Κάθε σπίτι και κεραία, κάθε χέρι και τηλεκοντρόλ. Τέρμα τα ψέματα. Ανά την επικράτεια, η «πληροφορία» πια μοιράζεται κατ' οίκον με το δελτίο, καθημερινά και καθεβραδυνά. Μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη «ισότητα», ικανοποιητικότερη αναδιανομή του τηλεοπτικού εισοδήματος; Όπως και να το δούμε, η οθόνη επέφερε τη λαοπόθητη ισονομία: ό,τι έχει το τηλεοπτικό πιάτο του προύχοντα έχει και του τελευταίου κοινολαΐτη. Αρκεί να σκεφτούμε τι θα γινόταν αν η τηλεοπτική συσκευή αποτελούσε ταξικό προνόμιο, για να συνειδητοποιήσουμε ότι η οθόνη υπερκέρασε θριαμβευτικά και τη φτηνή, κοινόκτητη εφημερίδα. Αγγλικές, γαλλικές, κινέζικες εφημερίδες είναι δυσπρόσιτες - αντίθετα η τιβί χαρίζει μεταγλωττισμένες «όλες» τις πληροφορίες.

Με ένα πιάτο στην ταράτσα βρίσκεις την οικουμένη στο «πιάτο» σου. Βέβαια, λίγο μυαλό να έχει κανείς, αρχίζει να νιώθει σκοτεινές υποψίες στη σκέψη ότι τόσο δίκαιη διαίρεση δεν μπορεί να έχει αγαθά κίνητρα. Αν φανταστούμε ότι επί χρόνια, επί δεκαετίες, τα εκατομμύρια των Ελλήνων παίρνουν τη γνωστή στάση, κλείνονται στο σπίτι τους και βλέπουν ακριβώς τα ίδια πράγματα, ακούνε τις ίδιες ειδήσεις, παρακολουθούν τις ίδιες δημόσιες συζητήσεις, απολαμβάνουν ή δυσαρεστούνται με τα ίδια σαθρά θεάματα, γελούν με τα ίδια αστεία, ενδέχεται να συνειδητοποιήσουμε ότι η διαβουκόληση του πληθυσμού κατέχει τρομερό εργαλείο. Πρωτοφανές στην Ιστορία. Μάλιστα, είναι σατανικό επειδή είναι απελπιστικά απλό. Και τυπικά απολύτως προαιρετικό.

Εδώ δικαιολογημένα ακούγεται το σαρκαστικό γέλιο: τώρα το καταλάβατε; Όπως η δισκογραφία και η σιντιγραφία έκλεψαν το τραγούδι από το στόμα του κόσμου και τον κατέστησε αυτόχρημα ακροατή, η τηλοψία θρονιάστηκε με το έτσι θέλω στον ιδιωτικό βίο και τον άλωσε γυροσκοπικά. Με μια διαφορά· οι εκπομπές θέλουν να εμφανίζονται προ-τηλεοπτικές, πασχίζουν να διατηρήσουν την παλαιά εικόνα των ηθών. Ξεχασμένες κοινότητες, γραφικά τοπία, φυλές της ερήμου, πανάρχαιες συνήθειες παρελαύνουν καθημερινά. Όπερ σημαίνει ότι το μέσο δεν πρέπει να επιδεικνύει το μοντέρνο, ηλεκτρονικό εαυτό του. Ο θεατής πρέπει να σκλαβώνεται στην οθόνη, αλλά αυτόματα να τη λησμονεί προς όφελος του θεάματος, δηλαδή του εαυτού του.

Η στρατηγική είναι γνωστή. Φέρτε το σύμπαν μέσα στο σπίτι και βοηθήστε την οικογένεια να ξεχάσει το μεταφορέα. Αυτό που μετράει είναι η φυσική αίσθηση, να μη χάσει ποτέ ο θεατής την ευεργετική αυταπάτη ότι τίποτα δεν άλλαξε· και πράγματι, τίποτα δεν έχει αλλάξει... Βλέπει τις ταινίες που έβλεπε. Ακούει τους γνωστούς του τραγουδιστές. Παρακολουθεί το ίδιο ποδόσφαιρο. Τα ίδια εγκλήματα. Τις ίδιες πυρκαγιές και πλημμύρες. Τους ίδιους πολιτικούς, παπάδες, γελωτοποιούς και τεχνοκράτες. Ο τρόπος άλλαξε, αλλά η «πραγματικότητα» μένει η ίδια.

Η επιβεβαίωση μάλιστα έρχεται όταν διά πάντων των χειλέων επιβεβαιώνεται ότι όλα γίνονται για το λαό· ο λαός έχει νου και κρίση, ο λαός εκλέγει τους αντιπροσώπους του, ο λαός έχει στέρεα ήθη και ισχυρή μνήμη. Μάλιστα, μπορεί να μετέχει σε συλλαλητήρια διά της οθόνης, να εκκλησιάζεται με το τηλεκοντρόλ στο χέρι, να διασκεδάζει τζάμπα στα τηλε-σκυλάδικα. Είναι μήπως τυχαίο ότι τα αγαπημένα τηλεοπτικά «παιδιά» του κοσμάκη έχουν μάθει το ποίημα της λαϊκότητας και το απαγγέλλουν σε όλους τους τόνους; Τι πιο ηδονικό από το να μιλάνε «άμεσα» σε σένα, μάτια με μάτια, πρόσωπο προς πρόσωπο και να σου λένε τα πράγματα -τι άλλο;- με το όνομά τους;

Πρωινάδικα, μεσημεράδικα, βραδυνάδικα, παρουσιάζουν το ίδιο ρητορικό κούρδισμα. Πουρνό πουρνό έχουμε τους θρασύστομους αποστόλους της αλήθειας που δεν μασάνε τα λόγια τους, που αναμένουν τα τηλεφωνήματα των τηλεθεατών - από ποια πόλη τηλεφωνείτε;- για να τσεκάρουν -τι άλλο;- την τηλεθέαση του σταθμού. Φροντίζουν όλοι να δείχνουν αντισυμβατικά άτομα, λαϊκά ως το κόκαλο, αβόλευτα λόγω ήθους, έτοιμα να σαλτάρουν από την οθόνη και να σπεύσουν σε βοήθεια του συνανθρώπου τους, γραφικά, άρα αξιαγάπητα, με τις παραξενιές τους και τα λογής λογής κατορθώματά τους. Λίγο μετά ακολουθούν οι εκπομπές για τις νοικοκυρές όπου το φαγητό που μαγειρεύεται (στην οθόνη αλλά και στο σπίτι της τηλεθεάτριας) περιβάλλεται από γοητευτικές παρουσίες, τρανταχτά ονόματα - πού να βρεις καλύτερη και τσάμπα συντροφιά;

Στα μεσημεράδικα ο προβολέας αλλάζει θέση. Έχουμε πια την επιτροπή ηθών, η οποία αναλύει τις δυστυχίες του κόσμου και παρέχει συμβουλές. Τι έλεγαν παλιά; Κάθε πόρτα το καρφί της, ήτοι: τα εν οίκω μη εν δήμω. Πότε ο ντόπιος πολίτης άλλαξε τόσο πολύ ώστε να εξομολογείται στο πανελλήνιο έστω και κρυμμένος πίσω από το βαπτιστικό του όνομα; Το δόλωμα κάνει καλά τη δουλειά του· το γυαλί δεν είναι τίποτα, είμαστε όλοι το ίδιο, εσείς πρωταγωνιστείτε, εμείς απλώς απαντάμε. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο τηλεπαρουσιαστής κατορθώνει να πείθει το κοινό ότι αυτό εκπέμπει και εκείνος είναι ο θεατής. Πιο σωστά, ο περιφρονημένος υπάλληλος.

Ο θρίαμβος πάντως της λαϊκότητας σημειώνεται σε εκπομπές σαν το Αλ Τσαντίρι, όπου γύρω από το πλατό έχουμε κανονική κερκίδα. Τι άλλο θέλετε; Μια παρέα είμαστε - ελάτε όλοι οι τηλεκοντρολίστες. Αλλού μαίνεται η διαβουκόληση, οι λαοκατάρατοι, οι δημοκόλακες· αντίθετα εδώ πνέει αντιτηλεοπτικό και φιλολαϊκό αεράκι. Τίποτα δεν άλλαξε, η παλιά παρέα κρατάει, ο λογοτιμήτης μέσα μας αντέχει. Όσο για το γυαλί, δεν είναι τίποτα, «Κυρία μου», απλώς πλάτυνε το θέατρο. Όποιος βγαίνει στο γυαλί ψάχνει για πελάτες; Μα εμείς πότε σας ψάξαμε; Εσείς μας ψάχνετε. Η οθόνη τρέφεται και μακροημερεύει από την έκδηλη συνενοχή τηλανθρώπων και τηλεκοντρολιστών. Τόσο πριονίδι, τόσος κετσές και πίτουρα δεν γίνεται να οφείλονται σε ερημοδικία. Η αντιμωλία είναι προφανής και ενδημική.