«Πανελλήνιες, αυτή η μάστιγα» λεγόταν το πολυσυζητημένο άρθρο του Θοδωρή Αντωνόπουλου και οι αντιδράσεις πολλές και ενδιαφέρουσες. «Πολύ σωστά όσα γράφεις» σχολίασε η εξωγήινη. «Να προσθέσω και τους απαράδεκτους καθηγητές στο σχολείο, που δεν διανοούνται να παραδώσουν μάθημα αφού "θα τα μάθετε στο φροντιστήριο", οπότε χαβαλές και χαζολόγημα στην τάξη. Και για όσους δεν έχουν λεφτά για φροντιστήριο, δεν μας νοιάζει». Ο Nikosiq, πάντως, διαφώνησε: «Να καταργηθούν οι Πανελλήνιες. Να μπαίνει ο κάθε πικραμένος στα ΑΕΙ, να αποκτά ένα ρημάδι πτυχίο, να νομίζει ότι κατέκτησε το σύμπαν και όταν έρθει η στιγμή που θα ψάξει να βρει δουλειά να προσγειώνεται ανώμαλα. Το άρθρο μού θυμίζει τον ΓΑΠ, που ως υπουργός ήθελε να καταργήσει τις Πανελλήνιες και να εισαγάγει το Εθνικό Απολυτήριο και, βέβαια, όσοι ήταν παιδιά καθηγητών ή είχαν προνομιακές σχέσεις με καθηγητές θα είχαν την είσοδο στα ΑΕΙ στο τσεπάκι. Θα το πω ευθέως: οι Πανελλήνιες είναι μακράν το πιο αδιάβλητο ίσως σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ. Μπορεί να είναι κοπιαστικό, ψυχοφθόρο, όμως στη ζωή, αν δεν μοχθήσεις, δεν αποκτάς τίποτα. Και η απαξίωση των πτυχίων δεν οφείλεται στις Πανελλήνιες αλλά στους υπουργούς που για προεκλογικές σκοπιμότητες τριπλασίασαν τις σχολές κι εφεύραν σχολές που με το πτυχίο που σου δίνουν ούτε για θυρωρός δεν κάνεις». «Θα διαφωνήσω κι εγώ με την κατάργηση των εξετάσεων» τόνισε ο Left Sfak. «Όποιος έχει επαφή με το συγκεκριμένο αντικείμενο, ξέρει ότι το μεγάλο πρόβλημα του ελληνικού σχολείου δεν είναι οι εξετάσεις αλλά το πνεύμα του προγράμματος, της ύλης και των παιδαγωγικών στόχων. Πρώτα πρέπει να λυθούν χρόνια προβλήματα, όπως η επιφανειακή προσέγγιση, η αποσπασματικότητα, ο εθνοκεντρισμός, η υπερβολική ή, καλύτερα, βασανιστική θεωρητικοποίηση (αυτό από λάτρη της θεωρίας), η καλλιέργεια της ευθυνοφοβίας των μαθητών, η απόσταση από την κοινωνία και τις σύγχρονες εξελίξεις (ισχύουν σε όλες τις βαθμίδες). Όταν αντιμετωπιστούν αυτά, όταν το σχολείο δεν θα είναι βασανιστήριο παπαγαλίας αλλά ένας λειτουργικός και δημιουργικός θεσμός, δεν θα είναι και τόσο πρόβλημα να υποβάλλονται τα παιδιά σε εισαγωγικές εξετάσεις, που έχουν αποδειχτεί και διαχρονικά αδιάβλητες».


Ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος έγραψε στο εντιτόριάλ του για την ακατάσχετη φλυαρία του πολιτικού κόσμου και την προθυμία των δημοσιογράφων να τους ακούνε... «Η αλήθεια είναι πως τα άλλα κράτη πάνε μπροστά γιατί έχουν και καλή δημοσιογραφία» παρατήρησε ο Zante. «Δηλαδή εκπαιδεύουν χρόνια τώρα τους πολίτες στην υπέρτατη ιδέα ότι είναι πραγματικά πολίτες και όχι ραγιάδες, ότι ανήκουν σε ένα μεγάλο κοινωνικό σύνολο και ότι όταν πράττει ο ένας απερίσκεπτα/ασύστολα/αντικοινωνικά, θα την πληρώσει και ο διπλανός του, αν δεν παταχθεί με την αυστηρότητα που αρμόζει. Υπάρχει μια ιταλική εκπομπή που ονομάζεται "Report" και νομίζω ότι μεταδίδεται κάθε Κυριακή από τη Rai 3. Μια δημοσιογράφος που δεν την πιάνει το μάτι σου ανακαλύπτει, ψάχνει, φανερώνει, καταγγέλλει όλα τα σκάνδαλα, κυρίως τα οικονομικά –φυσικά μαζί με ένα εξαίρετο επιτελείο–, μην αφήνοντας σε χλωρό κλαδί κανέναν μεγαλόσχημο, κυνηγώντας τους στις σκάλες, στις ερωτικές φωλίτσες τους, στα υπερπολυτελή γραφεία τους, στις πισίνες τους και πάει λέγοντας. Έχετε δει κάτι παρόμοιο στην Ελλάδα; Πιστεύω ακράδαντα ότι αν είχαμε τόσο υψηλού επιπέδου δημοσιογραφία, δεν θα φτάναμε στην κατάσταση που έχουμε φτάσει σήμερα».


Για την πυρκαγιά στο Ρέμα Χαλανδρίου έγραψε ο Δημήτρης Ρηγόπουλος στη στήλη του την περασμένη εβδομάδα και τη γνωστή αναλγησία του κράτους... Ο Δον Ιδιώτης σχολίασε: «Στην Ελλάδα δεν πάσχουμε από νόμους αλλά από την εφαρμογή τους. Τι να κάνεις την αυστηρή νομοθεσία όταν το κράτος, όποτε χρειάζεται λεφτά, τραβάει κι έναν νόμο "νομιμοποίησης" αυθαιρέτων. Και βέβαια, για να μην τα ρίχνουμε όλα στο κράτος, μεγάλη ευθύνη έχουν και οι πολίτες, που αποκτούν περιβαλλοντική συνείδηση όποτε αυτό είναι συμβατό με τα μικροσυμφέροντά τους». Από την άλλη, όμως, ο Renton έγραψε: «Αχ, μωρέ, φτάνει πια με αυτά τα "στην Ελλάδα δεν, στην Ευρώπη καμία σχέση" και άλλα τέτοια ματαιόδοξα και συμπλεγματικά. Η Αθήνα προφανώς έχει τη ρυμοτομία που της επέβαλε η κοινωνικο-οικονομική και πολιτική ιστορία της, είτε αυτό λεγόταν πρόσφυγες και στέγασή τους, είτε Κατοχή και Δεκεμβριανά, είτε ταχεία ανοικοδόμηση μετεμφυλιακά, είτε αντιπαροχή, είτε ανάγκη απάλειψης των παραγκουπόλεων (για πολλούς και διάφορους λόγους, και πολιτικούς και οικονομικούς), είτε ατολμία και απροθυμία της ελληνικής αστικής τάξης να επενδύσει σε κάποιον παραγωγικό τομέα με ταυτόχρονη εμμονή στη σιγουριά του κατασκευαστικού κλάδου. Πρέπει κάποιος να ασχοληθεί σοβαρά με τους όρους βελτίωσης, αλλά αυτή η αιώνια διαμαρτυρία "αχ, Θεέ μου, πού με έφερες να ζήσω" και η νοοτροπία ότι τα κακώς κείμενα απορρέουν από το ότι "δεν είμαστε Ευρωπαίοι, είμαστε λαμόγια και απολίτιστοι" είναι αντιλήψεις μιας ματαιόδοξης, ελιτίστικης και ανυπόφορα ανόητης μειονότητας».