Ο Αθανάσιος Κίρχερ, ιησουίτης ιερέας και λόγιος (με τη σφραγίδα του έσχατου εκπροσώπου της Αναγέννησης), γεννήθηκε το 1601 στην Γκάιζα του Αβαείου της Φούλντα (Θουριγγία) κι ετελεύτησε το 1680 στη Ρώμη. Ως καλός ιησουίτης διδάχτηκε την ελληνική και την εβραϊκή γλώσσα, ακολούθησε επιστημονικές και ανθρωπιστικές σπουδές στην Κολωνία και το 1628 χειροτονήθηκε στο Μάιντς. Ο Τριακονταετής Πόλεμος τον εξανάγκασε να εγκαταλείψει τη Γερμανία για να βρεί καταφύγιο στη Ρώμη, η οποία αποτελούσε κέντρο σπουδών και πνευματικού πολιτισμού και συνάμα αρχείο γνώσεων που συσσωρεύονταν από τα δίκτυα των ιησουιτών ιεραποστόλων. Ο Κίρχερ είχε ευρύ πεδίο ερεύνης (γεωγραφία, αστρονομία, μαθηματικά, γλώσσες, ιατρική και μουσική) το οποίο συντηρούσε και μια μυστικιστική θεώρηση της φύσης και των απόκρυφων δυνάμεων. Για παράδειγμα, δεν δίστασε να κατέλθει με σχοινιά στον κρατήρα του Βεζούβιου για να κάνει επιτόπια έρευνα μετά απο κάποια έκρηξη. Οι ιστορικοί της σκέψης δεν του αποδίδουν καμιά πρωτότυπη ανακάλυψη. Πλην όμως η θέση του στην ιστορία του πνεύματος σχετίζεται με το καταγραφικό του έργο. Συνέγραψε 44 βιβλία και 2.000 χειρόγραφα και επιστολές του. Επίσης, ίδρυσε μια από τις πρώτες συλλογές φυσικής ιστορίας.

Ως εδώ μιλούν οι εγκυκλοπαίδειες. Του λοιπού, ο λόγος δίνεται στον Ζαν-Μαρί Μπλας ντε Ρομπλές, σύγχρονό μας, γεννημένος το ’54 και σπουδασμένος στη Σορβόννη. Αναρωτιέται, λοιπόν, ο ανειδοποίητος αναγνώστης ποια μπορεί να είναι η βαθύτερη πρόθεση ενός σημερινού Γάλλου πανεπιστημιακού, ο οποίος αναδιφά τα τερατώδη αρχεία του δυτικού πολιτισμού. Είναι ιστορικός; Βιογράφος; Φύλακας-άγγελος ενός παρελθόντος που πρέπει να προβληθεί πάση θυσία; Ο Ντε Ρομπλές θέλει να είναι σαφής: «Ο αιώνας του Κίρχερ είναι μια εποχή μεταμόρφωσης του κόσμου αλλά και μια εποχή βίας :Τριακονταετής Πόλεμος, θρησκευτικές διαμάχες, συγκρούσεις με τους Οθωμανούς, αποικισμός της Αμερικής. Πολύ γρήγορα ἀαντελήφθην ότι παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με τον δικό μας κόσμο. Θεώρησα, λοιπόν, ενδιαφέρον να καθρεφτίσω αυτά τα δύο σύμπαντα».

Βέβαια, όποιος κρατάει κάτοπτρο για να αποδώσει ένα πολύπτυχο είδωλο έχει αναλάβει τιτάνιο έργο. Ο ίδιος ομολογεί ότι ανέμειξε πολλούς αφηγηματικούς τρόπους (περιπέτεια, φιλοσοφικό μύθο, πολλές εκδοχές του φανταστικού, ψυχολογικό μυθιστόρημα), αναζητώντας τις απαρχές, τον χαμένο παράδεισο, το ταυτόν και το έτερο, την ελευθερία και την υποδούλωση των ανθρώπων. Ουσιαστικά, ο Ντε Ρομπλές στήνει σκαλωσιές για ένα γνήσιο έργο λογοτεχνίας, χωρίς να σπάζει το κεφάλι του για να δώσει λύσεις. Το μυστικό είναι η αφήγηση, η εικόνα ενός κόσμου που αναδύεται από το μηδέν και συχνά παραδίδεται στον μύθο - εξού και η αναφορά του Μπόρχες, του Κασάρες, του Κορτάσαρ, του Καλβίνο, του Έκο κ.λπ.

Οι πηγές του νοήματος προφανώς είναι πολλές, όπως πολλαπλά είναι και τα πρόσωπα που εμπλέκονται στον καμβά της ιστορίας και του μύθου. Ο Ελεάζαρ φον Βογκάου ψωμίζεται ως ανταποκριτής του ειδησεογραφικού πρακτορείου στην Αλκάνταρα της Βραζιλίας. Η γυναίκα του, ονόματι Ελάινε, είναι καθηγήτρια Παλαιοντολογίας στο Πανεπιστήμιο της Μπραζίλια και τον έχει εγκαταλείψει διότι ακολουθεί μια επιστημονική αποστολή που θέτει σκοπό να περιγράψει κάποιες τελετουργίες των ιθαγενών που τελούνται στη Λατινική. Όσο για τη θυγατέρα τους Μοέμα, είναι φοιτήτρια Εθνολογίας και παραδομένη στη χρήση ουσιών.

Επιμένουμε στα πολλαπλά επίπεδα και στα πολυάριθμα πρόσωπα, διότι άνευ αυτών η αφήγηση δεν αποδίδει τα δέοντα. Πριν απ’ όλα, πρέπει να διαγράψουμε τον ρεαλισμό διότι, αντί να ενισχύει την ατμόσφαιρα, ουσιαστικά την καταγγέλλει. Τι απομένει; Ένα θεότρελο, παρανοϊκό όνειρο μεταμορφώσεων, υπεράνθρωπων ικανοτήτων, προσωπείων της μαγείας, μετακινήσεων ανάμεσα στους αιώνες και στις χώρες. Όταν, για παράδειγμα, διαβάζουμε ότι ο Νέλσον ο Ελαφρύς ήταν ένα αγόρι 19 ετών που έμοιαζε προικισμένο με το χάρισμα της πανταχού παρουσίας, τίποτα δεν μας αναγκάζει να το επαληθεύσουμε. Τα πάντα γίνονται δεκτά διότι πατρίδα τους είναι η υπερκορεσμενη φαντασία και ουδέποτε η στείρα πραγματικότητα. Στο κεφάλαιο «Ένας έξυπνος κώλος, ένας πολύ “έξυπνος” κώλος» διαβάζουμε ότι οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως ασήμαντοι, ότι ένας μανδαρίνος είναι αιχμάλωτος μιας κακοφιλτραρισμένης ευρυμάθειας, ότι κάθε φορά που χάνεται ένα δένδρο πεθαίνει κι ένας Ινδιάνος. Στο κεφάλαιο «Η ζωή είναι μια αιώρα που τη λικνίζει το πεπρωμένο» μαθαίνουμε για τη «λογοτεχνία του σχοινιού» και στο κεφάλαιο για τη «Φάτα Μοργκάνα» πληροφορούμαστε ότι δεν είναι θαύμα αλλά αντικατοπτρισμός. Αν αναλογιστεί κανείς ότι όλο το βιβλίο βαδίζει σε αυτόν το ρυθμό, άλλοτε ως μπαρόκ εξωτισμός άλλοτε ως παλίμψηστο που έχει λησμονήσει τις γραφές και τις διαγραφές του, τέλος ως ένα ρέον σύμπαν που περιλαμβάνει τα πάντα και βέβαια τον ίδιο τον εαυτό του, ο αναγνώστης δικαιολογήμένα αρχίζει να χάνει τον ενθουσιασμό του. Ό,τι δεν μπορεί να τελειώσει, γιατί τάχα θα πρέπει να αρχίσει;

Δεν μας πολυενδιαφέρει αν περσόνα του αφηγητή είναι ο Βογκάου, ο Κάσπαρ Σοτ ή ο Ντε Ρομπλές - το κεντρικό σημείο του βιβλίου είναι η αεροκρέμαστη λογοτεχνία, όπου ο πλατειασμός δίνει τα ρέστα του. Πώς να αποδώσουμε το ύφος; Η επιτήδευση, η λεξιθηρία, η επιθετομανία, η βαναυσολογία, η περιττολογία, η κακοζηλία, ο στόμφος και άλλα λοιπά παράγωγα καλλιεργούν μια παροξυσμική ενέργεια. Επ’ αυτού η αναφορά στον Μπόρχες παραείναι ξεκρέμαστη. Αν αναλογιστούμε ότι σύνολο το έργο του Μπόρχες μόλις που φτάνει σε όγκο στο 1/2 του βιβλίου, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι η υπερπληθώρα πληροφοριών και παράδοξων καταστάσεων, αντί να προσδίδουν ομορφιά και βαθύτητα, περιπίπτουν σε μιαν άνευ προηγουμένου μεγαληγορία. Αντιγράφουμε μια παράγραφο (σελ. 144) για του λόγου το αληθές : «Στον Γιουρουπίγκ, θα του έδινε να φάει τ’ αρχίδια του και θα τον ξαπόστελνε βορά στα πιράνχας, αφού τα αγαπούσε τόσο. Οσο για την Ελάινε, θα ήταν μεγαλύτερης διάρκειας, πιο περίπλοκο... Όπως αυτά που είχε δει να κάνουν σε κείνη τη βρομοακτιβίστρια, τους παλιούς καλούς καιρούς της δικτατορίας. Οι μπάτσοι την έβγαλαν από το φορτηγάκι και την έσυραν στο χοιροστάσιο των αδελφών Ταβαρέζ, στην έξοδο της πόλης. Φοβεροί πατριώτες οι τύποι, πραγματικοί varones, με πολύ πράμα μες στο παντελόνι! Λίγοι περισσότεροι τέτοιοι να υπήρχαν, η Βραζιλία δεν θα είχε καταντήσει η χώρα των ζητιάνων και των πούστηδων! Θα έμοιαζε με τη Χιλή... Εκεί να έβλεπες πώς πήγαιναν όλα ρολόι! Η Ελβετία της Νότιας Αμερικής. Οι πάντες στέκονταν σούζα, τα πάντα δούλευαν στην εντέλεια. Ακόμα και το κρασί τους ήταν σούπερ... Όταν μπήκαν μέσα, η κοπέλα τους έβρισε. Κλείδωσαν την πόρτα κι έβγαλαν έξω τις ψωλές τους». Λίγες σελίδες παρακάτω διαβάζουμε: «Μαζί με τα ξερά κάηκαν και τα χλωρά του σοβιετικού κομμουνισμού». Όπερ έδει δείξαι!

Ασφαλώς είναι αξιοθαύμαστη η βιβλιακή πολυγνωσία του Ντε Ρομπλές. Ακόμα και τους ακέφαλους Λίβυους που αναφέρει ο Ηρόδοτος, οι οποίοι είχαν το κεφάλι στο στήθος τους, βρίσκει τρόπο να καταγράψει. Γιατί; Αν αρχίσουν τα «γιατί» και τα «πώς», όλο το βιβλίο καταρρέει. Στην ουσία δεν υφίσταται έσωτερικό αρχιτεκτονικό σχέδιο. Η υπερπληθωρισμένη πολυμορφία ορέγεται το κακό άπειρο. Λίγος Μπόρχες, κατά συνέπεια, πάντα βοηθάει: «Τλονιστές μεταφυσικοί: ο Κίρχερ τούς μοιάζει, δεν αναζητεί την αλήθεια, ούτε καν την αληθοφάνεια, αλλα το θαυμαστό. Η ιδέα πως η μεταφυσική είναι ένας κλάδος της λογοτεχνίας του φανταστικού δεν του πέρασε από τον νού, με όλο του το έργο ανήκει στη μυθοπλασία, άρα και στον Χόρχε Λουίς Μπόρχες». Βγαίνει νόημα;

Ο Ντε Ρομπλές φαντάστηκε ένα βιβλίο -περίπου σαν το «βιβλίο της άμμου»- όπου τα πάντα περικλείονται σε δύο εξώφυλλα με άπειρες σελίδες. Χωρίς υπερβολή, ορέχτηκε ένα μέγιστο κιτάπι της ανθρωπότητας, όπου τα πάντα ανήκουν και τα πάντα ενυπάρχουν. Φυσικά δεν λείπουν και οι καλοραμμένες φράσεις: «Μέσα σε τούτο το βγαλμένο από φλαμανδικό πίνακα στιγμιότυπο υπήρχε η απέραντη μητρική γλυκύτητα, ο μοναδικός προμαχώνας ενάντια στην τρέλα του κόσμου» (σελ. 232). Λίγο πιο κάτω άλλα αντ’ άλλων: «Πρώτη του φορά καύλωνε απ’ όταν πέθανε ο πατέρας του». «Δεν υπάρχουν μαθηματικά της ανθρώπινης ψυχής, ούτε αληθινό ούτε ψεύτικο εν προκειμένω, μόνο μάσκες και σκηνή θεάτρου». Λίγο πιο κάτω, πάλι άλλα αντ’ άλλων: «Το ζευγάρωμα με ζώα, σημειώνει ο Αλμπέρ Καμύ, καταργεί τη συνείδηση του άλλου. Είναι “ελευθερία”». Να γιατί έχει προσελκύσει τόσα πνεύματα, μέχρι και τον Μπαλζάκ. (Ευτυχώς, δεν αναφέρει το Ένας έρωτας στην έρημο, όπου η ερωμένη είναι τίγρης).

Αφού, λοιπόν, το κιτάπι περιέχει τα πάντα, ας ρίξουμε μια ματιά και στο δημόσιο χρέος. «Το έξωτερικό χρέος μας είναι από τα υψηλότερα του πλανήτη, σε βαθμό που είμαστε αναγκασμένοι να δανειζόμαστε ξανά και ξανά, μόνο για να πληρώνουμε τους τόκους! Όσο δεν υπάρχει οριστικό χρεωστάσιο, δεν γλιτώνουμε, είναι φανερό... Στο μεταξύ, η Βραζιλία είναι παραταύτα η πρώτη δύναμη παγκοσμίως σε παραγωγή κασσίτερου, δεύτερη σε χάλυβα, τρίτη σε μαγγάνιο, χωρίς να μιλήσουμε για ξυλεία και εξοπλισμό...» (σελ. 303). Εξάλλου, λίγος Βιτγκενστάιν δεν κάνει κακό: «Αυτό που δεν μπορούμε να έκφράσουμε κ.λπ. - Τρακτάτους. Και λίγο ποδόσφαιρο βέβαια, αφού βρισκόμαστε στη Βραζιλία: “Επικίνδυνο φάουλ, στα τριάντα πέντε μέτρα από το τέρμα του αντιπάλου... Ο Σερίνιο ετοιμάζεται, και... να και ο Φαλκάο! Η μπάλα χτυπάει στο τείχος, κεφαλιά του Τζούνιορ... Δοκάρι! Δεν τελείωσε όμως, ο Έντερ παίρνει την μπάλα, ωραία ντρίμπλα, πασάρει στον Ζίκο... Δύο-ένα, γκολ του Σόκρατες και του Ζίκο για την ομάδα της Βραζιλίας...». Από κοντά και λίγος Μπαρτ: «Η ιδεολογία είναι σαν μια φριτέζα: οποιαδήποτε ιδέα κι αν ρίξουμε μέσα, βγαίνει πάντα μια τηγανητή πατάτα». .....

Για να είμαστε εντάξει με τα αναγνωστικά μας καθήκοντα, οφείλουμε να πούμε ότι ο Ντε Ρομπλές συνέλαβε μια μετα-ιστορία εκτός κανόνων, ασυνήθιστη και παράφορη, όπου ο δυτικός αναγνώστης -τέρας κι αυτός απο τα πολλά διαβάσματα- τουλάχιστον λυπάται για τη στενότητα της καρδιάς και της φαντασίας του. Όντως «εκεί που ζουν οι τίγρεις» είναι αναπεπταμένη μια πρωτοφανής σημαία ελευθερίας, πατρίδα της οποίας είναι ο ίδιος ο πλανήτης με όλο το ανθρώπινο φορτίο του. Έχουμε όντως να κάνουμε με ένα βιβλίο-σταθμό; Νομίζουμε ότι η ακαδημαϊκή φλέβα του συγγραφέα δεν του επέτρεψε να παραδοθεί στην απόκοσμη δημιουργικότητα, ως εκ τούτου οι βοήθειες από τις μπάντες καταντούν τελικά φιλολογικό τικ χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Άλλωστε, τι μπορεί να σημαίνει η δήλωση του Ντε Ρομπλές ότι το βιβλίο του δεν υμνεί τον παραλογισμό του κόσμου, αλλά σκοπεί στην ανεκτικότητα και τη φιλοξενία;