Κυριακή βράδυ, 4.30 π.μ. στο σπίτι

Έχω ξαπλώσει στον καναπέ και διαβάζω. Σπάνια συμβαίνει αυτό· συνήθως τις Κυριακές τα βράδια ακούω μουσική ενώ μιλάω στο τηλέφωνο μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή, με την τηλεόραση στο mute. Καμιά φορά ξεχνάω ηλιθιωδώς πόσο ωραίο είναι το διάβασμα. Στα 15 μου βρήκα στη βιβλιοθήκη των γονιών μου ένα αντίτυπο των διηγημάτων του Σκοτ Φιτζέραλντ. Σκέφτηκα: «Πώς ζούσα πριν ανακαλύψω αυτό το βιβλίο;». Οι ηρωϊδες του Φιτζέραλντ ήταν ανάλαφρες καλλονές του αμερικάνικου Νότου που περιέφεραν την ομορφιά τους σε χορούς πανεπιστημίων και πηδούσαν από τα παράθυρα για να φιληθούν με κάποιο αγόρι πίσω από ένα δέντρο. Δεν παντρευόντουσαν ποτέ τον φτωχό διαφημιστή που αγαπούσαν, έκοβαν μόνο τα μαλλιά της στριμμένης ξαδέρφης τους ένα βράδυ με φεγγάρι και το 'σκαγαν μέσα στη νύχτα. Χρόνια μετά κατέληγαν σύζυγοι κάποιου ξεφτισμένου σεναριογράφου που τρεφόταν αποκλειστικά με μπέρμπον ή τσακισμένες μπαλαρίνες που ερωτευόντουσαν κάποιον ιμπρεσάριο. Αντιθέτως οι άντρες του Φιτζέραλντ ξεκινούσαν σφύζοντας από ενθουσιασμό και μεγάλες προσδοκίες, απόφοιτοι κάποιου Ivy League πανεπιστημίου, γεμάτοι θέληση να βγάλουν χρήματα και να κερδίσουν το  κορίτσι, μόνο και μόνο για να βουλιάξουν στο αλκοόλ ή ακόμα χειρότερα στην απροσδιόριστη θλίψη των χαμένων υποσχέσεων. Το πιο ποιητικό διήγημα του Φιτζέραλντ είναι το «Ένα διαμάντι μεγάλο όσο το Ριτζ». Ο John Unger πηγαίνει στο σπίτι του συμμαθητή του Percy Washington στα βουνά της Μοντάνα. Θαμπώνεται από τα αυτοκίνητα που είναι διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους, τα μαρμάρινα σκαλοπάτια, το λείο γήπεδο του γκολφ. Ο John μαθαίνει το μυστικό του αμύθητου πλούτου τους αφού έχει ερωτευτεί την αδερφή του Percy, την Κismine: η έπαυλή τους είναι χτισμένη πάνω σε ένα διαμαντένιο βουνό. Με φρίκη συνειδητοποιεί  τη μοίρα του· όλοι όσοι ξέρουν το μυστικό της οικογένειας καταλήγουν νεκροί ή αιχμάλωτοι σε ένα κλουβί. Όλα όμως διαλύονται εν μια νυχτί και ο John και η Kismine καταλήγουν να κοιμούνται κυνηγημένοι κι άφραγκοι κάτω από τα αστέρια: «Δεν είχα προσέξει ποτέ τ' αστέρια. Πάντα σκεφτόμουν πως είναι μεγάλα διαμάντια που ανήκαν σε κάποιον. Τώρα με φοβίζουν. Με κάνουν να νιώθω πως ήταν όλα ένα όνειρο, όλη μου η νιότη». «Μα ήταν όνειρο» είπε ο John χαμηλόφωνα. «Η νιότη όλων είναι ένα όνειρο, μια μορφή χημικής τρέλας». «Πόσο ευχάριστο τότε να είναι κανείς τρελός». «Έτσι λένε», είπε ο John σκυθρωπός. «Όπως και να 'χει, ας αγαπηθούμε για λίγο, για ένα χρόνο εγώ και συ. Αυτό είναι ένα θεϊκό μεθύσι που όλοι μπορούμε να δοκιμάσουμε. Υπάρχουν μόνο διαμάντια σε όλο τον κόσμο, διαμάντια, ίσως και το φθαρμένο δώρο της απομυθοποίησης».