Εν τω μεταξύ, του Ζαμπονοτυροπιτούλη δεν του άρεσε η Κέρκυρα. Κι αυτό γιατί περνούσαν από μπροστά του διάφοροι γάτοι -είναι πεζοδρόμιο για γάτες το μπαλκόνι μου στο νησί, δεν ξέρω γιατί- και τον εκνεύριζαν. Και περισσότερο απ' όλους ο Μπαλκονάτος. Τον βγάλαμε έτσι γιατί από τη μέρα που τον κυνήγησε ένας σκύλος κι ανέβηκε στο μπαλκόνι, δεν έφυγε ποτέ. Ήταν πετσί και κόκαλο. Μόλις έφαγε και στάνιαρε, άρχισε να νιαουρίζει ότι δεν ήθελε μόνο φαγητό, ήθελε και αγάπη. Και μετά δεν ήθελε μόνο να τον χαϊδεύουμε, ήθελε να μείνει μέσα στο σπίτι και προσπαθούσε να εισχωρήσει από το παράθυρο του μπάνιου. Στο μπάνιο, μια μέρα, περνούσε αμέριμνη τον καιρό της η Κοκαλίνα (κάθονταν με όλα της τα ποντικάκια γύρω γύρω και περίμενε να έρθει προς νερού του κανένας φιλοξενούμενος να της πετάξει ποντικάκι για να το φέρει). Και τότε την είδε ο Μπαλκονάτος. Και ήθελε και την Κοκαλίνα. Είναι αυτό που λέμε, δώσε θάρρος στο χωριάτη να σ' ανέβει στο μπιντέ. Ο Ζαμπονάκης προσπαθούσε να καθορίσει το χώρο του - στον οποίο ανήκε και η Κοκαλίνα.

Το όλο θέμα το παρακολουθούσα σαν σαπουνόπερα. Ο Ελ Μπαλκονάτος, φτωχός αλλά τίμιος, διεκδικούσε την Κοκαλνίνια Ντε Λας Πλάτας από τον χοντρό και πλούσιο Ελ Ζαμπόνες Τύρες. Ο οποίος τότε είχε στην κατοχή του τεράστια περιουσία. Συγκεκριμένα: δυο πεντόκιλες σακούλες κροκέτες, μια τεράστια λεκάνη-χέστρα, πανάκριβη άμμο απορροφητική, μια βούρτσα, ένα χνουδωτό κουνάβι, τρία κορδόνια και μια χαζή υπηρέτρια για να τον χαϊδεύει όλη μέρα (guess who). Ο φτωχός Ελ Μπαλκονάτος δεν είχε τίποτα πέρα από ψύλλους. Ο Ελ Ζαμπόνες Τύρες έκανε τα πάντα για να ξεκάνει τον φτωχό νεαρό που φλέρταρε τη γυναίκα του. Ανέβαινε στο παράθυρο και του έριχνε σφαλιάρες στο κεφάλι με το ένα του πόδι, του έλεγε «χχχ» και «χχχ» και καμιά φορά του έμπηγε και κανένα νύχι. Ο Μπαλκονάτος υπέμενε στωικά και απ' το μπαλκόνι δεν έφευγε. Η Κοκαλνίνια Ντε Λας Πλάτας τελικά υπέκυψε. Το έσκαγε απ' το παράθυρο του μπάνιου και την έβγαζε με τον Μπαλκονάτο έξω, σαν κεραμιδόγατα. Όταν επέστρεφε, ο Ελ Ζαμπόνες Τύρες της έριχνε κάτι νυχιές περιποιημένες, αλλά εκείνη ήξερε να αμύνεται. Ένα βράδυ που ο Ελ Ζαμπόνες Τύρες συνειδητοποίησε ότι η Κοκαλνίνια ήταν πάλι με τον Ελ Μπαλκονάτο, πήγε και ξέσπασε στον πιο παλιό και μισητό εχθρό του. Το χαρτί υγείας. Αφού το έσειρε νεκρό σε όλο το σπίτι, το τεμάχισε σε αμέτρητα κομμάτια. Διψώντας για αίμα κι εκδίκηση, το ίδιο βράδυ σκότωσε και το αθώο χαλάκι της κουζίνας που βρέθηκε τυχαία στο δρόμο του.

Πιο συγκηνιτική σαπουνόπερα δεν είχα ξαναδεί. Καμία σχέση με την Καταλίνα, την ηρωίδα του Δεν υπάρχει παράδεισος χωρίς αυτά που είδαμε το χειμώνα στον Alpha, η Κοκαλίνα δε νοιάζονταν για τα λεφτά! «Μα ο Μπαλκονάτος δεν έχει στον ήλιο μοίρα» της έλεγα. «Κάν' τον Google και θα δεις, δεν θα σου βγάλει τίποτα». Γιατί όποιον γκόμενο θες πια, τον κάνεις Google και μαθαίνεις τα πάντα γι' αυτόν. Γι' αυτό άλλωστε και οι Άγγλοι, σε ένα ρομαντικό ντέιτ, δεν σπαταλούν πλέον το χρόνο τους να ανταλάσσουν πληροφορίες ο ένας για τον άλλον. Λένε απλά «Ι'll Google you» και μπαίνουν κατευθείαν στο ψητό. Με θέλεις, σε θέλω, και άσε τώρα τα υπόλοιπα, μη χάνουμε χρόνο, τι έχει κάνει ο καθένας στη ζωή του υπάρχει στο ίντερνετ. Αν όχι, ε, δεν υπάρχει και λόγος να σε παντρευτώ.

Όταν βαριόμουν με τη μεξικάνικη σαπουνόπερα που εκτυλίσσονταν στο μπαλκόνι, πεταγόμουν μέχρι το σπίτι της μαμάς μου - με καδραρισμένη στον τοίχο την Γκερέκου και καντιλάκι από κάτω. Το καλό ήταν ότι στην Κέρκυρα κατάλαβα ότι ναι, ο Ροντρίγκο χρειάζεται τελικά δυο γυναίκες: τη μια να μαγειρεύει και την άλλη να μουρμουράει που μαγειρεύει. Τόσο καιρό τα έκανα εγώ και τα δύο και ήταν μεγάλη κούραση. Τώρα μαγείρευε η μαμά μου, οπότε εγώ είχα όλο το χρόνο μου ελεύθερο να μουρμουράω, όχι γιατί μαγείρευε η μαμά μου κι όχι εκείνος, αλλά έτσι, από συνήθεια. Και φυσικά είχα χρόνο να του ολοκληρώσω όλες τις θεωρίες για τους αρχαίους Έλληνες που ανακάλυψαν τον πολιτισμό. «Και οι Μάγια ανακάλυψαν το ποπ κορν, αλλά δεν το κάνουμε θέμα» έλεγε. Το ποπ κορν. Χα. Πάντως ένα μου έκανε τρομερή εντύπωση σε αυτό το νησί που είχα να το ζήσω απ' τα δεκάξι μου. Ο σεξοτουρισμός. Είχε εξαφανιστεί εντελώς. Πάνε οι Αυστριακές, πάνε οι Γερμανίδες, πάνε οι Σουηδέζες. Τώρα αν τυχόν έβρισκες καμία τουρίστρια όντως να τριγυρνάει για τα τρία s (sea, sun, sex) την παντρευόσουν κατευθείαν. Να τη σιγουράρεις.

(συνεχίζεται)