάθε άλλη ταινία. Πιστεύει, βλέπεις, όχι μόνο λόγω ικανοτήτων, αλλά και λόγω όσων εκπροσωπεί, ότι στο τέλος θα καταφέρει να τους σώσει όλους, έστω και αυτοσχεδιάζοντας στην πορεία. «Η ελπίδα δεν συνιστά στρατηγική», λέει ο νεοεισαχθείς στην ομάδα Χένρι Καβίλ, «πρέπει να είσαι καινούργιος» του απαντά η Ίλσα της Ρεμπέκα Φέργκιουσον – όσοι έχετε δει την ταινία, αντιλαμβάνεστε ότι δεν πρόκειται μόνο για μια σκωπτική στιχομυθία. 

Η ελεύθερη πτώση από αεροπλάνο ήταν το νέο παλαβό stunt του Κρουζ, το punchline της η ένδειξη ότι το χιούμορ δεν έχει χαθεί εντελώς, αν και εδώ μειώνεται σημαντικά, ίσως γιατί τα στοιχήματα είναι μεγαλύτερα. Αν στην προηγούμενη ταινία η ζυγαριά έγερνε υπέρ της ίντριγκας, εδώ παίρνει το πηδάλιο η δράση, με μια τελική καταδίωξη με ελικόπτερα που αποτέλεσε για τον πρωταγωνιστή κάτι σαν προπόνηση για το «Top Gun: Maverick». Η καταδίωξη αυτή είναι μέρος μια σύνθετης κορύφωσης, ειπωμένης με νολανικού τύπου αφήγηση, μοντάζ και χρήση της μουσικής, η οποία σε κρατά καθηλωμένο στην άκρη του καθίσματος. 

Το «Fallout» αποτελεί την έμπρακτη απόδειξη ότι το «Rogue Nation» δεν ήταν lucky strike, που λέμε και στο χωριό μου. 

Μission: Impossible – Dead Reckoning του Κρίστοφερ ΜακΚουόρι

Στην έβδομη προσθήκη στο franchise o MακΚουόρι παίρνει εκείνον τον αδυσώπητο, νολανικού τύπου ρυθμό της τρίτης πράξης του «Fallout», τον εφαρμόζει στο σύνολο της ταινίας και το αποτέλεσμα είναι μια ταινία δράσης ευρισκόμενη σε διαρκή κίνηση, ακόμα κι όταν οι χαρακτήρες είναι σταματημένοι – από το «Mad Max: Fury Road» του Τζορτζ Μίλερ είχαμε να δούμε κάτι αντίστοιχο. Ομολογουμένως, για να εξυπηρετηθεί η κινητικότητα, προστίθεται λίγο παραπάνω exposition, αλλά όχι σε βαθμό δυσφορίας. 

Ωστόσο, εκείνο που «ανεβάζει» ακόμα περισσότερο την ταινία στα μάτια μας είναι το δεύτερο επίπεδο ανάγνωσής της, που σχετίζεται με την σύγχρονη κινηματογραφική (υπερ)παραγωγή. Ενσωματώνοντας κάθε πιθανή κι απίθανη αναφορά κι επίκληση μεγάλων στιγμών του αναλογικού σινεμά απόδρασης του εικοστού αιώνα και βάζοντας ως αντίπαλο μια παντοδύναμη τεχνητή νοημοσύνη που πασχίζει να αλλοιώσει τη (φιλμική) πραγματικότητα και να την επαναπροσδιορίσει σύμφωνα με τα δικά της μέτρα και σταθμά, οι ΜακΚουόρι και Κρουζ κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου και πασχίζουν να διαφυλάξουν τα προϊόντα της ανθρώπινης δημιουργικότητας από τις επιταγές της αλγοριθμικής διασκέδασης, που θέλει να υποβιβάσει το σινεμά σε second screen «περιεχόμενο». 

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Σουέλ»: Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη γίνεται ταινία

Οθόνες / «Σουέλ»: Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη γίνεται ταινία

Είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το βραβευμένο λογοτεχνικό έργο γίνεται ταινία από τον Αλέξανδρο Βούλγαρη. Η LiFO βρέθηκε στα γυρίσματα και στην κοινή τους συνέντευξη, μητέρα και γιος, μιλούν για τη συνεργασία τους και τη μεταφορά του στον κινηματογράφο.
M. HULOT
«Μην πυροβολείτε τα ελληνικά blockbusters!»

The Review / «Μην πυροβολείτε τα ελληνικά blockbusters!»

«Βαλκανιζατέρ», «Ευτυχία», «Φόνισσα», «Υπάρχω», «Τελευταία Κλήση». Πίσω από τα μεγαλύτερα ελληνικά blockbusters βρίσκεται ο Διονύσης Σαμιώτης. Ποιο είναι το μυστικό του που φέρνει τον κόσμο στις αίθουσες; Υπάρχει μια «σχολή Σαμιώτη»; Τι πιστεύει για τον σημερινό ελληνικό κινηματογράφο;
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Ο πόλεμος στο επίκεντρο του 79ου Φεστιβάλ Καννών

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Τι θα δούμε στο 79ο Φεστιβάλ Καννών

Η φετινή διοργάνωση φιλοδοξεί να αποτυπώσει την τρέχουσα γεωπολιτική αστάθεια, φέρνοντας στο επίκεντρο ιστορικές συρράξεις, από τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο μέχρι τον Ψυχρό Πόλεμο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ο διάβολος φοράει Prada 2

Οθόνες / «Ο Διάβολος φοράει Prada 2»: Είδαμε την πιο αναμενόμενη ταινία της χρονιάς

Επανέρχονται οι αρχικοί συντελεστές, αλλά το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τη μόδα, και την εντύπωση που προκαλεί, στη «δολοφονία» της δημιουργικότητας και του ταλέντου σε μια εποχή συγχωνεύσεων και πολιτιστικών εκπτώσεων.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Όταν η Κέιτ συνάντησε τον Λούσιαν

Οθόνες / Όταν η Κέιτ Μος συνάντησε τον Λούσιαν Φρόιντ

Τέλη Μαΐου βγαίνει στις βρετανικές αίθουσες τo «Moss & Freud» που αποτυπώνει τη σχέση της Κέιτ Μος με τον Λούσιαν Φρόιντ: το μοντέλο εξομολογήθηκε το όνειρό του να ποζάρει στον ζωγράφο και λίγους μήνες μετά προέκυψε το «Γυμνό Γεύμα» που πωλήθηκε για 5 εκατ. ευρώ.
ΣΤΕΛΛΑ ΛΙΖΑΡΔΗ
Στο «Apex» η Σαρλίζ Θερόν συνεχίζει το ταξίδι της στην υπέρβαση

Οθόνες / Μόνο η Σαρλίζ Θερόν επιβιώνει από το «Apex»

Σε μια ταινία που περιφρονεί τη λογική και αποθεώνει την ομορφιά της, η Νοτιοαφρικανή ηθοποιός επιβεβαιώνει την προτίμησή της σε ρόλους περίπου «εξωγήινων» ηρωίδων που θέλουν να παίζουν με τους δικούς τους όρους.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ντιν Ταβουλάρης (1932-2026): Ο «Νονός» της σύγχρονης σκηνογραφίας

Απώλειες / Ντιν Ταβουλάρης (1932-2026): Ο «Νονός» της σύγχρονης σκηνογραφίας

Ήταν ένας από τους ελάχιστους ελληνικής καταγωγής που βραβεύτηκε με Όσκαρ. Αληθινός αρχιτέκτονας του νέου αμερικανικού σινεμά, αγαπημένος συνεργάτης του Κόπολα, conceptual καλλιτέχνης του production design ισορροπούσε πάντα ιδιοφυώς μεταξύ Τέχνης και τεχνικής.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Michael»: Είδαμε την ταινία για τη ζωή του Michael Jackson

Οθόνες / «Michael»: Είδαμε την ταινία για τη ζωή του Michael Jackson

Με αφορμή την παγκόσμια πρεμιέρα της βιογραφίας του στο Βερολίνο, είδαμε πρώτοι πώς ο σούπερ σταρ βρήκε το κουράγιο να δραπετεύσει από τον πατέρα του και θυμηθήκαμε τη συναυλία που σύστησε τη σκηνική του ιδιοφυΐα σε όλον τον πλανήτη.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Μεγάλα Λάθη»: Μια σειρά που ξεκινάει άσχημα, αλλά μετά το βρίσκει

Οθόνες / «Μεγάλα Λάθη»: Μια σειρά που ξεκινάει άσχημα, αλλά μετά το βρίσκει

Το νέο σίριαλ του Netflix είναι φασαριόζικο, προβλέψιμο και κάπως κουραστικό. Αν όμως αντέξεις τα πρώτα επεισόδια, ανταμείβει την υπομονή σου με χιούμορ, ανατροπές και έναν Νταν Λέβι που ξέρει πώς να μετατρέπει την οικογενειακή δυσλειτουργία σε απολαυστικό χάος.
M. HULOT
ΝΑΤΑΛΙ ΜΠΑΪ, Η ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΗ ΚΥΡΙΑ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΣΙΝΕΜΑ (1949-2026)

Οθόνες / Ναταλί Μπάι: Η χαμογελαστή κυρία του γαλλικού σινεμά (1948-2026)

Έξυπνη, ενστικτώδης και αστεία, κυριάρχησε τη δεκαετία του '80 στο γαλλικό σινεμά, μετρώντας συνεργασίες με τους Τριφό, Γκοντάρ, Ταβερνιέ αλλά και 4 Σεζάρ, χωρίς ποτέ να χάσει την κοριτσίστικη καρδιά που τη διέκρινε από την αρχή της καριέρας της.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ζωή του Ρουκέλι, του Ρομά θρύλου της πυγμαχίας, γίνεται ταινία

Οθόνες / Ένας Έλληνας Ρομά ενσαρκώνει τον θρύλο της πυγμαχίας Ρουκέλι

Η ιστορία του Γιόχαν Ρουκέλι Τρόλμαν, που έχασε τον τίτλο του πρωταθλητή στη Γερμανία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου λόγω της καταγωγής του, βασανίστηκε και θανατώθηκε από τους ναζί, γίνεται διεθνής παραγωγή με ηθοποιούς Ρομά.
M. HULOT
Ταινίες τρόμου: Τι έρχεται και τι πραγματικά αξίζει;

Pulp Fiction / Ταινίες τρόμου: Τι έρχεται και τι πραγματικά αξίζει;

Με αφορμή το «Backrooms», ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος και ο Μάκης Παπασημακόπουλος αναλύουν τις πιο αναμενόμενες ταινίες τρόμου των επόμενων εβδομάδων, ξεχωρίζοντας εκείνες που έχουν κάτι νέο να πουν από άλλες που απλώς επαναλαμβάνουν γνωστές συνταγές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΠΕΞ «Το να νιώθεις αποδεκτός όταν είσαι διαφορετικός δεν είναι δεδομένο»

Στέφανος Τσιβόπουλος / «Το να νιώθεις αποδεκτός όταν είσαι διαφορετικός δεν είναι δεδομένο»

Στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, ο εικαστικός Στέφανος Τσιβόπουλος θίγει το πόσο δύσκολο είναι να κτίσεις μια νέα εστία και ταυτότητα όντας ξένος σε έναν τόπο μεγάλων ανισοτήτων.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Γιατί οι Έλληνες δεν αγαπούν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας;

Οθόνες / Γιατί οι Έλληνες δεν αγαπούν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας;

Το ελληνικό κοινό, πέρα από μια μικρή σχετικά κοινότητα ορκισμένων φαν, ποτέ δεν τιμούσε ιδιαίτερα το είδος στις αίθουσες, σίγουρα όχι όπως το αμερικανικό. Ο Δημήτρης Κολιοδήμος και ο Αβραάμ Κάουα εξηγούν τους λόγους της περιορισμένης προσέλευσης.  
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
O Χριστός του Παζολίνι, μαρξιστής, σκακιστής και ακτιβιστής

Οθόνες / O Χριστός του Παζολίνι, μαρξιστής, σκακιστής και ακτιβιστής

Η ιστορία του ισπανού ερασιτέχνη ηθοποιού Ενρίκε Ιραζόκουι που στα 20 του ο Πιερ Πάολο Παζολίνι του εμπιστεύθηκε τον ρόλο του Θεανθρώπου, παρά το ότι βρισκόταν μακριά από τα ξανθογάλανα πρότυπα του δυτικού κινηματογράφου
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΣΚΟΪ́ΤΗΣ