Λέω να βγάλω σήμερα τα εσώψυχά μου για την ΑΕΚ. Τη μεγάλη μου αγάπη, αλλά και τη μεγάλη μου πληγή. Το λέω, βεβαίως, χιουμοριστικά, γιατί έτσι ακριβώς το εννοώ και το αισθάνομαι. Η «αγάπη» μου περιορίζεται σε εκείνην ενός οπαδού, και όχι ενός αρρώστου. Η «πληγή» μου είναι η φυσιολογική στενοχώρια που αισθάνεται ένας υποστηρικτής μιας ομάδας όταν αυτή δεν πηγαίνει καλά, και όχι το κόμπλεξ ενός βαρεμένου που συνδυάζει την ήττα της όποιας ομάδας του με προσωπική του αποτυχία.

Τον τελευταίο καιρό η ΑΕΚ ζει μαύρες μέρες. Πριν από περίπου 4 χρόνια βρέθηκε στο χείλος της χρεοκοπίας, από την οποία, με πανηγυρικούς και αυτάρεσκους τόνους, φάνηκε να τη σώζουν ένας πρώην ποδοσφαιριστής της, μια χούφτα «οικονομολογούντων» (και μόνον ένας πραγματικά προικισμένος οικονομολόγος), και ένα τσούρμο επιχειρηματιών που, από τη στιγμή που διαφήμισαν, με το «καλημέρα», την ανιδιοτελή, όπως έλεγαν, αγάπη τους για την ομάδα, εγώ, ο πονηρός και καχύποπτος, ήξερα ότι «εδώ, κάποιον λάκκο έχει η φάβα», και να που αποδείχτηκε πως πράγματι είχε.

Η εταιρεία, με περίτεχνες οικονομικές και δικονομικές μανούβρες, υπήχθη στο περίφημο άρθρο 44 για απόσβεση μεγάλου μέρους των χρεών προς το Δημόσιο. «Η ΑΕΚ σώθηκε», πανηγύριζαν οι ευτελείς. «Η ΑΕΚ τώρα ετάφη οριστικώς», αντιλέγαμε εμείς, οι λίγοι «της καταστροφής». Υποστηρίζαμε ότι ήταν προτιμότερο, πιο υγιές και πιο έντιμο, να τιμωρηθούμε ως εταιρεία για τις αμαρτίες σχεδόν όλων των προηγούμενων διοικήσεων και να υποβιβαστούμε στη Γ' Κατηγορία, παρά να φέρουμε το στίγμα του προκλητικώς ευεργετηθέντος.

Η «χαριτωμένη λαίλαπα» που πήρε την ΑΕΚ στα χέρια της έκανε ό,τι ακριβώς κάνει ο μισός πληθυσμός της χώρας όταν βρίσκει παράθυρα ανοιχτά, άλλος για να παρακάμψει νόμους, άλλος για να πλουτίσει γρήγορα, ή άλλος για να γευτεί γλυκιά δημοσιότητα. Φόρεσε τα μαύρα, θηριώδη τζιπ της, γέμισε το ΟΑΚΑ bodyguards και PR κορίτσια, και άρχισε με πούρα και άλλα φούμαρα (γκόλντεν μπόις της απόλυτης γελοιότητας) να χαριεντίζεται με την «εξουσία» της.

Η ΑΕΚ, σε 5 μόλις χρόνια, ξανάγινε το ίδιο προβληματική όπως ήταν πριν. Αυτοί που κάθονταν «πρώτο τραπέζι πίστα» έγιναν καπνός και άφησαν πίσω τους κάτι θλιβερούς τύπους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Οι οπαδοί τούς βάφτισαν «μέτοχους-αμέτοχους». Αλλά και αυτοί, οι οπαδοί, έρμαια πάντοτε «μιας ήττας που νικάει την εξουσία», το ίδιο «μέτοχοι-αμέτοχοι» είναι. Όπως ο κάθε πολίτης που περνάει απ' έξω από το μαγαζί του κλέφτη, και, αντί να το τινάξει στον αέρα, μπαίνει μέσα και αγοράζει όποια μαλακία, όποια ελπίδα, μαζορέτα, φούσκα και υπόσχεση του πουλήσει ο έμπορος!

Ακόμα και τώρα που «ο αητός ψυχορραγεί» (για να το κάνουμε ακόμα πιο πολύ μελό το πράγμα), τα «γκόλντεν μπόις» με τα τζιπ, τα κινητά και στα δυο αυτιά, το ηλίθιο ύφος και το «περιέ μπίζνες λουκ» συνεδριάζουν και συνωμοτούν εν σιωπή, για να επανέλθουν δριμύτεροι, για να πουλήσουν πάλι «μία από τα ίδια», και να ξανακαθίσουν «πρώτο τραπέζι πίστα». Κάθε «νέα επιχείρηση ανάστασης του πεθαμένου», από τους προηγούμενους «σωτήρες» ισοδυναμεί με άλλη μια βέβαιη καταδίκη του.

Μακάρι, λοιπόν, να 'χαμε πέσει στην Γ' Κατηγορία, (τουλάχιστον ποδοσφαιρικώς - πολιτικώς θα ήταν δίκαιο επίσης, αλλά και βαρύ πολύ) και να αναλάμβανε την ομάδα ένας νορμάλ, χαμηλών τόνων, επιχειρηματίας. Θα παίζαμε με Πανερυθραϊκό, Κερατέα και Άσπρα Χώματα (τυχαία αναφέρω τα ονόματα) και θα ήταν το γήπεδό μας γεμάτο, κάθε Κυριακή. Γιορτή θα 'χαμε. Και θα ανεβαίναμε ένα-ένα και σιγά-σιγά τα σκαλιά, όχι «πέντε-πέντε-δέκα», όπως τραγούδαγε ο Μπιθικώτσης. Αλλά θα ανεβαίναμε με μέτωπο καθαρό (δίχως το στίγμα του «44») και με διάθεση αγαπησιάρικη. Θα ξεκινούσαμε από την αρχή, όπως πολύ θα ήθελα να ξεκινούσαμε έτσι και ως χώρα, εάν γινόταν. Με πιτσιρίκια στη σύνθεσή μας. Ταλαντούχους και με μεράκι για δουλειά. Με κέφι και φαντασία. Χωρίς μάνατζερ να τους κουμαντάρουν. Και «γέρους» να τους κατευθύνουν. Με όρεξη για ωραία μπαλίτσα - και άσε τους άλλους να παίζουν με Σισέ και εκείνον τον αντιπαθητικό Ντουντού!

Βάζω τελεία, αλλά όχι παύλα. Πρέπει να σταματήσω, γιατί δεν περισσεύει χώρος. Φυλάω τα υπόλοιπα για άλλες συνέχειες. Που ασφαλώς και θα υπάρξουν. Γιατί, ούτε η Ελλάδα, ούτε η ΑΕΚ θα εξυγιανθούν τις επόμενες μέρες. (Και συγχωρήστε μου την ιεροσυλία της ταύτισης της πατρίδας με την ομάδα...).