Για τους περισσότερους, το Βυζάντιο είναι μια ατελείωτη σειρά ονομάτων και συρράξεων, μια ένδοξη αλλά νεφελώδης εποχή ή, συνήθως, το σεβάσμιο παρελθόν της νεοελληνικής ορθοδοξίας και της εκκλησίας της. Για έναν επαγγελματία βυζαντινολόγο σαν κι εμένα το Βυζάντιο είναι κάτι πολύ διαφορετικό και πάντως πολύ πιο ευρύ και ποικίλο.

Όταν πριν δεκαοχτώ χρόνια διάβασα ένα από τα «κινέζικα» ιστορικά αστυνομικά μυθιστορήματα του Ρόμπερτ βαν Γκούλικ, αποφάσισα να γράψω κάτι αντίστοιχο για το Βυζάντιο. Πέρασε πολύς καιρός από τότε και, όσο έγραφα την πρώτη περιπέτεια του πρωτοσπαθάριου Λέοντα (Το εβένινο λαούτο, Άγρα 2003), κάνοντας διακοπές στην αυγουστιάτικη Σύμη, ένιωσα πως χρειαζόμουν περισσότερη άνεση για να παρουσιάσω την εποχή στο τέλος της Εικονομαχίας (830-840 μ.Χ.), αλλά και το χαρακτήρα του «ντετέκτιβ» μου. Έτσι σκάρωσα άλλες τέσσερις περιπέτειες, επιλέγοντας το χρόνο, τον τόπο και το βασικό έγκλημα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ότι μπορώ, σαν πάνω σε μια θεατρική σκηνή, να φωτίζω ή να σκοτεινιάζω πρόσωπα και καταστάσεις που συνδέουν υπόγεια τις πέντε «βυζαντινές ιστορίες μυστηρίου».

Ένα σημαντικό συστατικό της πλοκής των βιβλίων είναι η αλλαγή χώρου. Καθεμιά από τις ιστορίες διαδραματίζεται αλλού και σε μέρη μακριά από την Κωνσταντινούπολη. Αλλάζοντας κάθε φορά χώρο και εποχή, οι αναγνώστες μπορούν να γνωρίσουν διαφορετικές πολιτικο-κοινωνικές καταστάσεις και τρόπους διαβίωσης σε μια χώρα όπου οι επιδρομές των Αράβων και των Βουλγάρων είναι σκληρή καθημερινότητα.

Την ιδέα για μια «νησιώτικη» πλοκή μού την έδωσε η Σύμη με τη μικρή της Χώρα και τα υπολείμματα ενός βυζαντινού κάστρου. Αλλά, τελικά, τοποθέτησα την ιστορία στη Σκύρο. Οι λόγοι είναι πολλοί. Η Σκύρος είναι ένα ιδιαίτερα απομονωμένο νησί με αυτόνομη αγροτική και κτηνοτροφική οικονομία. Έχει εμφανή τα υπολείμματα του αρχαιοελληνικού και ρωμαϊκού ειδωλολατρικού κόσμου, έχει μια έντονη βυζαντινή οικιστική παρουσία και μια αρχέγονη λαϊκή παράδοση. Επίσης, στα χρόνια του Λέοντα ήταν τόπος πολιτικής εξορίας. Αυτό το πλαίσιο μου έδωσε τη δυνατότητα να φτιάξω μια ιστορία που παίζει με τη στερεότυπη πλοκή των παλιών αγγλικών μυθιστορημάτων (απομονωμένο μέρος, ένας φόνος, πολλοί ύποπτοι κι ένας πολύπλοκος γρίφος). Οι αναγνώστες έχουν την ευκαιρία στη Μέδουσα από σμάλτο να παρακολουθήσουν με ποιον τρόπο αυτή η πλοκή ανατρέπεται και μετατρέπεται σε κάτι βίαιο, παραβατικό και απειλητικό, στο βαθμό που επηρεάζει βαθιά τον ψυχικό κόσμο του Λέοντα και τις σχέσεις του με τους ανθρώπους που συναντά στο νησί.

Ωστόσο, πέρα από το κεντρικό έγκλημα και τις βαθιές του ρίζες στην κλειστή κοινωνία του νησιού, η Μέδουσα ασχολείται με δυο ακόμη ζητήματα. Το πρώτο είναι η θέση των εικαστικών τεχνών την εποχή της Εικονομαχίας, όταν, δηλαδή, η βυζαντινή κοινωνία βρισκόταν σε μια διαμάχη για το αν είναι δυνατό να απεικονιστούν τα ιερά πρόσωπα και αν η όποια απεικόνιση είναι αληθινή ή ψεύτικη. Ο Λέων συναντά στη Σκύρο δυο πρόσωπα που, έχοντας απορρίψει τις κοινωνικές συμβάσεις, προσπαθούν να βρουν απάντηση σ' αυτά τα ερωτήματα.

Το δεύτερο ζήτημα αφορά την αστρονομία και την πρόβλεψη του μέλλοντος, θέμα που επίσης απασχολούσε έντονα τη βυζαντινή κοινωνία του ένατου αιώνα. Ο Λέων συναντά στο νησί ένα τρίτο πρόσωπο που έρχεται από τη Βαγδάτη και ασχολείται με τη μελέτη των ουράνιων σωμάτων και την αστρολογία. Το πρόσωπο αυτό αναγκάζει τον Λέοντα να ασχοληθεί για άλλη μια φορά με τους Άραβες και τον πολιτισμό τους. Ο ίδιος ο Λέων παίζει μουσική σε ένα λαούτο. Μέσα από τη μουσική καταφέρνει να καταλάβει όχι μόνο τις σκέψεις αυτών των τριών «παραβατικών» προσώπων, αλλά και να αφεθεί να βιώσει τον ερωτικό πόθο, ανοίγοντας την καρδιά του στην οδύνη. Αυτό το άνοιγμα είναι που τον βοηθά να αντιληφθεί όλες τις παραμέτρους του φρικτού εγκλήματος που διαπράχθηκε στη Σκύρο ένα Νοέμβριο του 835. Τώρα, το ποια είναι η Μέδουσα από σμάλτο πρέπει οι αναγνώστες της LifΟ να το ανακαλύψουν μόνοι τους. Εγώ τους εύχομαι καλό καλοκαίρι.