Δεν πάει καιρός που το έλκος του στομάχου συγκαταλέγονταν στις επτά αιτίες θανάτου. Αλλά η εποχή δεν σηκώνει φτηνοδουλειές κι έτσι απ’ τα εγκόσμια εξέρχεσαι βραδέως. Και επειδή η επιστήμη προοδεύει, θα πεθάνεις από θάνατο, αφού θα σου έχει βγει η ψυχή στα βουλκανιζατέρ και στις αναγομώσεις της εφορίας.

 

«Γιατί το λες εσύ; Τι φοβάσαι; Εσύ είσαι που έβγαλες από την πατούσα του λέοντα ένα καρφί και τον απομάκρυνες απ’ τις οικοδομές, δείχνοντάς του το σβηστό Άλσος Παγκρατίου να καταφύγει. Την ημερότητά του να χαρίσει το πρωί χωρίς της φύσης του το μεγαλοπρεπές. Ταπεινωμένος, με τα βρομόσκυλα που αλωνίζουν πέρα δώθε».

 

«Δεν θέλω να πεθάνω. Και το θαύμα με το λιοντάρι δεν το έκανα εγώ».

 

Κι έτσι αρχίζεις από την αρχή, χωρίς τις αυταπάτες πως αρχίζεις. Έτσι τουλάχιστον νομίζεις, χτυπώντας τη σκουριά με ένα σφυρί, τις ίντσες λιγοστεύοντας της λαμαρίνας. Χάνει το μέταλλο, ξεφτά. Απαγορεύει τον απόπλου ο λιμενάρχης. Πιέσεις του νερού, βαρύ φορτίο, ρεταρισμένη μηχανή, κακός καιρός. Νομίζεις πως αρχίζεις πάλι. Πάλι να μπεις στον ισθμό, ξυστά στο σκάμμα. Ή να βουλιάξεις προτού ανοιχτείς στο κύμα του Σαρωνικού, σαν να ήτανε η διώρυγα το μνήμα σου. Πες τα πράγματα όπως ακριβώς είναι και μην τετραγωνίζεις τη χίμαιρα. Διάσωσε από τα ερείπια των ερειπίων τον κορυδαλλό ακίνητο στο κιονόκρανο. Απάλλαξε από τον χρόνο του χρόνου τον γυμνό και τον γυμνό. Φόρεσε δέρμα ανεξάρτητο από τα ημιτόνια της επιθυμίας, τον τόνο αυτής της ασύμμετρης καρδιάς που κουράστηκε να χτυπά, που εξευτελίστηκε στα δευτερόλεπτα των παλμών της.

 

Μάθε πως η ζωή δεν είναι έννοια αφηρημένη. Ο άλλος άνθρωπος δεν είναι χωρίς απόσταση. Ο τοπογράφος δώθε είναι ο Θάνατος. Γίνε ο αισθηματίας χωρίς αισθήματα, ο ρήτορας χωρίς τον τρόπο, ο μονοκόμματος άνθρωπος με τις πολλές δουλειές. Ύδρα οικόσιτη, ερπύστρια ύδρα, ανάγλυφη στο μνημείο σου. Κοιμήσου σε τακούνια ψηλά και, εν ενυπνίω, πάρ’ της τα κεφάλια. Δεν θα έχει σημασία αν θα βρεθείς ξαφνικά προ ενός παρελθόντος που το νόμιζες δικό σου αποδεχόμενος να το υποστείς γράφοντας. Ξετύλιξε το κουβάρι της μνήμης και γράψε. Δεν σου απόμεινε τίποτε άλλο από την αξιοπρέπεια της γραφής.

 

Τις ελεγείες που γράφεις για την Ελλάδα μην τις εγκαταλείψεις. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να πεις αυτό που συμβαίνει σ’ όλους μας, εκτός από τα αλληγορικά γραπτά σου, τόσο απόμακρα αλλά απαραίτητα τη στιγμή που η Ελλάδα προσπαθεί να σκεφτεί τον εαυτό της μπροστά στον κίνδυνο να χαθεί από τον εαυτό της. Μόνο με τέτοια κείμενα –πες τα πεζοποιήματα- που τα φιλοξενεί ένα free press πεταμένο στη γωνία του δρόμου πλάι στον άστεγο, φανερώνεται ο τρόπος με τον οποίο οφείλουμε να κλαίμε τη μοίρα μας. Είμαστε ένας μοιραίος λαός με την ψυχωτική φύση του μαινόμενου Ηρακλή. Και μια που η ζωή μας πήρε τη θέση του μηδενός, υπάρχει από την άλλη η ωριμότητα «για να ζητήσει κανείς έναν ήλιο, έστω και την ώρα που δύει»; Κι αφού η συντεταγμένη χρεοκοπία έχει ξεκινήσει, ας ξεκινήσει και από εδώ η χρεοκοπία της μεγαλόστομης δημοσιογραφίας και των σοφών της δεκάρας στην τηλεόραση.

 

Η δραχμοποίηση της ζωής αρχίζει από το πώς την περιγράφουμε. Να εξαιρέσω τη δραματική προειδοποίηση του Κ. Σημίτη στην «Καθημερινή», όπου η περιγραφή της δραχμοποίησης -με ισοτιμία της νέας δραχμής προς το ευρώ πολύ κατώτερη από εκείνη που ξέραμε- σημαίνει τη δραχμοποίηση της ίδιας της δραχμής;

 

Αλλά εδώ η ελεγεία μετατράπηκε σε τραγωδία.