Δημήτρης Καλοκύρης
Δημήτρης Καλοκύρης

 

1.

Πέραν του μεταμοντέρνου. Η γύρω χαοτική κατάσταση, οι ιλιγγιώδεις ταχύτητες, η διαφανής μεμβράνη science fiction που απλώνεται σε ό,τι πράττουμε αλλά, την ίδια ώρα, πράττουμε και σκεφτόμαστε και βαδίζουμε και ονειρευόμαστε και σε ένα προβιομηχανικό μπέρδεμα, όλα όσα ανασαίνουμε και ακούμε και βλέπουμε, ενίοτε μας ωθούν σε παλιές στιγμές και φόρμες, ώστε να μη χανόμαστε στο ακατάτακτο άγνωστο που βουίζει και τρέχει αστραπιαία εδώ κι εκεί. Οι ποιητές ξέρουν από εκδρομές στο παρελθόν, από ανασκαφές, από ένα βήμα μπρος δύο βήματα πίσω, από αναδιπλώσεις. Αφήνουν ενίοτε τη συγκίνηση στο ράφι και πιάνουν να σκαρφίζονται κόλπα, φτιάχνουν κατασκευές περίτεχνες, μπαινοβγαίνουν στο άσυλο της γλώσσας για να θυμηθούν και να μας θυμίσουν ότι ζούμε σε χαοτικούς χρόνους και χώρους. Πάνε πιο πέρα κι από το post modern, πιο πέρα από το μεταμοντέρνο και συναντάνε ξανά εκείνα τα παλιά που τους ανάστησαν, γυρίζουν στο προ-μεταμοντέρνο, στο καπηλειό όπου ήπιαν την πρώτη τους ρετσίνα μαλαματίνα, χρόνια προτού το ρίξουν στο ντράι μαρτίνι και στα καϊπιρίνια. Δημήτρης Καλοκύρης, Γιάννης Ζέρβας, Θανάσης Τριαρίδης, στοχάζονται και παίζουν, θυμούνται και επινοούν, ελίσσονται και συναρμολογούν. Τους κάνει παρέα στο δημιουργικό τους γλέντι ο Ko Un, που του κάνει παρέα ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ.


2.

Η Γραφή. «Συνοπτικά, η λογοτεχνία αντιλαμβάνεται το Νόημα σαν μια υδρόγειο σφαίρα, την οποία σουτάρει ο Χρόνος προς τα δίχτυα της μνήμης. Τα χρέη του τερματοφύλακα πληρώνει ο καθρέφτης». Δείγμα (και δήγμα) γραφής (και ραφής) από το πολυπρισματικό βιβλίο Ισαύρων (εκδ. Άγρα) που συνθέτει ο πολυπράγμων Δημήτρης Καλοκύρης που ως γνωστόν ανακάλυψε την Ομηρική και βιογράφησε τον ωκεανολόγο, εξερευνητή, χαρτοπαίκτη, σαγματοποιό και ποιητή Ιωάννη Ανδρέα Ζεμενό. Ο Καλοκύρης μάς κολάζει με λεκτικά κολάζ, μας εμπαίζει πολύ στα σοβαρά, μειδιώντας καθώς παίζει τη Λογοτεχνία στα δάχτυλα. Αλλά όχι μόνο τη Λογοτεχνία: και την Ιστορία, και την Πολιτική, και τη Γεωγραφία. Σκαρώνει παροιμίες που πίσω από τα γέλια/ γέλια/ γέλια (όποιος έχει τα γέλια έχει και την έννοια) λένε όσα δεν στέργουν να συνοψίσουν ακόμα και σπουδαίοι ιστορικοί και κοινωνιολόγοι.


3.

Μπόκα. «Στης οθόνης τον ύπνο / κατεβάζω αλλόκοτα όνειρα:/ Είμαστε κάπου Βικτωρίας, Μάρνη / Φωκίωνος Νέγρη/ πλήθος από ποικίλα έθνη / –Κινέζοι, Ινδιάνοι, νέγροι– / και διακρίνω με κατάλευκο κοστούμι / τον Δενέγρη / στις ομπρέλες ενός θερινού καφενείου / να πίνει παγωμένο ρούμι:/ Ιδρώτας, ζέστη, πυρωμένο μεσημέρι του εβδομήντα / χρυσόμυγες στο ψάθινο καπέλο / δεμένες με λεπτές κλωστές / να του δροσίζουν σβουρίζοντας το πρόσωπο./ Πλησιάζω. Δίπλα του ένα κορίτσι./ (Κάτι κηλίδες αμυδρές στο στέρνο της / σχημάτιζαν τον αστερισμό του Οφιούχου.)/ "Τι είναι η Μπόκα;", μου λέει, "Νύχτα που χορεύει το Μπουένος Άιρες"./ Στέλνω ανταποκρίσεις από το φωτεινό της μέτωπο για ν'αδειάζει το κεφάλι μου από τις λέξεις./ Η ποίηση συντελείται με μασημένα μισόλογα./ Ξύπνησα από τον κόκορα που ξημέρωνε / στις φωνές των θεμελίων».


4.

Φαγιούμ. Καμιά φορά, λέω είναι χάρτης η λογοτεχνία, χαρτογράφηση του χάους, λησμονημένη τοπιογραφία σε fast forward, το μεγάλο μας γλέντι, το ξεφάντωμα, μπας και ξεγελάσουμε τον χάρο τον καμπούρη, τον παλιομασκαρά, το κνώδαλο. Άλλες φορές, ψύχραιμα, επιμένω ότι είναι η ζαβολάρια αδελφή της φιλοσοφίας η λογοτεχνία, το αλάνι, το αγοροκόριτσο. Χρόνια τώρα σκέφτομαι ότι κάμποσες ώρες την ημέρα αντικρίζω και μελετάω τη λογοτεχνία σαν φαγιούμ – πότε εγώ να είμαι το φαγιούμ και πότε η λογοτεχνία. Ο Καλοκύρης παίζει/λέει στο ποίημα (;) «Φαγιούμ»: «Ήπιαμε νερό στο όνομα κάποιων ηλιθίων, ήπιαμε αίματα στο όνομα του έθνους, ήπιαμε ολόκληρο τον Βόσπορο με τα Πριγκηποννήσια, ήπιαμε μαύρα φάρμακα και σκοτεινά φαρμάκια (κι επίσης ήπιαμε, πολλές φορές, για να πάνε κάτω αυτά ακριβώς τα φαρμάκια)».


5.

Ο χρόνος είναι κρίμα. Όλο να τα βάζουμε με το χρόνο – κάνουμε και τίποτ' άλλο εμείς οι συγγραφείς κι οι ποιητές και όσοι φιλόσοφοι γέρνουν προς τη μεριά του Σοπενχάουερ και του Σιοράν; Κι ο Καλοκύρης τα βάζει με τη ροή την αδυσώπητη του χρόνου, με των δευτερολέπτων το άτεγκτο κύλισμα, και ρίχνει τον αγώνα του χιούμορ τον αγκώνα. Ξέρει να πενθεί. Το είδαμε με τον Δενέγρη. Το ακούμε στους «Κριτές», αυτό το προσκλητήριο ψυχών, θα το διαβάσουμε τώρα στο ποίημα «Νάσος Θεοφίλου»: «Εμείς, το πλήρωμα του "Χρόνου"/ – ένα ερείπιο φορτηγό ανοιχτής θαλάσσης / φορτωμένοι σαπούνι και όσπρια / περιπλέαμε, με την πρύμνη στην όστρια,/ της Εφταλούς, ξημερώνοντας, τον κάβο / να χυθεί κατακόκκινο περιμένοντας το φεγγάρι / στο μαξιλάρι της καταδυομένης Αφροδίτης».

 

radiobookspotting.blogspot.gr/