Γιατί επέλεξες την Αλεξάνδρεια ως αφηγηματικό φόντο στο μυθιστόρημά σου;

Η Αλεξάνδρεια αποτελεί το ιδανικό μυθιστορηματικό περιβάλλον για να συνθέσει κανείς ένα αστικό μυθιστόρημα εποχής, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Από τα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα η πόλη αναδεικνύεται σε μεσογειακό κέντρο κοσμοπολιτισμού, ένα χωνευτήρι λαών και θρησκειών, όπου δεσπόζει το ελληνικό παροικιακό στοιχείο

Μήπως η επιλογή της πόλης έγινε εκ του πονηρού, επειδή οι χαμένες πατρίδες είναι ιδιαιτέρως αρεστές στο κοινό;

Η Αλεξάνδρεια δεν είναι «χαμένη πατρίδα». Είναι απλώς χαμένη υπόθεση ενός διεθνικού πνεύματος που κυριάρχησε στις μητροπόλεις της Ανατολικής Μεσογείου, χάρη στο οποίο συνήχησε αρμονικά για αρκετές δεκαετίες η εθνική και θρησκευτική πολυφωνία των λαών. Είναι, αν θέλεις, ο αντίποδας της σημερινής ψευδο-παγκοσμιοποίησης, που στηρίζεται σε εθνικιστικές υστερίες.

Πώς ερμηνεύεις την απρόσμενη εμπορική επιτυχία του βιβλίου σου; Τι άλλαξες σε σχέση με τα τρία πρώτα μυθιστορήματά σου;

Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε καμία αλλαγή. Υπάρχει μια εξελικτική πορεία, μια ποιοτική ανέλιξη που συντελείται όταν κανείς δουλεύει συστηματικά για την κατάκτηση της τέχνης που υπηρετεί. Αν αυτό αποτυπώθηκε σε αριθμούς, είναι μια ευτυχής συγκυρία. Οι Μέρες Αλεξάνδρειας είναι ένας «μεγάλος κόσμος» με σωρεία γεγονότων και χαρακτήρων κατάλληλα ενορχηστρωμένων, ένα μυθιστόρημα με την κλασική έννοια του όρου, που νομίζω ότι έλειπε από την τρέχουσα λογοτεχνική παραγωγή του τόπου μας.

Πόσο πιστή είναι η αναπαράσταση της ζωής στην Αλεξάνδρεια, από τις αρχές του 20ού αιώνα ως τη δεκαετία του '60;

Δεν θα μπορούσε να γίνει πιστότερη. Το πραγματολογικό υλικό που χρεώνεται στους ήρωες βασίζεται σε γραπτές όσο και προφορικές μαρτυρίες. Εκτός από την πλούσια βιβλιογραφία, έδρασε ένας κύκλος από Αλεξανδρινούς φίλους, με πρώτο από όλους τον Νικήτα Βοστάνη, οι οποίοι μου πρόσφεραν ανεκτίμητες αναμνήσεις από τη γενέθλια πόλη τους.

Η Ιστορία έχει μεγάλο μερίδιο στην εξέλιξη του βιβλίου. Γιατί αφιερώνεις τέτοια έκταση στην εξιστόρηση των γεγονότων;

Η Ιστορία είναι μόνο το αφηγηματικό όχημα, η προοπτική στη μυθιστορηματική μου τοιχογραφία. Στο προσκήνιο βρίσκεται κυρίως η εσωτερική δράση των ηρώων: τα κίνητρα, τα πάθη, οι συγκρούσεις, η δυναμική των ανθρώπινων σχέσεων - ό,τι δηλαδή πρέπει να αναδείξει ο καλός μυθιστοριογράφος. Καταλαβαίνω ωστόσο την απορία σου. Τα γεγονότα αποκτούν με τα χρόνια μια αξιωματική σημασία. Η απλή αναφορά σε αυτά κινητοποιεί την ιστορική μνήμη του αναγνώστη και η εξιστόρησή τους δεν γίνεται στις σελίδες του βιβλίου, αλλά, ασυναίσθητα, στο μυαλό του αναγνώστη.

Πόσο ακριβείς είναι οι εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες που μεταφέρεις στο κείμενό σου;

Αντιλαμβάνεσαι ότι για να αναπλάσει κανείς με ακρίβεια μια τόσο εκτεταμένη περίοδο, πρέπει να ερευνήσει επισταμένως κάθε πτυχή της. Δεν είναι υπερβολή να σου πω ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, για τη συγγραφή μιας και μόνης σελίδας, χρειάστηκε να διαβάσω ένα και δύο βιβλία κάθε φορά. Κινηματογραφικές ταινίες, ντοκιμαντέρ, γαστρονομικές συνήθειες, ρουχισμός, πολιτικά και κοινωνικά ρεύματα ολοκλήρωσαν την άποψή μου για μια εποχή που δεν έζησα.

Μεταφέρεις σωστά τη νοοτροπία των Αλεξανδρινών; Πόσο ανταποκρίνονται οι αντιλήψεις των ηρώων σου στα ήθη της εποχής, σε ό,τι αφορά την απιστία, την ομοφυλοφιλία, τον πληρωμένο έρωτα;

Στο μικρόκοσμο της ανθρώπινης ψυχής δεν μπορούμε να μιλάμε για ήθη και παγιωμένες αντιλήψεις. Επειδή σε αυτό το μυθιστόρημα η δράση μεταφέρεται συχνά από το δρόμο στις ψυχές των ανθρώπων, είναι ανώφελο να αποτυπώσει κανείς απλά τη νοοτροπία μιας εποχής. Η δυναμική των παθών υπερβαίνει τα ήθη των καιρών. Φαινόμενα όπως η απιστία, η ομοφυλοφιλία και ο πληρωμένος έρωτας διερευνώνται χωρίς να λογοκρίνονται.

Οι Αιγύπτιοι στο μυθιστόρημα εμφανίζονται σαν να μην έχουν υπόσταση, ως αόρατοι υπηρέτες, πιστοί υπάλληλοι, πρόθυμες ερωμένες με το αζημίωτο. Υπάρχει μια αφ' υψηλού αντιμετώπιση των γηγενών;

Όχι από μένα πάντως. Είναι αλήθεια ότι οι Ευρωπαίοι πάροικοι περιθωριοποίησαν τους ντόπιους στο όνομα του αποικιοκρατικού πνεύματος, και αυτό, φυσικά, το πλήρωσαν.

Στο βιβλίο παρουσιάζονται όλες οι πολιτικές διαμάχες της εποχής, από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, την άνοδο του ναζισμού ως την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Γ. Παπανδρέου και τις εθνικοποιήσεις του Νάσερ. Γιατί αρκείσαι μόνο στην καταγραφή και δεν παίρνεις πολιτική θέση;

Δεν συμφωνώ με αυτήν τη διαπίστωση. Απλά ως μυθιστοριογράφος είμαι υποχρεωμένος να προβάλω τις θέσεις μου μέσω των βασικών ηρώων, κι αυτό το κάνω πολύ φανερά και ξεκάθαρα. Εξυπακούεται όμως ότι οι πολιτικές διαμάχες είναι διπολικές καταστάσεις και, αν θέλεις να είσαι δίκαιος με την ιστορία, πρέπει να φωτίσεις τις αντιτιθέμενες απόψεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι επαμφοτερίζω.

Γιατί επιλέγεις μια οικογένεια καπνοβιομηχάνων για να αναπτύξεις τη σάγκα σου, τη στιγμή μάλιστα που είσαι φανατικός αντικαπνιστής;

Αναφέρομαι στην εποχή της «αθωότητας του τσιγάρου». Οι βλαβερές συνέπειες του τσιγάρου δεν είχαν ακόμα γίνει ευρέως αντιληπτές. Το τελευταίο πράγμα που θα έκανα θα ήταν να επιχειρήσω μια «αντικαπνιστική εκστρατεία» μέσα από το μυθιστόρημά μου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε ότι το αιγυπτιακό τσιγάρο, δημιούργημα των Ελλήνων καπνοβιομηχάνων της Αιγύπτου, ήταν περιώνυμο σε όλη την Ευρώπη.

Στην οικογένεια Χάραμη όλα τα μέλη έχουν συνήθειες που σχολιάζονται δυσμενώς από την αλεξανδρινή κοινωνία. Πώς γίνεται να παραμένουν στο επίκεντρο της κοσμικής ζωής και να θεωρούνται ευυπόληπτοι;

Εδώ θα μου επιτρέψεις να αντιστρέψω το ερώτημα. Πώς γίνεται πρόσωπα της νεοελληνικής πραγματικότητας να σχολιάζονται δυσμενώς από την κοινωνία μας και όμως να παραμένουν στο επίκεντρο της κοσμικής ζωής και να θεωρούνται ευυπόληπτα; Θεωρώ πως ο Έλληνας αναγνώστης είναι εξοικειωμένος με αυτή την αντίφαση.

Όλοι οι χαρακτήρες του βιβλίου απολαμβάνουν κάποτε την ερωτική ζωή που φαντασιώθηκαν. Κάποια βρίσκει τον ευμεγέθη «αράπη», άλλος τα ανέγγιχτα κοριτσόπουλα, καθένας γενικά έχει αυτό που ποθεί. Η σεξουαλική ευδαιμονία γίνεται το κοινό χαρακτηριστικό όλων. Μήπως αυτό είναι τελικά το κεντρικό θέμα του βιβλίου;

Αναφερόμαστε σε μια πόλη που υμνήθηκε ερωτικά από το μεγαλύτερο Έλληνα ποιητή του εικοστού αιώνα. Ο έρωτας ωστόσο δεν είναι η δεσπόζουσα νότα αυτού του μυθιστορήματος, πόσω μάλλον η ερωτική ευδαιμονία των ηρώων του. Αποτελεί όμως κινητήρια δύναμη του μύθου, μαζί με τον πόλεμο, το εμπόριο, την πολιτική, την αποικιοκρατία και τον εθνικισμό. Είναι φυσικό σε μια πόλη με κοσμοπολίτικο ορίζοντα η ερωτική ζωή των κατοίκων της να παρουσιάζει μια πολυσημία που ενοχλεί την παραδεδεγμένη ηθική. Αν υποθέσουμε ότι ένα έργο υπηρετεί τις προσωπικές απόψεις του δημιουργού του, πράγμα το οποίο δεν ασπάζομαι απόλυτα, οι ηδονές και οι απολαύσεις των ηρώων μου ήταν το τελευταίο πράγμα που είχα στο μυαλό μου όταν έγραφα.