Η οδός Aυλητών είναι ένα μικρό στενάκι στου Ψυρρή γεμάτο tags και γκράφιτι, ένα που γράφει «Ilisia», ένα γυναικείο πορτρέτο του Sok, ενώ ένα καταπληκτικό νεοκλασικό κτίριο με γύψινα αετώματα στέκει εκεί, παρατημένο στα συντρίμμια κάποιου κλαμπ που κάποτε διέπρεψε στο σημείο αυτό (έχω την αμυδρή εντύπωση ότι στις αρχές των ’00s βρισκόταν κάποιο hip κλαμπ εκεί...). Το Horse House είναι σύμφωνα με το μότο του «η πρώτη τσέχικη μπιραρία της Αθήνας» και το μέρος «όπου δεν πίνετε μόνοι σας την μπίρα σας» (sic), ό,τι κι αν σημαίνει αυτό (το μόνο σίγουρο είναι ότι έχει την πιο φτηνή μπίρα στην πόλη). Στους τοίχους υπάρχουν κρεμασμένες καουμπόικες μπότες, κουρελούδες και κάδρα με pin up girls, σακιά με σανό είναι σκορπισμένα παντού, οι πελάτες κάθονται σε ξύλινους πάγκους ντυμένους και ακουμπούν τις μπίρες τους πάνω σε ξύλινα τραπέζια, ενώ από τα ηχεία ακούγεται ένα απροσδιόριστο κράμα από indie, μέταλ και eurotrash επιτυχιών. Δηλαδή, είναι ακριβώς το μέρος που θα αποκαλούσες «σαλούν» και σε καμία περίπτ ση «τσέχικη μπιραρία».

Η Λυδία έχει μόλις γυρίσει από ένα μεγάλο road trip στην Αμερική, όπου με δυο φίλες της πήδηξαν μέσα σε ένα τζιπ και διέσχισαν οριζόντια τη χώρα, από το Σαν Φρανσίσκο μέχρι το Νάσβιλ. Σκηνές από γουέστερν, white trash, μαζορέτες, γουακαμόλε, ένα κομμάτι του Έλβις να παίζει στο repeat στο αυτοκίνητο, βρόμικα μοτέλ, grassroot, η έρημος, οι καουμπόηδες, όλη η μυθολογία του τυχοδιωκτικού ταξιδιού παντού ζωντανή, κάπως σαν τα ουρλιαχτά από ένα ντεκαποτάμπλ αμάξι με τρεις γυναίκες, όπως το είδαμε στο Death Proof του Ταραντίνο. «Δεν είχαμε χαράξει συγκεκριμένη διαδρομή, αλλά είχαμε μπει στο Google Earth και είχαμε επιλέξει χαλαρά τα μέρη που μας είχαν κάνει εντύπωση, είτε ως τοπία είτε ως ονομασίες. Για παράδειγμα, θέλαμε να πάμε στο Αλμπουκέρκι, γιατί μας είχε φανεί αστείο το όνομα, ή στο Όστιν, γιατί από κει είναι οι Kings of Leon. Αλλά ο βασικός στόχος ήταν να πάμε στο Μέμφις για να επισκεφθούμε την Graceland -το σπίτι του Έλβις- και στο Νάσβιλ για να βγάλουμε φωτογραφίες ντυμένες μπάτμαν μπροστά από το ομοίωμα του Παρθενώνα που υπάρχει εκεί. Γιατί, ως γνωστόν, δεν μπορείς να πας στον αθηναϊκό Παρθενώνα και να βγάλεις φωτογραφίες ντυμένος μπάτμαν. Απαγορεύεται από τον νόμο».

Φαντάζομαι τα τρία κορίτσια μέσα σε αυτό το τζιπ να γυρνοβολάνε στη Route 66, να ουρλιάζουν από ενθουσιασμό σε κάθε χαζομάρα που συναντούν στο διάβα τους και να τρομάζουν μπροστά στο άγνωστο ενός αχανούς τοπίου γεμάτου ξερό χώμα, κάκτους και ινδιάνους Ναβάχο «που τελικά πουλάνε πλαστικά δεινοσαυράκια έξω από τους καταυλισμούς τους σαν να είναι στο Μοναστηράκι». Και ύστερα μου μιλάει για τις υπόλοιπες περιπέτειές της κατά μήκος των αμερικανικών πολιτειών. Για το Λας Βέγκας, που της φάνηκε σαν μια υπερμεγέθη μακέτα («ή σαν το Ντουμπάι»), για τα τεράστια billboards που διαφήμιζαν την επιστροφή της Σελίν Ντιόν στο πάλκο του Ceasar’s ύστερα από τη λοχεία της, για τη λίμνη Τάχο («που έχει το πιο ωραίο μπλε που έχεις δει στη ζωή σου»), για κάτι παρακμιακά ξενοδοχεία στα σύνορα της Καλιφόρνιας με τη Νεβάδα («που μύριζαν γεροντίλα»), για το εντυπωσιακό Γκραντ Κάνιον και το απολιθωμένο δάσος και για το New Mexico που έχει το προσωνύμιο «the land of enchantment» και «με το που περνάς στα σύνορά του αισθάνεσαι μια απίστευτη ευφορία, σαν να έχεις καταπιεί ένα μπουκαλάκι μεσκαλίνη και να αγαπάς όλο τον κόσμο». Ιστορίες δρόμου, ιστορίες βουτηγμένες στις αναφορές που έχει ο καθένας από τις δεκάδες αντίστοιχες ταινίες που έχει στο μυαλό του (μια teen movie από δω, ένα γουέστερν από κει, λίγο Θέλμα και Λουίζ, Φρανκ Κάπρα και το εμβληματικό Vanishing Point του Richard Sarafian) και σκάνε σαν πυροτεχνήματα όταν συναντήσεις μια φάτσα που σου θυμίζει κάτι, ένα τοπίο, μια εικόνα που επιστρέφει σαν déjà vu. Και η Λυδία συνεχίζει.

Μιλάει ακατάπαυστα. Σαν να έχει πατήσει τέρμα το γκάζι στο αυτόματο τζιπ και διασχίζει τη μια πολιτεία μετά την άλλη. Βζιιιιιιν. Μου λέει για τον μπάτσο που μιλούσε σαν να βγήκε από το No country for old men και τους σταμάτησε επειδή περάσαν παράτυπα ένα stop (μιμείται τέλεια την τεξανή προφορά), για έναν διαγωνισμό με μαζορέτες, για ένα κυριακάτικο μεσημέρι σε μια εκκλησία στο Ντάλας «όπου εγκλωβιστήκαμε ανάμεσα σε άπειρες ιδρωμένες γιαγιάδες και έναν πάστορα που μας έλεγε ότι το προηγούμενο βράδυ έκανε κοιλιακούς ακούγοντας έναν ψαλμό για την ανάσταση του Λαζάρου» και για έναν διαγωνισμό μουστακιού στο Όστιν «όπου ένας είχε ενώσει τις τρίχες του μουστακιού του με αυτές του στήθους του» και για ένα κορεάτικο καραόκε στο Λος Άντζελες, όπου έπιναν μπίρες μέχρι το πρωί τραγουδώντας το «Here I go again on my own» των Whitesnake. Και τότε σταματάει για λίγο να μιλάει, σηκώνει την μπλούζα της και μου δείχνει το τατουάζ που έκανε στο δεξί της πλευ- ρό: «I will grow back like a Starfish».