Μερίδα της κοινής γνώμης είτε είχε ξεχάσει για λίγο τη Χρυσή Αυγή είτε ευελπιστούσε σε μια εκλογική της κατάρρευση μετά τη δολοφονία του Φύσσα από ενεργό μέλος της οργάνωσης και τις αποκαλύψεις που ακολούθησαν για την παραστρατιωτική δομή και παράνομη δράση του κόμματος. Τα εκλογικά ποσοστά που συγκέντρωσαν, όμως, την προηγούμενη Κυριακή, ειδικά στον Δήμο Αθηναίων και στην Περιφέρεια Αττικής, τα δύο πιο προβεβλημένα στελέχη του κόμματος που έμειναν εκτός φυλακής (ο Κασιδιάρης και ο Παναγιώταρος) σόκαραν. Η Χρυσή Αυγή όχι μόνο δεν αποχώρησε από το προσκήνιο το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε στο ευρύ κοινό αλλά παρουσίασε ενδείξεις για κατοχύρωση ποσοστών και πιο μόνιμη παρουσία.

 

Στις εθνικές εκλογές του 2012 το κόμμα της Χρυσής Αυγής παρουσιάστηκε περίπου ως η βαλβίδα εκτόνωσης του εκλογικού σώματος, που ήθελε να τιμωρήσει συλλήβδην το πολιτικό σύστημα, αλλά και ως η χαλαρή μετα-ψήφος του χαβαλέ των νεότερων ψηφοφόρων. Αναλύσεις επί αναλύσεων προσπάθησαν να εξηγήσουν τους λόγους οι οποίοι ώθησαν γύρω στο μισό εκατομμύριο Έλληνες πολίτες να ψηφίσουν μια σκληρή, νεοναζιστική οργάνωση με απροκάλυπτα βίαια παρακλάδια στους δρόμους. Κοινή συνισταμένη των αναλύσεων αυτών ήταν η διαπίστωση ότι «δεν είναι ναζιστές 500.000 Έλληνες», ότι δεν ήξεραν τι ψήφισαν, τους θόλωσε η οργή, έκαναν πλάκα κ.ο.κ. Λογικό επακόλουθο, βέβαια, αυτής της συλλογιστικής θα ήταν, δύο χρόνια μετά από αυτό το «στιγμιαίο» ολίσθημα, τη στιγμή μάλιστα που αρκετά πρόσφατα όλο το «σύστημα» (κυβέρνηση, Δικαιοσύνη, ΜΜΕ) πήρε μπρος και αποκαλύφθηκαν οι άγνωστες πτυχές της εγκληματικής οργάνωσης, να συνειδητοποιήσει η μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής τι ψήφισε και να αναθεωρήσει, πλήττοντας τουλάχιστον εν μέρει την εκλογική δυναμική του κόμματος.

 

Κάτι τέτοιο, όμως, δεν είδαμε να γίνεται την πρώτη Κυριακή των αυτοδιοικητικών εκλογών. Δεν έπεσαν τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής. Ζητήσαμε την άποψη πέντε ανθρώπων από διαφορετικά backgrounds, προσπαθώντας να ερευνήσουμε τα νέα δεδομένα που έφερε η τρίτη συνεχόμενη εκλογική αναμέτρηση με έντονη την παρουσία της Χρυσής Αυγής.

 

Μιχάλης Σπουρδαλάκης, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κοσμήτορας σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών Πανεπιστήμιου Αθηνών 

 

«Η κρίση οδηγεί σε αντιδράσεις και ερμηνείες απλουστευτικές. Η Χρυσή Αυγή έχει την ικανότητα να εκφράζει απόλυτα τον θυμό των πολιτών, από τη στιγμή μάλιστα που έχουμε οδηγηθεί πια σε ανθρωπιστική κρίση. Ταυτόχρονα, η ρητορεία, οι αφηγήσεις των πολιτικών κομμάτων και κυρίως των κυβερνητικών δεν έχουν αντιμετωπίσει το φαινόμενο πολιτικά. Κινήθηκαν πολύ δειλά και αργά στη νομική αντιμετώπιση και καθόλου πολιτικά. Εξακολουθούν να μιλούν για άκρα, κάθε κοινωνικό αίτημα αντιμετωπίζεται με την κατηγορία του λαϊκισμού, εξακολουθούν να μιλούν για παράνομη ή και “λάθρο”-μετανάστευση, αντιμετωπίζουν τις τραγωδίες των οικονομικών μεταναστών ως ιδιωτικές επιλογές τους (π.χ. “πού πάνε τον χειμώνα με βάρκες στο Αιγαίο”), διάφορα ΜΜΕ κατά καιρούς, όπως και στο πρόσφατο παρελθόν, έχουν μιλήσει για σοβαρή ή καλή Χρυσή Αυγή, ενώ διαχωρίζουν το πολιτικό προσωπικό από την ίδια την οργάνωση.

 

Η μη αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής ως εχθρού της Δημοκρατίας από το πολιτικό σύστημα και οι συνομιλίες που είχε η κυβέρνηση –παρόλη την αποδοκιμασία των χειρισμών Μπαλτάκου και την αποχώρησή του– νομιμοποίησαν την οργάνωση ακόμα περισσότερο. Η ρητορική της Χρυσής Αυγής μοιάζει με τον Ιανό. Από τη μία καταδικάζει την Ευρώπη, είναι εθνικιστική, αλλά δεν καταδικάζει ποτέ τους εφοπλιστές, δεν μιλάει για τα μεροκάματα σε λαϊκές περιοχές, επιτίθεται σε συλλογικότητες που προασπίζουν εργατικά και άλλα δικαιώματα. Άποψή μου είναι ότι η κρίση συντηρικοποιεί και δεν ριζοσπαστικοποιεί. Τέλος, φυσικά ρόλο έχει παίξει και η σταδιακή συρρίκνωση του συντηρητικού χώρου και η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, που περιείχε στοιχεία λαϊκισμού και εθνικισμού. Φαινόμενα μεταδημοκρατίας υπήρχαν και πριν από την οικονομική κρίση. Στα μάτια πολλών πολιτών η Χρυσή Αυγή μπορεί με τα “μπράτσα της” να τιμωρήσει κάποιους».

 

 

Ευτύχης Βουρδουλάκης, Σύμβουλος Επικοινωνίας, Stratego

 

«Η Χ.Α. έχει πλέον δημιουργήσει μια συμπαγή εκλογική βάση. Μπορεί να γιγαντώθηκε την τελευταία διετία, όμως η μαγιά προϋπήρχε. Και σχετίζεται με ένα εθνολαϊκίστικο ιδεολόγημα το οποίο διαπερνούσε μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος, είχε περιόδους έξαρσης και φώλιαζε σε διάφορα κόμματα, αποτελώντας υπολογίσιμη, αλλά ποτέ κυρίαρχη δύναμη. Η οικονομική κρίση, η ύφεση και η ανεργία που οδήγησαν στην απόγνωση μεγάλα τμήματα του πληθυσμού επέφεραν την πολιτική κρίση.

 

Την ώρα της κατάρρευσης του παλαιού πολιτικού συστήματος ένα μόρφωμα με αντιπολιτικά χαρακτηριστικά και ρητορική μίσους στόχευσε σε ένα ακροατήριο χαμηλής πολιτικοποίησης, το οποίο όμως κουβαλούσε μέσα του στερεότυπα που είχαν δημιουργηθεί σε βάθος χρόνου. Η βίαιη πολιτικοποίηση μιας εξοργισμένης μάζας ήταν ο καταλύτης της ανόδου της Χ.Α.

 

Στην περαιτέρω ενίσχυση του φαινομένου συνέβαλαν άλλοι τρεις παράγοντες, όπως:

 

- Η εξοικείωση της κοινής γνώμης με μια ακραία ρητορική, καθώς και το «ξέπλυμα» της Χ.Α. από συγκεκριμένους παράγοντες των ΜΜΕ. Επίσης, η ανοχή σε φαινόμενα πολιτικής βίας, η οποία σταδιακά απενοχοποίησε συμπεριφορές εκτός δημοκρατικής νομιμότητας.

 

- Ο τυφλός ανταγωνισμός των υπόλοιπων κομμάτων, τα οποία συχνά έπαιξαν με τη φωτιά και αντιμετώπισαν τη Χ.Α. όχι ως αυτόνομο πρόβλημα αλλά ως πεδίο αντιπαράθεσης με φόντο τον δικό τους ανταγωνισμό. Αυτό το φαινόμενο εκδηλώθηκε με δύο τρόπους. Ο ένας ήταν η έμμεση «απενοχοποίηση» της Χ.Α. μέσα από άστοχους παραλληλισμούς. Από τη μία είδαμε απόπειρα ταύτισης ΣΥΡΙΖΑ-Χ.Α., σε μια επικίνδυνη προσομοίωση της (υπαρκτής σε επιστημονικό επίπεδο) θεωρίας των «δύο άκρων». Από την άλλη, η κατάχρηση των όρων “φασίστας”, “πραξικόπημα”, “προδοσία” κ.λπ. από πλευράς αντιπολίτευσης λειτούργησε ως νομιμοποιητικός παράγοντας μιας επικίνδυνης ρητορικής.

 

Θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο: όταν διαρκώς αναρωτιέσαι αν έχουμε δημοκρατία, όταν κόλλας παντού τη λέξη “φασίστας” ή όταν εξομοιώνεις τους αντιπάλους σου με φασίστες, στο τέλος οι αυθεντικοί φασίστες παύουν να τρομάζουν.

 

Αμφότερες οι πλευρές, αλλά και πολλοί αναλυτές, υποτίμησαν βασικά στοιχεία της ανόδου της Χ.Α. Η μία μεριά εστιάζει υπέρμετρα στο στοιχείο της ρητορικής υπερβολής και της αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς, η άλλη αποκλειστικά στην οικονομική κρίση και στις συνέπειές της. Αυτονόητα και οι δύο προσεγγίσεις είναι προβληματικές και αντανακλούν κυρίως κομματικά άγχη παρά διάθεση να αντικρίσουν το πρόβλημα στη ρίζα του.

 

Με τη Χ.Α. θα αργήσουμε να ξεμπερδέψουμε. Εκτιμώ, μάλιστα, ότι αν δεν είχαν προηγηθεί όσα έγιναν τους τελευταίους 8 μήνες, τα ποσοστά της σήμερα θα ήταν ακόμα μεγαλύτερα. Η μείωση της επιρροής της θα αρχίσει με την ανάκαμψη της οικονομίας, την ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής και, κυρίως, όταν το πολιτικό και μιντιακό σύστημα μάθει να βάζει και να σέβεται τα όρια εντός των οποίων πρέπει να διεξάγεται ο πολιτικός αγώνας».

 

 

Μελίνα Δασκαλάκη, δικηγόρος και πρόεδρος του Α’ Διαμερίσματος του Δήμου Αθηναίων.

 

«Τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής ήταν και παρέμειναν υψηλά, αλλά αυτό δεν αποτελεί έκπληξη. Δεν είναι καινούργιο και ούτε συνέβη σε μιά νύχτα. Ας μην πέφτουμε λοιπόν από τα σύννεφα!

 

Προηγήθηκε ο σταδιακός εκφασισμός της κοινωνίας και του δημόσιου λόγου. Ο λαϊκισμός, ο εθνικισμός και η πόλωση έχουν εγκατασταθεί στην πολιτική μας ζωή εδώ και χρόνια. Όχι μόνο δεν καταδικάστηκαν ποτέ από το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου και από τα ΜΜΕ, αλλά, αντίθετα, ενισχύθηκαν, γιατί έφερναν ψήφους και υψηλές θεαματικότητες, ακροαματικότητες και κυκλοφορίες.

 

Παράλληλα, η ελληνική κοινωνία ήταν και παραμένει εξόχως συντηρητική και σε απόσταση από την πραγματικότητα. Δεν επιθυμεί αλλαγές, βαυκαλίζεται με εξωπραγματικές προσδοκίες για άκοπους παραδείσους, πιστεύει στην ύπαρξη χρηματόδεντρου.

 

Φτιαγμένο με τα πιο πάνω υλικά, ήταν αναμενόμενο το πολιτικό σύστημα να αποδειχθεί ανεπαρκές στη διαχείριση μιας οικονομικής κρίσης τέτοιας έκτασης και να προξενηθούν στους πολίτες αισθήματα απογοήτευσης και ματαίωσης. Προβλήματα μεγάλα, όπως το δημοσιονομικό, η ανεργία, το μεταναστευτικό, για να αντιμετωπιστούν απαιτούν πρωτίστως κατανόηση της πολυπλοκότητάς τους, κοινωνική συνοχή, ευρεία συναίνεση και θυσίες.

 

Το υπάρχον πολιτικό κατεστημένο εξέθρεψε τη Χ.Α. Αυτό είναι το φίδι και η Χ.Α. το αυγό του. Αν δεν αλλάξει ο δημόσιος λόγος απ’ άκρη σ άκρη του πολιτικού φάσματος, δεν υπάρχει ελπίδα μείωσης των ποσοστών της Χ.Α.».

 

Τζίνα Μοσχολιού, δημοσιογράφος στον 9,84

 

«Να ξεκινήσω από έναν μύθο που μάλλον καταρρέει: δεν φταίει η φτώχεια για τη διείσδυση της Χρυσής Αυγής στο εκλογικό σώμα. Μπορεί ένα από τα πρώτα πεδία δράσης της να ήταν οι περιοχές των οποίων η πληθυσμιακή σύνθεση άλλαξε λόγω της μετανάστευσης, αλλά σε αυτές τις εκλογές έχει ένα ποσοστό 11% στην περιφέρεια Αττικής και καλές επιδόσεις σε γενικώς εύπορες και χωρίς πρόβλημα μετανάστευσης γειτονιές.

 

Ακόμα και το “αντιμνημόνιο” δεν αρκεί για να εξηγήσει το ποσοστό της, γιατί το “έχτιζε” πριν το αναγάγει σε πρώτο θέμα της ατζέντας της. Όμως, η ταύτιση μεμονωμένων απόψεων και lingo με άλλα αντιμνημονιακά κόμματα και πολιτικούς από τη μία και με ακροδεξιές ή εθνοκεντρικές φωνές mainstream κομμάτων από την άλλη ήταν μια έμμεση νομιμοποίηση της ρητορικής της. Εδώ να σημειώσουμε πως όφειλαν κάποιοι εκπρόσωποι του συντηρητικού κόσμου, κυρίως της Εκκλησίας, να τους έχουν αποκηρύξει με ένταση από πολύ νωρίς. 

 

Κάποιοι σπεύδουν να αποδώσουν το αποτέλεσμα στις διώξεις εναντίον της Χρυσής Αυγής, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι διώξεις αυτές είναι ποινικές, ανεξαρτήτως της όποιας διαχείρισης έγινε από πολιτικά πρόσωπα με αφορμή αυτές. Εξάλλου, ο Άρειος Πάγος τούς επέτρεψε να συμμετέχουν κανονικά στις εκλογές. Όμως, η υπόθεση Μπαλτάκου και οι αντιδράσεις κάποιων πολιτικών άλλων κομμάτων έδωσαν την αίσθηση σε μη πεπεισμένους πως οι διώξεις αυτές έχουν πολιτικό χαρακτήρα και υποκρύπτουν κάποιου είδους συνωμοσία, το οποίο οπωσδήποτε συνέβαλε στην προσπάθειά τους να αυτοηρωποιηθούν ως διωκόμενοι από το “καθεστώς”.

 

 

Kώστας Ελευθερίου, υποψήφιος διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

«Το πιο ανησυχητικό απ’ όλα είναι ότι στην περίπτωση του Δήμου της Αθήνας ο Κασιδιάρης έλαβε ποσοστό διπλάσιο του ποσοστού της Χ.Α. στην Α’ Αθήνας τον Ιούνιο του 2012, ενώ και το ποσοστό του Παναγιώταρου στην περιφέρεια είναι αυξημένο κατά τρεις μονάδες από το αντίστοιχο στο σύνολο των περιφερειών της Αττικής – το ίδιο ισχύει και αν μετρήσουμε και τις ψήφους και όχι μόνο τα ποσοστά. Άρα, το πρόβλημα δεν έγκειται τόσο στο ότι δεν πέφτει το ποσοστό της Χ.Α. αλλά, αντίθετα, στο ότι ανεβαίνει. Σίγουρα, για να τοποθετηθούμε με ακρίβεια, πρέπει να περιμένουμε και τα αποτελέσματα της Κυριακής. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται να έχει διαμορφωθεί μια σχετικά σταθερή σχέση εκπροσώπησης ανάμεσα στη Χ.Α. και την εκλογική βάση της, που τα μέλη της τελευταίας φαίνεται να την αντιλαμβάνονται ως τη μόνη πραγματική τιμωρητική ψήφο. Και αυτό γιατί η ποινική δίωξη των στελεχών της Χ.Α. “επιβεβαιώνει” στο μυαλό των ψηφοφόρων της την εικόνα της “αντι-συστημικής” πολιτικής δύναμης που “καταδιώκει” και “φοβάται” το “διεφθαρμένο πολιτικό καθεστώς”. Τέλος, και αυτό είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο απ’ όλα, για ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας –που αντιπροσωπεύεται από το 8-10% της Χ.Α.– η δολοφονία Φύσσα και η δράση της οργάνωσης δεν συνιστούν επαρκείς λόγους για να μεταβάλουν την εκλογική τους προτίμηση. Αυτό φανερώνει ριζικές μεταβολές στην ελληνική πολιτική κουλτούρα ως απότοκο της οικονομικής δυσπραγίας, όπου η ανάγκη ορισμένων ανθρώπων να εκδικηθούν αυτούς που –πράγματι– τους έφεραν στην κατάσταση που βρίσκονται τους οδηγεί στο να απαρνιούνται την ανθρώπινη και την πολιτική τους αξιοπρέπεια».