Κατεβαίνω τη Σταδίου μέσα στο λιοπύρι και λυπάμαι / από την Κλαυθμώνος και κάτω δεν υπάρχει πόλη / ερημιά, ζόφος και μια αίσθηση βρόμας / χωρίς να μυρίζει / τέτοιες ώρες συνειδητοποιώ κάτι που είναι αλήθεια εδώ και χρόνια πια / από τις τέσσερις μεγάλες φέτες, που είναι το «επίσημο» κέντρο της Αθήνας, έχουμε χάσει τη δεύτερη / το Κολωνάκι μαζί με το Σύνταγμα επιβιώνουν παρά την οπισθοχώρηση της πλατείας, μετά το γενικό ξεχαρβάλωμα τα δύο τελευταία χρόνια / η δεύτερη φέτα, που περιλαμβάνει τους τρεις μεγάλους μας δρόμους, Σταδίου, Πανεπιστημίου και

Ακαδημίας, ψυχορραγεί / ένας κλινικά νεκρός που χωρίζει την πόλη στα δύο / η τρίτη φέτα, με την περιοχή κάτω από το Σύνταγμα, τις πλατείες Καρύτση και Αγίας Ειρήνης, το Μοναστηράκι, του Ψυρρή και το Θησείο, είναι λίγο σαν το «λούνα παρκ» της πόλης, αυτό που παραπλανά τους ξένους ανταποκριτές που καταφθάνουν στην Αθήνα, αναζητώντας λίγο «αίμα» / δηλαδή, δυστυχία, αστέγους, επεισόδια ύστερα από απεργίες / και απογοητεύονται βλέποντας ξέγνοιαστους Αθηναίους να πίνουν τον τρίτο φραπέ της ημέρας σε κάποιο καφέ της Αδριανού ή της Αποστόλου Παύλου / θυμάμαι τον Ζοάο, έναν Πορτογάλο συνάδελφο που ήταν εδώ λίγο πριν από τις εκλογές και με ρωτούσε κάπως εκνευρισμένος γιατί οι τιμές είναι ακόμα τόσο υψηλές («στη Λισαβόνα μια μπίρα έχει 1,5 ευρώ») και πώς ο κόσμος καταφέρνει να βγαίνει τόσο συχνά / δυστυχώς, δεν είχαν πιάσει ακόμα οι χοντρές ζέστες για να τα ρίξω στον καιρό / όσο για την τέταρτη φέτα, αυτή δεν καταλαβαίνει τίποτα / η Πλάκα θα είναι πάντα η Πλάκα, ενώ σχετικά ανεπηρέαστη από τη γενική αποδιοργάνωση παραμένει η Διονυσίου Αρεοπαγίτου / εν τω μεταξύ, άνοιξε ξανά το τουριστικό info point στην αρχή του πεζόδρομου / μυρίζομαι οικονομικά στριμώγματα που το κράτησαν κλειστό ολόκληρο τον χειμώνα / ξαναπέρασα από τον πεζόδρομο της οδού Μασσαλίας / η κατάσταση έχει σουλουπωθεί, αλλά κανείς δεν θα χαρακτήριζε τον χώρο «φιλόξενο» / υπάρχει η ειρηνική κατάληψη από 3-4 αστέγους με όλο το βιος τους μαζεμένο σε μεγάλους μπόγους / εδώ το κράτος έχει χάσει άλλη μια «μάχη» / όχι, φυσικά, από τους απελπισμένους ανθρώπους που κοιμούνται στα παγκάκια, αλλά γιατί είναι ανίκανο να υπερασπιστεί τους δημόσιους χώρους της πόλης με έναν τρόπο αξιοπρεπή και για τους μεν (τους πολίτες που πλήρωσαν με τους φόρους τους έναν πεζόδρομο που δεν μπορούν να απολαύσουν) και για τους δε (τους αστέγους) / πιο κάτω, στο τέλος του πεζόδρομου, ανάμεσα σε Ακαδημία και Πανεπιστήμιο Αθηνών, ένας κύριος με ρεπούμπλικα αγοράζει από τον μανάβη φρέσκα φρούτα / κρυφακούω τον πολιτισμένο τους διάλογο και για μια στιγμή νομίζω ότι έχω διακτινιστεί στο 1950 / είναι και οι δύο τόσο ευγενικοί και μιλάνε ωραία ο ένας στον άλλο, δεν γκρινιάζουν, δεν βαρυγκομάνε και μιλάνε σαν άνθρωποι, που μου έρχεται να πάω να τους φιλήσω / τους ρωτάω κάτι και μου απαντάνε και οι δύο με ένα τεράστιο χαμόγελο / «σας αγαπώ», λέω από μέσα μου / πριν κάνω δυο βήματα η χαρά μου έχει εξατμιστεί / ο μεγάλος τοίχος του κτιρίου της Ακαδημίας πιο μπάχαλο από ποτέ / συνθήματα δίπλα σε άλλα συνθήματα κι ένα κανονικό γκράφιτι στην άκρη / δεν στενοχωριέμαι πια / τουλάχιστον, δεν το παίρνω κατάκαρδα, όπως παλιότερα / επιστρατεύω παλιά τσιτάτα για «κοινωνικές συνθήκες» και «δεν περάσαμε εμείς Διαφωτισμό» και σκέφτομαι ότι κάποια μέρα όλα αυτά θα τα έχουμε αφήσει πίσω μας, πολύ πίσω μας.