Τέλη Μαΐου κι ενώ τον ενήλικο πληθυσμό της ταλαίπωρης αυτής χώρας απασχολεί το αν και με ποιους όρους θα υπάρξει, εν τέλει, συμφωνία με τους δανειστές, ώστε να πορευτεί αναλόγως, η μαθητιώσα νεολαία δίνει τον δικό της «νυν υπέρ πάντων» αγώνα με «έπαθλο» βαρύτιμο, μια θέση στον ήλιο των ΑΕΙ. Ένας ψεύτης ήλιος, εν πολλοίς, αφού ακόμα κι αν το ποθούμενο επιτευχθεί, κανείς δεν εγγυάται ότι θα έχει κάποιο αντίκρισμα στην αγορά εργασίας.


Είναι κιόλας μια ιδιαίτερη γενιά αυτή. Είναι η πρώτη μεταπολιτευτικά που ενηλικιώθηκε σε περιβάλλον βαθιάς κρίσης, που είδε τα σχολεία της να υποβαθμίζονται καθημερινά, που σε μεγάλο βαθμό δεν διέθετε καν κάποιες αυτονόητες παλιότερα παροχές, ανέσεις κι ευκολίες. Είδε, αντίθετα, τον ένα ή και τους δύο γονείς στην ανεργία ή στο σκότωμα για ένα κομμάτι ψωμί, τα μεγαλύτερα αδέρφια να βιώνουν αφασία, εκμετάλλευση, αβεβαιότητα ή να ξενιτεύονται μήπως την παλέψουν καλύτερα. Γνωρίζει ότι ακόμα κι αν αριστεύσει, θα είναι δύσκολο να διαπρέψει στη σημερινή Ελλάδα. Κι από κοντά, οι πιο «αλαφροΐσκιωτοι» γονείς και συμμαθητές να καταφεύγουν στις γονυκλισίες και τα καθαγιασμένα Bic της Santa Barbara.

 

Ακόμα μεγαλύτερο ζητούμενο είναι, βέβαια, το κοινωνικό και εργασιακό περιβάλλον που θα αντιμετωπίσουν οι επιτυχόντες. Το δηλητήριο ήδη το γνωρίζουν καλά, μένει να εφεύρουν το αντίδοτο.


Λογιών «γούρια», φυλαχτά, σταυροκοπήματα και προσευχές παίζανε βέβαια και στα δικά μας, κατά τεκμήριο πολύ πιο ανέμελα χρόνια. Κι αν σπανίζανε οι πολυβιταμινούχες «ντόπες», υπήρχε πάντα η φραπεδιά. Η κρίση ήταν ακόμα επιστημονική φαντασία, όμως ήδη καλλιεργούνταν η εμμονή ότι απαξάπαντες έπρεπε να διαθέτουμε ένα «χαρτί» ΑΕΙ –αν όχι περισσότερα– και ότι όλη αυτή η υπερπαραγωγή πτυχιούχων ήταν περίπου εθνικό καθήκον. Ασχέτως του ότι δήλωνες π.χ. Φιλοσοφική και κατέληγες, βάσει μονάδων, Ποιμαντικό. Όσο για την (πρακτικά συχνά πιο χρήσιμη κιόλας) τεχνική εκπαίδευση, ήδη στα χρόνια των «παχιών αγελάδων» θεωρούνταν ανάρμοστη για αστόπαιδα, αφότου, δε, σκάσανε οι πρώτοι μετανάστες, που αναλάμβαναν συνήθως τεχνικές εργασίες, υποβαθμίστηκε περισσότερο. Γυρίσανε, βέβαια, οι καιροί – αρκετοί υποψήφιοι ΑΕΙ, γόνοι εκείνων των μεταναστών, διαγωνίζονται με την επιπλέον ελπίδα της απόκτησης ιθαγένειας που εξήγγειλε η κυβέρνηση, η οποία έχει επίσης υποσχεθεί ότι του χρόνου θα καταργήσει τις Πανελλήνιες. Είθε, γιατί γκώσαμε πια με τη στείρα παπαγαλία, τον άγριο ανταγωνισμό ως αυτοσκοπό, το χρόνιο «στίγμα» μιας πιθανής αποτυχίας, την οικονομική αφαίμαξη των φροντιστηρίων ήδη από το δημοτικό και τις αμέτρητες εργατοώρες που σπαταλιούνται όχι στην πραγματική παιδεία αλλά σε έναν «πρωταθλητισμό» που κρίνεται κυριολεκτικά στον πόντο. Γιατί, κακά τα ψέματα, μορφωθήκαμε περισσότερο και καλύτερα εκτός σχολείου, παρά όσο σπουδάζαμε.

 

Με θυμάμαι κι εμένα μια ζωή να δίνω εξετάσεις. Σε βαθμό σιχασιάς. Ήταν, βλέπεις, και η γενιά μου «ματιασμένη»: γραπτές εξετάσεις σε Ε' και Στ' Δημοτικού, εισαγωγικές στο Γυμνάσιο (όπου δίναμε, επιπλέον, κάθε τετράμηνο), έπειτα στο Λύκειο, ύστερα στο Πανεπιστήμιο. Κάθε Μάιο και Ιούνιο η ίδια ιστορία: πίεση μεγατόνων, άγχος διαρκείας, ατέλειωτες ώρες διαβασμάτων και τα πανταχού παρόντα φροντιστήρια –άλλη μια άθλια ελληνική «ιδιαιτερότητα»– να θησαυρίζουν από το υστέρημα των γονιών, που εκλάμβαναν ως προσωπικό στοίχημα την επιτυχία σου. Και η οικογένεια να το φέρει βαρέως που ένας φέρελπις γιος εκπαιδευτικού δεν κατάφερε για λίγες, έστω, μονάδες να περάσει σε κάποιο πρότυπο, δημιουργώντας μου και το σχετικό κόμπλεξ (όποτε ο λόγος για αξιοκρατία, θυμάμαι εκείνο τον στριμμένο γερο-φιλόλογο που επέμενε να με βαθμολογεί σε Έκθεση, Αρχαία και Νέα Ελληνικά με 13άρια κι ας βιοπορίζομαι σήμερα ακριβώς επειδή «το 'χα» σε τέτοια μαθήματα – μετρούσαν βλέπεις τότε στις εισαγωγικές των ΑΕΙ οι βαθμοί Β' και Γ' Λυκείου). Παρατηρώντας, βέβαια, αργότερα τη νοοτροπία και το τουπέ που αποκτούσαν τα προνομιούχα εκείνα «κολεγιόπαιδα», μάλλον στράβωνα παρά ζήλευα!


Πολύς λόγος κι αντίλογος γίνεται για τις αλλαγές Μπαλτά στην παιδεία, ανάμεσά τους η κατάργηση των Πανελληνίων. Διαβάζω διάπυρους λόγους υπέρ της διατήρησης της αριστείας κι ενάντια στον «εξισωτισμό». Ειδικός δεν είμαι να κρίνω και θα συμφωνήσω ότι ο εξισωτισμός λειτουργεί θετικά μόνο προς τα πάνω. Είναι όμως φανερό ότι ο μέχρι τώρα τρόπος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει χρεοκοπήσει, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Αναζητούνται εναλλακτικές που να εξασφαλίζουν καταρχάς ισότητα ευκαιριών. Η ριζική αναβάθμιση της παιδείας, η επαναφορά της ενισχυτικής διδασκαλίας στο σχολείο, η «επιστροφή» της επαγγελματικής εκπαίδευσης, ο εξανθρωπισμός της εξεταστέας ύλης, ο εκσυγχρονισμός της ίδιας της εξεταστικής διαδικασίας είναι τα ζητούμενα. Για να μην πηγαίνει στράφι τόσος μόχθος στην ωραιότερη ηλικία, για να μη βγάζουν τον καρκίνο κι εκείνοι οι έρμοι οι γονείς. Ακόμα μεγαλύτερο ζητούμενο είναι, βέβαια, το κοινωνικό και εργασιακό περιβάλλον που θα αντιμετωπίσουν οι επιτυχόντες. Το δηλητήριο ήδη το γνωρίζουν καλά, μένει να εφεύρουν το αντίδοτο.